Συνέντευξη στον Πάρη Καρβουνόπουλο, και το κανάλι του Militaire.gr. Η συνέντευξη γυρίστηκε τη Δευτέρα 7 Ιουλίου 2026, και προβλήθηκε την Τρίτη 8/7/2026.
«Ο κ. Ντόκος εκτέθηκε και εξέθεσε τη χώρα…Είναι άθλιοι και η όποια προσπάθεια γίνεται για υποβάθμιση του θέματος το αποδεικνύει».
Ο Παναγιώτης Παύλος, Ερευνητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Όσλο και αρθρογράφος, ήταν από τους πρώτους που εντόπισαν την απίστευτη συνομιλία που είχε ο Σύμβουλος Ασφαλείας του κ. Μητσοτάκη, Θάνος Ντόκος με Ρώσους φαρσέρ.
«Ο διάβολος, οι μυστικές υπηρεσίες και οι κατευναστές των Αθηνών, προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχουν», λέει ο κ. Παύλος.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση επιδεικνύει επικίνδυνη επιπολαιότητα και ερασιτεχνισμό σε πολύ κρίσιμα ζητήματα. Πέντε νεκροί στη Λιβύη, σε μια αποστολή θανάτου για την οποία όπως αποδείχτηκε δεν είχε γίνει κανένας σοβαρός σχεδιασμός. Μια ολόκληρη στρατιωτική βάση με πολύτιμα και πανάκριβα οπλικά συστήματα χάθηκε στο Στεφανοβίκειο. Για καμία απ’ αυτές τις υποθέσεις ουδείς λογοδότησε! Και τώρα έχουμε την υπόθεση του κ. Ντόκου.
«Θα πρέπει να καταλάβουν ότι η Ελλάδα είναι κράτος κι όχι μονοπρόσωπη εταιρεία», επισημαίνει ο κ. Παύλος».
Τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν καταρρίπτουν τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς περί υβριδικής επίθεσης με χρήση εξελιγμένης τεχνολογίας, ενώ χαρακτήρισε την υπόθεση ενδεικτική της διάβρωσης που προκαλεί στην εθνική κυριαρχία της Ελλάδας το ιδιοτελές πνεύμα και η ερασιτεχνική νοοτροπία που προσεγγίζει τη λειτουργία των κρατικών δομών ως μέσο επίτευξης ιδιοτελών σκοπιμοτήτων.
Την παραίτηση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του Πρωθυπουργού και Γενικού Γραμματέα Εθνικής Ασφάλειας, Θάνου Ντόκου, ζητά ο Παναγιώτης Παύλος, με αφορμή τις αποκαλύψεις που ακολούθησαν τη δημοσιοποίηση της συνομιλίας του με τον Ρώσο prankster, ο οποίος παρουσιάστηκε ως Ουκρανός αξιωματούχος. Σύμφωνα με τον ίδιο, το περιεχόμενο της συνομιλίας αναδεικνύει ευρύτερα ζητήματα που αφορούν την άσκηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής κυριαρχίας.
Σε δημόσια παρέμβασή του από το Όσλο της Νορβηγίας, ο κ. Παύλος υποστήριξε ότι τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν καταρρίπτουν τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς περί υβριδικής επίθεσης με χρήση εξελιγμένης τεχνολογίας, ενώ χαρακτήρισε την υπόθεση ενδεικτική της διάβρωσης που προκαλεί στην εθνική κυριαρχία της Ελλάδας το ιδιοτελές πνεύμα και η ερασιτεχνική νοοτροπία που προσεγγίζει τη λειτουργία των κρατικών δομών ως μέσο επίτευξης ιδιοτελών σκοπιμοτήτων.
