Ο ερευνητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Όσλο φιλοξενήθηκε στο Ελληνικό Βαλκανικό Ραδιόφωνο, όπου σχολίασε τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από την υπόθεση DOKOS Gate, αναλύοντας τις πολιτικές και διπλωματικές προεκτάσεις της.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ που πραγματοποιείται στην Άγκυρα, εστιάζοντας στις αποφάσεις που λαμβάνονται για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η συμμαχία στο διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν καταρρίπτουν τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς περί υβριδικής επίθεσης με χρήση εξελιγμένης τεχνολογίας, ενώ χαρακτήρισε την υπόθεση ενδεικτική της διάβρωσης που προκαλεί στην εθνική κυριαρχία της Ελλάδας το ιδιοτελές πνεύμα και η ερασιτεχνική νοοτροπία που προσεγγίζει τη λειτουργία των κρατικών δομών ως μέσο επίτευξης ιδιοτελών σκοπιμοτήτων.
Την παραίτηση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του Πρωθυπουργού και Γενικού Γραμματέα Εθνικής Ασφάλειας, Θάνου Ντόκου, ζητά ο Παναγιώτης Παύλος, με αφορμή τις αποκαλύψεις που ακολούθησαν τη δημοσιοποίηση της συνομιλίας του με τον Ρώσο prankster, ο οποίος παρουσιάστηκε ως Ουκρανός αξιωματούχος. Σύμφωνα με τον ίδιο, το περιεχόμενο της συνομιλίας αναδεικνύει ευρύτερα ζητήματα που αφορούν την άσκηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής κυριαρχίας.
Σε δημόσια παρέμβασή του από το Όσλο της Νορβηγίας, ο κ. Παύλος υποστήριξε ότι τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν καταρρίπτουν τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς περί υβριδικής επίθεσης με χρήση εξελιγμένης τεχνολογίας, ενώ χαρακτήρισε την υπόθεση ενδεικτική της διάβρωσης που προκαλεί στην εθνική κυριαρχία της Ελλάδας το ιδιοτελές πνεύμα και η ερασιτεχνική νοοτροπία που προσεγγίζει τη λειτουργία των κρατικών δομών ως μέσο επίτευξης ιδιοτελών σκοπιμοτήτων.
Όπως ανέφερε, η παραίτηση του κ. Ντόκου είναι επιβεβλημένη όχι μόνο λόγω του περιστατικού της παιδαριώδους εξαπάτησης, αλλά κυρίως επειδή, όπως τόνισε, αποτελεί εκφραστή της πολιτικής του κατευνασμού, την οποία θεωρεί υπεύθυνη για σοβαρές αστοχίες στη χάραξη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα, ζήτησε πλήρη αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο ασκείται η εθνική κυριαρχία, ασκώντας έντονη κριτική στη λεγόμενη «σχολή Σημίτη», στο ΕΛΙΑΜΕΠ και σε πολιτικές προσεγγίσεις που συνδέονται με το Σχέδιο Ανάν.
Ο κ. Παύλος υποστήριξε ακόμη ότι από το περιεχόμενο της συνομιλίας προκύπτει πως ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας λειτουργεί περισσότερο ως εκπρόσωπος κυβερνητικών και κομματικών επιδιώξεων παρά ως θεματοφύλακας της εθνικής κυριαρχίας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε σε σημείο της συνομιλίας, στο οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, ο κ. Ντόκος φέρεται να χαρακτήρισε Ρώσους δισεκατομμυριούχους ως «νόμιμους στόχους» (legitimate targets) στο πλαίσιο του πολέμου στην Ουκρανία, επισημαίνοντας στον συνομιλητή του ότι αυτοί θα μπορούσαν να εντοπιστούν και στην τουρκική επικράτεια. Ο κ. Παύλος χαρακτήρισε το συγκεκριμένο απόσπασμα εξαιρετικά σοβαρό, υποστηρίζοντας ότι εγείρει ζητήματα που υπερβαίνουν κατά πολύ το ίδιο το περιστατικό της φάρσας.
Η δήλωση του Παναγιώτη Παύλου, όπως αναρτήθηκε στο YouTube:
Η υπόθεση της τηλεδιάσκεψης-φάρσας εις βάρος του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Πρωθυπουργού, Θάνου Ντόκου, συνιστά ασφαλώς μεγάλο προσωπικό ολίσθημα. Κυρίως όμως, αποκαλύπτει με τον πλέον γλαφυρό τρόπο αφενός τις αδυναμίες ενός ολόκληρου συστήματος διακυβέρνησης, και αφετέρου μια ορισμένη αντίληψη για την εξωτερική πολιτική, την εθνική κυριαρχία και την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας.
Τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι πολλά και κρίσιμα.
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι καταρχήν θεσμικό και απευθύνεται ευθέως προς τον Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη. Για ποιό λόγο, επί σχεδόν επτά χρόνια, επέλεξε να στηριχθεί αποκλειστικά σε ένα Σύμβουλο, ενώ είχε κάθε δυνατότητα να συγκροτήσει ένα πραγματικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, με περισσότερα ικανά μέλη, συλλογική επεξεργασία, διαβούλευση συγκροτημένης στρατηγικής, διασταύρωση εκτιμήσεων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου;
Είναι δυνατόν η εθνική ασφάλεια να εξαρτάται από την κρίση ενός και μόνο ανθρώπου, όσο ικανός κι αν υποθέσουμε ότι μπορεί να είναι; Στην προκειμένη περίπτωση ο ίδιος ο κ. Ντόκος παραδέχθηκε δημόσια χθες ότι επί αρκετά λεπτά δεν είχε καν αντιληφθεί πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον συνομιλητή του! Αν αυτό μπορεί να συμβεί στον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο προσωπικό και ατομικό. Είναι πρωτίστως θεσμικό και κατ᾽ επέκταση άκρως πολιτικό.
Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι το συμβάν αυτό δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένο από την άχρι τούδε δημόσια διαδρομή του κ. Θάνου Ντόκου. Δεν είναι καν η πρώτη φορά που δημόσιες τοποθετήσεις του και λοιπές ενέργειές του γεννούν εύλογα ερωτήματα για την πολιτική κρίση του και ικανότητα, αλλά και την ανεξαρτησία των παρεμβάσεών του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, θυμίζουμε, υπήρξε ο προ ετών δημόσιος απαξιωτικός χαρακτηρισμός του Λίβυου στρατηγού Χαφτάρ από τον κ. Ντόκο ως «κουτσού αλόγου». Εκτίμηση που αποδείχθηκε τουλάχιστον επιπόλαιη, καθώς οι εξελίξεις στη Λιβύη, το τουρκολιβυκό, και οι μετέπειτα επαφές της ελληνικής κυβέρνησης με την πλευρά Χαφτάρ κατέδειξαν ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη απ᾽ όσο είχε εκτιμηθεί και παρουσιαστεί.
Ανάλογη εικόνα δημιουργήθηκε και κατά τη συνέντευξη του κ. Ντόκου τις προάλλες στο Al Arabiya, σχετικά με την απομάκρυνση των συστημάτων Patriot από την Κάρπαθο. Αντί να εκπέμπει τη βεβαιότητα που οφείλει να χαρακτηρίζει τον ανώτατο σύμβουλο εθνικής ασφαλείας κυρίαρχου κράτους, η δημόσια παρουσία του ήταν κραυγαλέα περίπτωση απολογητικής διαχείρισης απέναντι σε επίμονο δημοσιογραφικό έλεγχο, έστω και κατευθυνόμενο. (Για το παλαιότερο ζήτημα της διαρροής πληροφοριών με email του προς συνεργάτες του Ερντογάν, σας παραπέμπω στα WikiLeaks).
Ωστόσο, με την ίδια στάση που είχε στο Al Arabiya, επανεμφανίσθηκε τώρα και στη συνομιλία με τους Ρώσους φαρσέρ. Αντί η συζήτηση να κινηθεί γύρω από την προστασία της ελληνικής κυριαρχίας και την απαίτηση λογοδοσίας για το περιστατικό με τον ουκρανικό θαλάσσιο δρόνο στη Λευκάδα που δημιούργησε σοβαρό ζήτημα ασφαλείας, ο κ. Ντόκος εμφανίστηκε στον …«Ουκρανό ομόλογό του» να δίνει έμφαση στις επιπτώσεις στον τουρισμό, στο πολιτικό κόστος, και στην ανάγκη να αποφευχθούν εντάσεις ενόψει μάλιστα των επικείμενων εκλογών «σε λίγους μήνες» (αδειάζοντας έτσι και τον Πρωθυπουργό που μιλά για εκλογές στην ώρα τους, του χρόνου!). Ενώ οι επανειλημμένες διατυπώσεις του τύπου «ας προσπαθήσουμε να αποφύγουμε…» δεν συνάδουν, κατά την άποψή μου, με το ανάστημα και το ύφος που οφείλει να εκπέμπει ο κορυφαίος, και μοναδικός, σύμβουλος εθνικής ασφαλείας της Ελλάδας. Τη στιγμή μάλιστα που έχουμε δώσει στους Ουκρανούς γή και ύδωρ.