Όπως ανέφερε, η παραίτηση του κ. Ντόκου είναι επιβεβλημένη όχι μόνο λόγω του περιστατικού της παιδαριώδους εξαπάτησης, αλλά κυρίως επειδή, όπως τόνισε, αποτελεί εκφραστή της πολιτικής του κατευνασμού, την οποία θεωρεί υπεύθυνη για σοβαρές αστοχίες στη χάραξη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα, ζήτησε πλήρη αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο ασκείται η εθνική κυριαρχία, ασκώντας έντονη κριτική στη λεγόμενη «σχολή Σημίτη», στο ΕΛΙΑΜΕΠ και σε πολιτικές προσεγγίσεις που συνδέονται με το Σχέδιο Ανάν.
Ο κ. Παύλος υποστήριξε ακόμη ότι από το περιεχόμενο της συνομιλίας προκύπτει πως ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας λειτουργεί περισσότερο ως εκπρόσωπος κυβερνητικών και κομματικών επιδιώξεων παρά ως θεματοφύλακας της εθνικής κυριαρχίας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε σε σημείο της συνομιλίας, στο οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, ο κ. Ντόκος φέρεται να χαρακτήρισε Ρώσους δισεκατομμυριούχους ως «νόμιμους στόχους» (legitimate targets) στο πλαίσιο του πολέμου στην Ουκρανία, επισημαίνοντας στον συνομιλητή του ότι αυτοί θα μπορούσαν να εντοπιστούν και στην τουρκική επικράτεια. Ο κ. Παύλος χαρακτήρισε το συγκεκριμένο απόσπασμα εξαιρετικά σοβαρό, υποστηρίζοντας ότι εγείρει ζητήματα που υπερβαίνουν κατά πολύ το ίδιο το περιστατικό της φάρσας.
Η δήλωση του Παναγιώτη Παύλου, όπως αναρτήθηκε στο YouTube:
Η υπόθεση της τηλεδιάσκεψης-φάρσας εις βάρος του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Πρωθυπουργού, Θάνου Ντόκου, συνιστά ασφαλώς μεγάλο προσωπικό ολίσθημα. Κυρίως όμως, αποκαλύπτει με τον πλέον γλαφυρό τρόπο αφενός τις αδυναμίες ενός ολόκληρου συστήματος διακυβέρνησης, και αφετέρου μια ορισμένη αντίληψη για την εξωτερική πολιτική, την εθνική κυριαρχία και την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας.
Τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι πολλά και κρίσιμα.
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι καταρχήν θεσμικό και απευθύνεται ευθέως προς τον Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη. Για ποιό λόγο, επί σχεδόν επτά χρόνια, επέλεξε να στηριχθεί αποκλειστικά σε ένα Σύμβουλο, ενώ είχε κάθε δυνατότητα να συγκροτήσει ένα πραγματικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, με περισσότερα ικανά μέλη, συλλογική επεξεργασία, διαβούλευση συγκροτημένης στρατηγικής, διασταύρωση εκτιμήσεων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου;
Είναι δυνατόν η εθνική ασφάλεια να εξαρτάται από την κρίση ενός και μόνο ανθρώπου, όσο ικανός κι αν υποθέσουμε ότι μπορεί να είναι; Στην προκειμένη περίπτωση ο ίδιος ο κ. Ντόκος παραδέχθηκε δημόσια χθες ότι επί αρκετά λεπτά δεν είχε καν αντιληφθεί πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον συνομιλητή του! Αν αυτό μπορεί να συμβεί στον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο προσωπικό και ατομικό. Είναι πρωτίστως θεσμικό και κατ᾽ επέκταση άκρως πολιτικό.
Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι το συμβάν αυτό δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένο από την άχρι τούδε δημόσια διαδρομή του κ. Θάνου Ντόκου. Δεν είναι καν η πρώτη φορά που δημόσιες τοποθετήσεις του και λοιπές ενέργειές του γεννούν εύλογα ερωτήματα για την πολιτική κρίση του και ικανότητα, αλλά και την ανεξαρτησία των παρεμβάσεών του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, θυμίζουμε, υπήρξε ο προ ετών δημόσιος απαξιωτικός χαρακτηρισμός του Λίβυου στρατηγού Χαφτάρ από τον κ. Ντόκο ως «κουτσού αλόγου». Εκτίμηση που αποδείχθηκε τουλάχιστον επιπόλαιη, καθώς οι εξελίξεις στη Λιβύη, το τουρκολιβυκό, και οι μετέπειτα επαφές της ελληνικής κυβέρνησης με την πλευρά Χαφτάρ κατέδειξαν ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη απ᾽ όσο είχε εκτιμηθεί και παρουσιαστεί.
Ανάλογη εικόνα δημιουργήθηκε και κατά τη συνέντευξη του κ. Ντόκου τις προάλλες στο Al Arabiya, σχετικά με την απομάκρυνση των συστημάτων Patriot από την Κάρπαθο. Αντί να εκπέμπει τη βεβαιότητα που οφείλει να χαρακτηρίζει τον ανώτατο σύμβουλο εθνικής ασφαλείας κυρίαρχου κράτους, η δημόσια παρουσία του ήταν κραυγαλέα περίπτωση απολογητικής διαχείρισης απέναντι σε επίμονο δημοσιογραφικό έλεγχο, έστω και κατευθυνόμενο. (Για το παλαιότερο ζήτημα της διαρροής πληροφοριών με email του προς συνεργάτες του Ερντογάν, σας παραπέμπω στα WikiLeaks).
Ωστόσο, με την ίδια στάση που είχε στο Al Arabiya, επανεμφανίσθηκε τώρα και στη συνομιλία με τους Ρώσους φαρσέρ. Αντί η συζήτηση να κινηθεί γύρω από την προστασία της ελληνικής κυριαρχίας και την απαίτηση λογοδοσίας για το περιστατικό με τον ουκρανικό θαλάσσιο δρόνο στη Λευκάδα που δημιούργησε σοβαρό ζήτημα ασφαλείας, ο κ. Ντόκος εμφανίστηκε στον …«Ουκρανό ομόλογό του» να δίνει έμφαση στις επιπτώσεις στον τουρισμό, στο πολιτικό κόστος, και στην ανάγκη να αποφευχθούν εντάσεις ενόψει μάλιστα των επικείμενων εκλογών «σε λίγους μήνες» (αδειάζοντας έτσι και τον Πρωθυπουργό που μιλά για εκλογές στην ώρα τους, του χρόνου!). Ενώ οι επανειλημμένες διατυπώσεις του τύπου «ας προσπαθήσουμε να αποφύγουμε…» δεν συνάδουν, κατά την άποψή μου, με το ανάστημα και το ύφος που οφείλει να εκπέμπει ο κορυφαίος, και μοναδικός, σύμβουλος εθνικής ασφαλείας της Ελλάδας. Τη στιγμή μάλιστα που έχουμε δώσει στους Ουκρανούς γή και ύδωρ.
Τα ανωτέρω όμως δεν είναι άσχετα μεταξύ τους: συγκροτούν ένα σταθερό μοτίβο πολιτικής σκέψης μιας σχολής γνωστής στους Έλληνες. Πρόκειται για τη σχολή που επί χρόνια υποστηρίζει ότι οι κρίσεις αντιμετωπίζονται κυρίως με κατευναστική διαχείριση, παρακάλια, «ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας» και «αποφυγή της έντασης». Αυτή η λογική του κατευνασμού, η οποία έχει επηρεάσει σημαντικά και επιζήμια την ελληνική εθνική κυριαρχία, αποτυπώθηκε με τρόπο συμβολικό και στη συγκεκριμένη παροιμιώδη συνομιλία. Κάτι που δεν θα πρέπει να ξενίζει βέβαια τον στοιχειωδώς εξοικειωμένο με το ΕΛΙΑΜΕΠ.