Τα ανωτέρω όμως δεν είναι άσχετα μεταξύ τους: συγκροτούν ένα σταθερό μοτίβο πολιτικής σκέψης μιας σχολής γνωστής στους Έλληνες. Πρόκειται για τη σχολή που επί χρόνια υποστηρίζει ότι οι κρίσεις αντιμετωπίζονται κυρίως με κατευναστική διαχείριση, παρακάλια, «ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας» και «αποφυγή της έντασης». Αυτή η λογική του κατευνασμού, η οποία έχει επηρεάσει σημαντικά και επιζήμια την ελληνική εθνική κυριαρχία, αποτυπώθηκε με τρόπο συμβολικό και στη συγκεκριμένη παροιμιώδη συνομιλία. Κάτι που δεν θα πρέπει να ξενίζει βέβαια τον στοιχειωδώς εξοικειωμένο με το ΕΛΙΑΜΕΠ.
Κι έρχομαι στα ερωτήματα για τα πρότυπα ασφαλείας. Πώς πραγματοποιήθηκε μια τέτοια επικοινωνία; Γιατί δεν εφαρμόστηκαν από τον ίδιο τον κ. Ντόκο θεμελιώδη πρωτόκολλα επαλήθευσης του συνομιλητή; Γιατί μια τόσο ευαίσθητη επικοινωνία διεξήχθη άνευ αυστηρών διαδικασιών που θα ανέμενε κανείς από τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας;
Επιπλέον, προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι στη συνομιλία έγιναν αναφορές σε ζητήματα που αφορούσαν τη δραστηριότητα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, και δη του Αρχηγού της, καθώς και σε επικείμενη διμερή συμφωνία της Ελλάδας με την Ουκρανία. Ανεξαρτήτως του βαθμού διαβάθμισης των πληροφοριών αυτών, αναρωτιέται κανείς αν ήταν σκόπιμο να αποτελέσουν αντικείμενο επικοινωνίας της οποίας δεν είχε προηγηθεί καμία ασφαλής ταυτοποίηση.
Ωστόσο, εκεί που η φάρσα αγγίζει το άκρον άωτον είναι όταν, απαντώντας στην επίκληση του συνομιλητή του ότι η Ουκρανία βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία, ο κ. Ντόκος παρατηρεί – προτείνοντάς τους ως εναλλακτική! (αυτό μπορώ να το καταλάβω ως βρετανικό χιούμορ) – ότι οι Ρώσοι δισεκατομμυριούχοι δεν έρχονται πλέον στην Ελλάδα, αλλά πηγαίνουν στην Τουρκία και σε άλλες χώρες. Όσοι είδαν το επίμαχο σημείο, θα συμφωνήσουν πιθανότατα ότι η διατύπωση αυτή μοιάζει να υποδεικνύει πως, εφόσον οι Ουκρανοί αναζητούν ρωσικούς στόχους, αυτοί βρίσκονται πλέον εκτός Ελλάδας, στην Τουρκία και αλλού! Ανεξάρτητα, πάντως, από το πώς θα ερμηνεύσει κανείς τη φράση, τίθεται το ερώτημα αν ένας Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας όφειλε να εισέλθει σε μια τέτοια συζήτηση με πρόσωπα που θεωρούσε ότι εκπροσωπούν ξένη κυβέρνηση.
Η δημόσια εμφάνιση του κ. Ντόκου με μαγνητοσκοπημένο μήνυμά του, εν είδει damage control, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΪ χθες το βράδυ, αντί να περιορίσει τις εντυπώσεις, τις ενίσχυσε. Τη στιγμή μάλιστα που δεν υπήρξε ούτε καν υποψία για μία στοιχειώδη έκφραση συγγνώμης προς τον ελληνικό λαό για το πλήγμα που, με απόλυτη ευθύνη του Πρωθυπουργού και του Συμβούλου του της Εθνικής Ασφαλείας, υπέστη το κύρος της χώρας μας. Αντιθέτως, η προσπάθεια περιορίστηκε, ως συνήθως, σε αιτιολόγηση και δικαιολόγηση όσων συνέβησαν!