Κι έρχομαι στα ερωτήματα για τα πρότυπα ασφαλείας. Πώς πραγματοποιήθηκε μια τέτοια επικοινωνία; Γιατί δεν εφαρμόστηκαν από τον ίδιο τον κ. Ντόκο θεμελιώδη πρωτόκολλα επαλήθευσης του συνομιλητή; Γιατί μια τόσο ευαίσθητη επικοινωνία διεξήχθη άνευ αυστηρών διαδικασιών που θα ανέμενε κανείς από τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας;
Επιπλέον, προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι στη συνομιλία έγιναν αναφορές σε ζητήματα που αφορούσαν τη δραστηριότητα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, και δη του Αρχηγού της, καθώς και σε επικείμενη διμερή συμφωνία της Ελλάδας με την Ουκρανία. Ανεξαρτήτως του βαθμού διαβάθμισης των πληροφοριών αυτών, αναρωτιέται κανείς αν ήταν σκόπιμο να αποτελέσουν αντικείμενο επικοινωνίας της οποίας δεν είχε προηγηθεί καμία ασφαλής ταυτοποίηση.
Ωστόσο, εκεί που η φάρσα αγγίζει το άκρον άωτον είναι όταν, απαντώντας στην επίκληση του συνομιλητή του ότι η Ουκρανία βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία, ο κ. Ντόκος παρατηρεί – προτείνοντάς τους ως εναλλακτική! (αυτό μπορώ να το καταλάβω ως βρετανικό χιούμορ) – ότι οι Ρώσοι δισεκατομμυριούχοι δεν έρχονται πλέον στην Ελλάδα, αλλά πηγαίνουν στην Τουρκία και σε άλλες χώρες. Όσοι είδαν το επίμαχο σημείο, θα συμφωνήσουν πιθανότατα ότι η διατύπωση αυτή μοιάζει να υποδεικνύει πως, εφόσον οι Ουκρανοί αναζητούν ρωσικούς στόχους, αυτοί βρίσκονται πλέον εκτός Ελλάδας, στην Τουρκία και αλλού! Ανεξάρτητα, πάντως, από το πώς θα ερμηνεύσει κανείς τη φράση, τίθεται το ερώτημα αν ένας Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας όφειλε να εισέλθει σε μια τέτοια συζήτηση με πρόσωπα που θεωρούσε ότι εκπροσωπούν ξένη κυβέρνηση.
Η δημόσια εμφάνιση του κ. Ντόκου με μαγνητοσκοπημένο μήνυμά του, εν είδει damage control, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΪ χθες το βράδυ, αντί να περιορίσει τις εντυπώσεις, τις ενίσχυσε. Τη στιγμή μάλιστα που δεν υπήρξε ούτε καν υποψία για μία στοιχειώδη έκφραση συγγνώμης προς τον ελληνικό λαό για το πλήγμα που, με απόλυτη ευθύνη του Πρωθυπουργού και του Συμβούλου του της Εθνικής Ασφαλείας, υπέστη το κύρος της χώρας μας. Αντιθέτως, η προσπάθεια περιορίστηκε, ως συνήθως, σε αιτιολόγηση και δικαιολόγηση όσων συνέβησαν!
Όμως η πολιτική ευθύνη δεν σταματά στον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας. Ο κ. Ντόκος είναι προσωπική επιλογή του Πρωθυπουργού. Η δομή μέσα στην οποία λειτουργεί είναι επίσης επιλογή του Πρωθυπουργού. Και άρα, εάν η κυβέρνηση θεωρεί ότι επρόκειτο για μια «πρωτοφανή υβριδική επίθεση», οφείλει να εξηγήσει γιατί το σύστημα προστασίας της ανώτατης πολιτικής ηγεσίας αποδείχθηκε τόσο ευάλωτο. Αν, αντίθετα, επρόκειτο απλώς για μια συνήθη επιτυχημένη εξαπάτηση, όπως οι ίδιοι οι φαρσέρ δήλωσαν κορυφώνοντας τον κυβερνητικό διασυρμό, τότε τα ερωτήματα για την επάρκεια των αξιωματούχων της κυβέρνησης και του περί αυτήν πολιτικού συστήματος, καθίστανται ακόμη πιο επιτακτικά.
Πέραν των επιχειρησιακών αδυναμιών, που τις ζήσαμε εξάλλου με τρόπο φριχτά τραγικό στη Λιβύη, η φάρσα αυτή αποκάλυψε μια συγκεκριμένη νοοτροπία. Μια ορισμένη αντίληψη η οποία αντιμετωπίζει τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, εθνικής ασφάλειας, και εθνικής κυριαρχίας περισσότερο με όρους διαχείρισης συνεπειών και damage control, παρά με όρους αποτροπής και προβολής ισχύος. Μια αντίληψη φοβική, παρακλητική και, τελικά, μαλθακή απέναντι στις προκλήσεις.
Επιμηθείς αντί Προμηθείς. Αυτός είναι ο πραγματικός διασυρμός. Γι᾽ αυτόν το διασυρμό η πολιτική ευθύνη ασφαλώς και δεν μπορεί να περιοριστεί στον Θάνο Ντόκο. Ανήκει πρωτίστως σε εκείνον που τον επέλεξε, και που οργάνωσε έτσι το σύστημα εθνικής ασφαλείας και υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας της χώρας.
Τί κι αν η κυβέρνηση διατυμπανίζει ότι δεν διέρρευσαν διαβαθμισμένες πληροφορίες; Αυτό όχι μόνο δεν εξαντλεί την ουσία του ζητήματος, αλλά και σε μεγάλο βαθμό παραπλανά. Διότι η σοβαρότερη πληροφορία που μπορεί να αποκομίσει ένας αντίπαλος δεν είναι ούτε ένα απόρρητο έγγραφο ούτε μια ευαίσθητη συνομιλία. Αλλά η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο σκέπτεται, αξιολογεί και λαμβάνει αποφάσεις η πολιτική ηγεσία μιας χώρας. Είναι το να διακρίνει την πολιτική κουλτούρα της, τα αντανακλαστικά της και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και πραγματώνει την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας και ισχύος.
Οπότε, αν κάτι αποκάλυψε αυτή η φάρσα – διασυρμός, δεν είναι τόσο το περιεχόμενο της συνομιλίας όσο η εικόνα που εξέπεμψε η ελληνική κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τα θέματα εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειας. Αυτό είναι το κρισιμότερο πολιτικό ζήτημα που αφήνει πίσω της η συγκεκριμένη υπόθεση. Ένα ζήτημα για το οποίο ασφαλώς και δεν είναι αρκετή η παραίτηση μόνον του ΣΕΑ κ. Θάνου Ντόκου.
Διότι το συγκεκριμένο γεγονός δείχνει κάτι που πολλοί επιστήμονες, όπως οι καθηγητές Γιώργος Κοντογιώργης και Γιώργος Παύλος, έχουν επισημάνει. Την ανάγκη, δηλαδή, να φύγουμε απο την κομματοκρατία η οποία μετατρέπει την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό σε άψυχο και απρόσωπο αντικείμενο πολιτικής ιδιοκτησίας ενός κόμματος που με τις ευλογίες των ξένων κέντρων εξουσίας γίνεται κυβέρνηση υποτελής σε αυτά.
Θέματα όπως ο σχεδιασμός για την άμυνα, τις διεθνείς σχέσεις, την παιδεία, την οικονομία, και ούτω καθεξής, θα έπρεπε να είναι αντικείμενο υπερκομματικού εθνικού Συμβουλίου, αμερόληπτου και ανεξάρτητου από τις ξένες πρεσβείες και τα αλλότρια κέντρα εξουσίας, το οποίο με επιστημονική αρτιότητα, πληρότητα και συνέπεια θα χαράζει τους αναλλοίωτους άξονες της εθνικής πολιτικής πρακτικής.
The President of Iceland, Halla Tómasdóttir, with the Ambassador of Greece to Norway and Iceland, Efthymios Charlaftis.
Greece opens a geopolitical bridge to the North – The new ambassador in Reykjavik, opportunities for Athens, the role of Ankara
The new Ambassador of Greece to Oslo, Mr. Efthymios Charlaftis, visited Reykjavik, Iceland, last month and presented his credentials to the President of Iceland, Ms. Halla Tómasdóttir. Under different circumstances, this would simply be the usual practice of Greece’s diplomatic envoy to Norway also representing the country in the North Atlantic island of the Vikings.