Όμως η πολιτική ευθύνη δεν σταματά στον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας. Ο κ. Ντόκος είναι προσωπική επιλογή του Πρωθυπουργού. Η δομή μέσα στην οποία λειτουργεί είναι επίσης επιλογή του Πρωθυπουργού. Και άρα, εάν η κυβέρνηση θεωρεί ότι επρόκειτο για μια «πρωτοφανή υβριδική επίθεση», οφείλει να εξηγήσει γιατί το σύστημα προστασίας της ανώτατης πολιτικής ηγεσίας αποδείχθηκε τόσο ευάλωτο. Αν, αντίθετα, επρόκειτο απλώς για μια συνήθη επιτυχημένη εξαπάτηση, όπως οι ίδιοι οι φαρσέρ δήλωσαν κορυφώνοντας τον κυβερνητικό διασυρμό, τότε τα ερωτήματα για την επάρκεια των αξιωματούχων της κυβέρνησης και του περί αυτήν πολιτικού συστήματος, καθίστανται ακόμη πιο επιτακτικά.
Πέραν των επιχειρησιακών αδυναμιών, που τις ζήσαμε εξάλλου με τρόπο φριχτά τραγικό στη Λιβύη, η φάρσα αυτή αποκάλυψε μια συγκεκριμένη νοοτροπία. Μια ορισμένη αντίληψη η οποία αντιμετωπίζει τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, εθνικής ασφάλειας, και εθνικής κυριαρχίας περισσότερο με όρους διαχείρισης συνεπειών και damage control, παρά με όρους αποτροπής και προβολής ισχύος. Μια αντίληψη φοβική, παρακλητική και, τελικά, μαλθακή απέναντι στις προκλήσεις.
Επιμηθείς αντί Προμηθείς. Αυτός είναι ο πραγματικός διασυρμός. Γι᾽ αυτόν το διασυρμό η πολιτική ευθύνη ασφαλώς και δεν μπορεί να περιοριστεί στον Θάνο Ντόκο. Ανήκει πρωτίστως σε εκείνον που τον επέλεξε, και που οργάνωσε έτσι το σύστημα εθνικής ασφαλείας και υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας της χώρας.
Τί κι αν η κυβέρνηση διατυμπανίζει ότι δεν διέρρευσαν διαβαθμισμένες πληροφορίες; Αυτό όχι μόνο δεν εξαντλεί την ουσία του ζητήματος, αλλά και σε μεγάλο βαθμό παραπλανά. Διότι η σοβαρότερη πληροφορία που μπορεί να αποκομίσει ένας αντίπαλος δεν είναι ούτε ένα απόρρητο έγγραφο ούτε μια ευαίσθητη συνομιλία. Αλλά η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο σκέπτεται, αξιολογεί και λαμβάνει αποφάσεις η πολιτική ηγεσία μιας χώρας. Είναι το να διακρίνει την πολιτική κουλτούρα της, τα αντανακλαστικά της και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και πραγματώνει την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας και ισχύος.
Οπότε, αν κάτι αποκάλυψε αυτή η φάρσα – διασυρμός, δεν είναι τόσο το περιεχόμενο της συνομιλίας όσο η εικόνα που εξέπεμψε η ελληνική κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τα θέματα εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειας. Αυτό είναι το κρισιμότερο πολιτικό ζήτημα που αφήνει πίσω της η συγκεκριμένη υπόθεση. Ένα ζήτημα για το οποίο ασφαλώς και δεν είναι αρκετή η παραίτηση μόνον του ΣΕΑ κ. Θάνου Ντόκου.
Διότι το συγκεκριμένο γεγονός δείχνει κάτι που πολλοί επιστήμονες, όπως οι καθηγητές Γιώργος Κοντογιώργης και Γιώργος Παύλος, έχουν επισημάνει. Την ανάγκη, δηλαδή, να φύγουμε απο την κομματοκρατία η οποία μετατρέπει την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό σε άψυχο και απρόσωπο αντικείμενο πολιτικής ιδιοκτησίας ενός κόμματος που με τις ευλογίες των ξένων κέντρων εξουσίας γίνεται κυβέρνηση υποτελής σε αυτά.
Θέματα όπως ο σχεδιασμός για την άμυνα, τις διεθνείς σχέσεις, την παιδεία, την οικονομία, και ούτω καθεξής, θα έπρεπε να είναι αντικείμενο υπερκομματικού εθνικού Συμβουλίου, αμερόληπτου και ανεξάρτητου από τις ξένες πρεσβείες και τα αλλότρια κέντρα εξουσίας, το οποίο με επιστημονική αρτιότητα, πληρότητα και συνέπεια θα χαράζει τους αναλλοίωτους άξονες της εθνικής πολιτικής πρακτικής.
Συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας «Η Φωνή της Ελλάδας» και την εκπομπή «Έλληνες Παντού» με τον Θανάση Χούπη, το Σάββατο 20 Ιουνίου 2026.
Μπορείτε να την ακούσετε σε αυτόν τον σύνδεσμο από το κανάλι μου στο YouTube:
Discussions focused on resilience in critical mineral supply chains, strategic autonomy in materials such as aluminium, and the role of energy policy in industrial resilience.
The Oslo Energy Forum 2026 concluded at the historic Holmenkollen venue under this year’s theme “Energy and Security in Unpredictable Times – A New Global Order?”, bringing together the international community to discuss the challenges and opportunities of the global energy transition.
Former U.S. Ambassador to Greece, Geoffrey R. Pyatt, now Senior Managing Director of Energy and Critical Minerals at McLarty Associates, stood out for his interventions on the strategic importance of critical minerals, transatlantic cooperation, energy security, and the geopolitical dimensions of the current energy crisis.
Reflecting on the longstanding U.S.–Norway energy partnership, Pyatt said:
“Four years ago, when Russia began curtailing gas deliveries to Europe as part of a hybrid strategy for the full scale invasion of Ukraine, it was Norwegian pipeline gas and American LNG that came to the rescue. Later, I had the honor of co-chairing, along with Petroleum and Energy Minister Terje Aasland, the US – Norway Energy and Climate Dialogue, where we deepened cooperation on energy security, critical mineral supply chains, and support for Ukraine. Against this background, I was thrilled to be part of the Oslo Energy Forum this week.”
Pyatt participated in the panels “The Role of Critical Minerals and Materials” alongside Landon Derentz, Vice President for Energy and Infrastructure at the Atlantic Council, and Eivind Kallevik, President and CEO of Norsk Hydro, as well as “Challenges for the Energy Industry” with Jason Bordoff, Founding Director of Columbia University’s CGEP (Center on Global Energy Policy), and Vijay Swarup, former Senior Director for Climate Strategy and Technology.
Discussions focused on resilience in critical mineral supply chains, strategic autonomy in materials such as aluminium, and the role of energy policy in industrial resilience. A key takeaway was that moving from ambition to implementation requires alignment of energy policy, industrial strategy, and recycling policies. Aluminium resilience has two dimensions: in the short term, increasing in-region recycling strengthens supply security and reduces energy consumption; in the long term, strategic autonomy depends on competitive and reliable energy supply.
Addressing geopolitical challenges, Pyatt emphasized the importance of continuing support for Ukraine as Russia continues to target energy infrastructure:
“Minister of Foreign Affairs Espen Barth Eide made important remarks on Kremlin attacks on energy infrastructure. It is critical for all of us to sustain support for the energy sector while pushing for the immediate ceasefire urged by Ukraine, the U.S., Norway, and the EU. Kudos to Norway’s MFA for strong leadership in the G7+ energy sector support group and for consistently highlighting the energy dimension of NATO’s response to Russia’s full-scale invasion.”
Drawing on his experience as Assistant Secretary in the U.S. Bureau of Energy Resources, Pyatt analyzed vulnerabilities in supply chains, the role of critical minerals, and the strategic importance of the Arctic and Greenland for Europe and the U.S. His presence highlighted the close U.S.–Norway cooperation in energy and critical minerals, reinforced by the 2023 joint declaration on secure and sustainable supply chains and clean energy technologies. Throughout the forum, discussions showcased the energy transition as both an opportunity and a challenge for Europe and the global community.
Concluding his talk, Pyatt stressed the fact that energy transition and critical mineral security are not just economic issues, but are central to geopolitical stability.
The Oslo Energy Forum 2026 reaffirmed its status as a high-level international event, with participation from Norwegian Prime Minister Jonas Gahr Støre, Foreign Minister Espen Barth Eide, Chief of Defence Eirik Kristoffersen, the head of the Norwegian Oil Fund Nicolai Tangen, former Norwegian Ambassador to Greece Frode Øyvind Andersen, the Global Director for the World Bank’s Energy and Extractives Global Department Demetrios Papathanasiou, and ambassadors from countries across Latin America, Europe, and Asia. Their presence underscored the forum’s strategic significance for Europe, NATO, and the international energy community.
Pyatt’s interventions, together with the high-level discussions and messages of collaboration, underscored the critical role of critical minerals, strategic autonomy, and U.S.–Norway cooperation in shaping the new global energy order.