However, the Greek Ambassador crossed half the ocean, facing both opportunities and challenges. Although the Icelandic President expressed admiration for ancient Greek civilization, confirmed alignment on major international issues, and acknowledged the potential for further bilateral relations, all of this takes place at a moment when Athens must seriously take into account geopolitical developments and data.
On February 6, the Icelandic government approved Ankara’s request to open a Turkish embassy in Reykjavik, with operations scheduled to begin within the current year. This Turkish move is not coincidental, nor is it related to the small number of Turks living in Iceland.
The geopolitical upgrade of Iceland
Iceland holds major geostrategic value in the North Atlantic due to its position in the GIUK Gap (the passage between Greenland, Iceland, and the United Kingdom), which controls submarine and commercial routes (a choke point). Although it does not maintain a standing army, its existence is decisive for NATO activity in the Arctic (since 2014 NATO presence has increased through surveillance aircraft and anti-submarine capabilities), and its importance is continuously upgraded due to monitoring Russian activity in the region. Its ties with the United States remain strong, while it also plays an important role in environmental policy, research, and sustainable shipping.
New maritime routes make Iceland a potential logistics hub between the Arctic, Europe, and North America. At the same time, the country functions as a strategic gateway to the maritime routes of the Atlantic and the Arctic Circle, with direct relevance to trade routes leading to Asia.
Naturally, the shift of the global geopolitical center of gravity toward the Arctic highlights it as a critical parameter for strategic balance, as Iceland can function as a control point of sea routes, a NATO operational springboard in times of crisis, and a means of strengthening political, economic, and geopolitical cooperation with major powers (the USA, Russia, China).
Turkey in the Arctic: Strategy and benefits
In recent years, Turkey has been attempting a strategic penetration into the North Atlantic and the Arctic, expanding its presence there through Norway (since 2019 it has conducted five TASE – Turkish Arctic Scientific Expeditions), and through active participation in protocols such as the Spitsbergen for the Svalbard Islands (Greece signed the same protocol in 1925, without any active involvement to date).
Iceland is a member of the Arctic Council, in which Turkey participates as an observer state. The new embassy in Reykjavik will provide Ankara with direct access to countries and institutions of Northern Europe, with multiple benefits—commercial, economic, and geopolitical. Furthermore, it will allow Turkey to shape a new framework of influence over Arctic decisions and programs, to actively participate in security, research, and maritime route issues, and to strengthen its international image. In this way, Turkey upgrades its role as a maritime power and expands its strategic interests in the North Atlantic and Arctic regions.
The establishment of the embassy sends a clear message that Ankara seeks a global presence beyond the Mediterranean and the Balkans—given its already active engagement in Africa. It creates a direct channel of political communication with Iceland and a new springboard for bilateral and multilateral diplomacy near Greenland and the broader Arctic region.
In the medium term, it strengthens Turkey’s image as an emerging global diplomatic power in Arctic affairs, new maritime routes, and energy resources. All of this demonstrates that the Turkish embassy in Reykjavik constitutes a strategic step of political, economic, and geostrategic penetration into Northern Europe and the Arctic.
The Greek community in Iceland
The Greek presence in Iceland is small but noteworthy. The first organized migration movements were mainly linked to academic and professional activities, while the economic crisis of the 2010s led to an exponential increase in the Greek population, which today numbers at least 800 people.
In 2004, when Greece lifted the trophy of the European Football Championship, only 8 Greeks living in Reykjavik celebrated there, as recounted by one of them, Antonis Koumouridis, then a resident physician in Iceland and today a plastic surgeon living and working in Norway. Most Greeks in Iceland live in Reykjavik and work in tourism, hospitality, education, and research, while also participating actively in businesses—including even a Greek loukoumades shop—as well as in educational and cultural activities.
Since Greece does not maintain an embassy in Reykjavik, diplomatic relations are covered by the Greek Embassy in Oslo. Over the past 20 years, however, the Icelandic philhellene Rafn Alexander Sigurdsson, Greek Honorary Consulate in Iceland, has significantly contributed to strengthening bilateral relations, supporting the Greek community and acting as a bridge between the two countries.
In 2017, during the visit there of Ecumenical Patriarch Bartholomew and Metropolitan Cleopas of Sweden, the foundations were laid for the Greek Orthodox parish of Apostle Bartholomew in Reykjavik, under the jurisdiction of the Metropolis of Sweden and All Scandinavia, recognized by the Icelandic authorities. Despite its establishment, however, the spiritual needs of Greeks remain significant, as there is no permanent or regular priestly presence.
At present, Greece maintains limited contact with Icelandic universities through programs such as Erasmus. At a time when Turkey possesses structures such as the national DEHUKAM Center for Maritime Law and Sea Studies, and systematically seeks to establish footholds to challenge the status quo in the Aegean and the Eastern Mediterranean, Greece urgently needs to utilize the opportunities provided by its diaspora and the Greek shipping industry.
Air and cultural connection Athens – Reykjavik
The restoration of the direct air connection between Athens and Reykjavik, which was suspended two years ago due to the bankruptcy of the carrier Play OG, is a critical factor for strengthening Greece–Iceland relations. A possible new connection would bring multiple benefits: it would boost tourism and Icelandic visits to Greece, promote bilateral economic and commercial relations, facilitate students and entrepreneurs, and ensure better service for the needs of Greeks living in Iceland, while also increasing the international footprint of Greek airlines.
The historical and cultural dimension further strengthens the importance of Greece for the “Frozen Island,” and vice versa. Greece is particularly beloved by Icelanders: Iceland is referred to as Thule by Pytheas of Massalia and Pliny, while Icelandic mentality is so similar to the Greek that Icelanders have been described as “the Mediterranean’s of the North.”
It is no coincidence that a favorite Greek song of Icelandic philosophy professor at the University of Oslo and internationally leading expert on Plotinus, Eyjólfur Kjalar Emilsson, is “The Train Leaves at Eight”, with lyrics by Manos Eleftheriou and music by Mikis Theodorakis. This cultural familiarity makes closer ties between the two countries both natural and strategically beneficial.
Στιγμιότυπο από την εκπομπή REVIEW με την Ιρένα Αργύρη, στην τηλεόραση της ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, Σάββατο 21 Μαρτίου 2026.
Το Σάββατο 21 Μαρτίου 2026, είχα τη χαρά και την τιμή να είμαι προσκεκλημένος να συζητήσουμε με την οικοδέσποινα της εκπομπής REVIEW, στην τηλεόραση της ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ, Ιρένα Αργύρη, τον πόλεμο στο Ιράν.
Ειδικότερα, εστιάσαμε σε μια σειρά κρίσιμων θεμάτων και παραμέτρων:
1. Το πολιτισμικό υπόβαθρο της κρίσης στη Μέση Ανατολή και τη Μεσοποταμία.
2. Οι κοσμοαντιλήψεις και ανθρωπότυποι Δύσης και Ανατολής που συγκρούονται στο πεδίο του Ιράν.
3. Η έννοια της θρησκείας στην Ανατολή και Δύση και η εναωμάτωσή της στην πολιτική.
4. Η επίθεση στο Ιράν ως νέα εκδοχή Σταυροφοριών.
5. Η έννοια του χρόνου σε Ανατολή και Δύση και η επίδρασή της στη χάραξη στρατηγικής των “παικτών”.
6. Ο Δυτικός Ορθολογισμός στη γεωπολιτική και οι δυνατότητες επίλυσης της σύγκρουσης μεταξύ Δύσης και Ανατολής.
7. Ο ρόλος της Ελλάδος: τί είναι η Ελλάδα για τους γείτονες, τον πολιτισμό, τη δύση και για την ανατολή, και κυρίως τους ίδιους τους Έλληνες. Τι είμαστε, τι νομίζουμε ότι είμαστε, τι πρέπει να είμαστε, πώς πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και συνεπώς πώς πρέπει να πορευθεί ο Ελληνισμός.
Μπορείτε να παρακολουθήσετε τη συνέντευξη από αυτόν τον σύνδεσμο: