῾῾Σαν να ήταν η πρώτη· σαν να ήταν η τελευταία· σαν να ήταν η μόνη᾽᾽ *

Όσλο, Πάσχα 2020

Πανδημία. Δημόσια υγεία. Ανθρωπισμός. Αυτό είναι το νέο τρίπτυχο στο όνομα του οποίου ο ελληνικός λαός στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και η Ορθοδοξία σχεδόν εν συνόλω, ζει μια πρωτόγνωρη, ανήκουστη και εντελώς παράλογη κατάσταση. Την πρώτη στην ιστορία του Ελληνισμού, προχριστιανικού και χριστιανικού, κατάργηση της πραγματικότητας της Εκκλησίας. Δηλαδή, της κλήσεως και συνάξεως επί τω αυτώ. 

Από πού να αρχίσει και πού να σιγήσει κανείς;

Από τον από πολύ νωρίς, περίεργα νωρίς, καταχρηστικό χαρακτηρισμό του φαινομένου του κορωνοϊού ως ῾῾πανδημία᾽᾽;

Από τα όσα ταλανίζουν την Πολιτεία και την Εκκλησία τούτες τις Τρισάγιες ημέρες; 

Την υπερδεκαετή συστηματική υπονόμευση του συστήματος Δημόσιας Υγείας λόγω μιας αλληλουχίας καταστροφικών κυβερνητικών επιλογών και την αφαίμαξη του ελληνικού ιατρικού δυναμικού με την αναγκαστική μετανάστευση πολλών εκατοντάδων ικανότατου ιατρικού προσωπικού, λόγω και των κατ᾽ ουσίαν πτωχευτικών δανειακών συμβάσεων του πρόσφατος παρελθόντος; 

Την ανεπανάληπτη, στην ιστορία της χριστιανοσύνης, καταφυγή σε έωλα κοσμικά παιχνίδια λογικής, την υποταγή της εκκλησιαστικής εμπειρίας και αλήθειας σε ορθολογίζοντα επιχειρήματα που όχι μόνον αμφισβητούν επί της ουσίας τον Θεανθρώπινο Λόγο αλλά και αδικούν και τον ανθρώπινο ορθό λόγο, καταστρατηγώντας ταυτόχρονα την κοινωνική ορθοπραξία που απορρέει απ᾽ αυτόν και την εμπιστοσύνη που ένα κράτος οφείλει να επιδεικνύει προς τον πολίτη του;

Από την μεταμοντέρνα, άκρως προβληματικής φύσεως, μανιχαϊστική αποθέωση της έννοιας ῾῾δημόσια υγεία᾽᾽, η οποία ενώ έχει καταστεί μόνιμη επωδός στο δημόσιο διάλογο και γίγνεσθαι, εστιάζει αποκλειστικά και μονομερώς στο σώμα, αγνοώντας σχεδόν επιδεικτικά τις ανάγκες του συνόλου ανθρώπου ως σωματοψυχή, ανάγκες που η υπερδισχιλιετής Ορθόδοξη παράδοση κατεξοχήν γνωρίζει να θεραπεύει; 

Από την παντελώς αστοιχείωτη – σε πείσμα όλων των μετανεωτερικών ευχολογίων περί καταπολέμησης των διακρίσεων και σε ειρωνεία των αντίστοιχων ιδεολογιών που συντεταγμένα οι κυβερνήσεις τηρούν με ευλαβική πίστη – και ψευδή διάκριση μεταξύ σώματος και ψυχής; Διάκριση η οποία διέπει όχι μόνον το αρμοδίως επιφορτισμένο Υπουργείο Υγείας, αλλά και, όπως και εν τοις πράγμασι αποδεικνύεται, και τμήμα της θεσμικής Εκκλησίας;

Από την σύγχυση και τη ζάλη η οποία κλυδωνίζει την ελληνική κοινωνία που για άλλη μια φορά σπεύδει να λατρέψει, μέρες Λαμπρής, επίγειους σάρκινους θεούς, στο πρόσωπο των κατά τα άλλα συμπαθέστατων αγωνιστών και διαχειριστών της κατάστασης, κ.κ. Τσιόδρα και Χαρδαλιά; Ωσάν ο αρχαίος βασιλεύς του άλλου μεγάλου γένους της γης να μην μας είχε προειδοποιήσει, χιλιετίες τώρα, ῾῾μὴ πεποίθατε ἐπ᾽ ἄρχοντας, ἐπὶ ὑιούς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία᾽᾽;

Από την παραληρηματική μανία των ΜΜΕ, ελληνικών και διεθνών, κρατικών και κυβερνητικών, ιδιωτικών και συστημικών, τα οποία στιγμή δεν χάνουν να επιχειρούν συστηματικά και με το αζημίωτο να πολλαπλασιάσουν τον φόβο ενός λαού (εννοώ τον ελληνικό λαό και παρακάμπτω εδώ τον αστραπιαία – χάρη στην παγκοσμιοποίηση – μεταδιδόμενο στην οικουμένη πανζουρλισμό), ο οποίος άγεται και φέρεται από ορισμένες μετριότητες της δημοσιογραφίας, καλοπροαίρετους ῾῾μαθητευόμενους μάγους᾽᾽ ή/και επαγγελματίες αλλοιωτές της αλήθειας;

Από τον παραλογισμό μιας Πολιτείας, η οποία επιβάλλει στους πολίτες, ῾῾για το καλό τους᾽᾽, πρωτόγνωρες πρακτικές αστυνόμευσης, καταστρατήγηση θεμελιωδών Αρχών του Συντάγματος, μονόχνωτη διαχείριση του προβλήματος, διαχείριση εξαρτώμενη από την απαράμιλλη βεβαιότητα ότι η πρακτική που ακολουθείται είναι μονόδρομος (ωσάν είτε να υπήρχε από καιρό έτοιμο το πλάνο δράσης, είτε ως ομολογώντας εμμέσως την απειρία που απολήγει σε ολοκληρωτικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας τύπου ῾῾πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι᾽᾽); Και όλα αυτά, με τη γνωστή πρακτική των μετα-κοινοβουλετικών αποφάσεων, των μετα-δημοκρατικών μεθόδων της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου και των σχετικών διαδικασιών εξπρές, όπως συμβαίνει πάντοτε κατά την τελευταία δεκαετία, όποτε ο λαός επείγει να ῾῾σωθεί από μεγάλο κακό᾽᾽;

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, βλέπει κανείς τον θεσμό της Εκκλησίας να αμφιταλαντεύεται, κατά τον μήνα Μάρτη τουλάχιστον, μεταξύ αυτοκατάργησης – με τη μη πραγματοποίηση της Θείας Λειτουργίας επί δύο εβδομάδες – ακύρωσης, δηλαδή, του λόγου ύπαρξης της Εκκλησίας, που δεν είναι άλλος από τον καθαγιασμό και την Αναφορά της κτίσεως στον Θεό διαμέσου του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Μια Εκκλησία να παλεύει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και να καταλήγει να ῾῾λειτουργεί᾽᾽ – ειρήσθω έτσι, καταχρηστικά, μιας και ελλείψει μετοχής και ῾῾έργου του λαού᾽᾽ η παραμυθία με μετανεωτερικές θεολογίες της παρούσας απουσίας του λαού από τα στασίδια του για λόγους αγαπητικής κενώσεως είναι ιδιαίτερα δημοφιλής σήμερα – ῾῾των θυρών κεκλεισμένων᾽᾽ δια τον φόβον του κορωνοϊού, όπως περίπου συνέβαινε κατά τον καιρό των διωγμών στους πρώτους αιώνες. Και ας αρέσκεται η πολιτική ορθότητα των ημερών στο να ξορκίζει τη λέξη διωγμός. Η έννοια ῾῾διωγμός᾽᾽ άλλωστε, είναι ζήτημα σημασιολογίας της ελληνικής γλώσσας, όχι πρόβλημα της ελληνικής κυβέρνησης, τώρα ειδικά που σύσσωμος ο πλανήτης την εγκωμιάζει.

Πάσχα, λοιπόν, Κυρίου Πάσχα, σε άδειους ναούς. Για πρώτη φορά στην ιστορία. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα κατασκευασμένη από τον παραλογισμό και την ανοησία που τυραννάει την ανθρωπότητα από καταβολής της. Ή, σωστότερα, από την στιγμή που ο άνθρωπος εξοβελίζει τον Θεό από την ζωή του και από τον κόσμο. Ένας άνθρωπος, ο οποίος μέσα στη ζάλη του νομίζει ότι, μαθηματικά και στατιστικά, έχει λιγότερες πιθανότητες να κολλήσει τον κορωνοϊό από μια από τις κατά μέσο όρο 5.000 συσκευασίες προϊόντων που εκτίθενται στα διάφορα καταστήματα κάλυψης διατροφικών αναγκών του ιδίου και των δεκάδων συνανθρώπων του που βρίσκονται ταυτόχρονα στο κατάστημα, απ᾽ ότι στην εκκλησία των λίγων εικονισμάτων και του ενός κεριού! 

Γι᾽ αυτό και ένα τέτοιο ανόητο κράτος αποφάσισε να στέλνει τους πολίτες στα σούπερ μάρκετ και τα όργανα της τάξης στους ναούς. Αλλά, βέβαια, όπως είπαν ορισμένοι, ο κορωνοϊός είναι ο αόρατος εχθρός, και άρα πολεμάμε κάθε τί αόρατο, αλλά το ορατό το αγκαλιάζουμε. Πανουργία του λόγου, όπως θα έλεγε κι ο Χέγκελ, μιας και όλοι γνωρίζουμε ότι η Εκκλησία επί δυό χιλιάδες χρόνια τώρα μόνον αόρατους εχθρούς πολεμά αλλά ποτέ ως τώρα δεν ιδιώτευσε. Σώμα, λοιπόν, μόνον, και όχι και ψυχή. Σάρκα λοιπόν, μόνον, και όχι και πνεύμα.

Είναι πολλά τα ερωτήματα. Και σίγουρα, θα αυξάνονται όσο όλοι μας, ιερατείο, άρχοντες και λαός θα συνειδητοποιούμε μέρα με τη μέρα τι συμβαίνει. Υπάρχει ωστόσο ένα ερώτημα, το οποίο είναι καίριο, επιτακτικό:

Είναι ή δεν είναι ο κόσμος τούτος η δημιουργία του Θεού, τότε, τώρα, διαρκώς και πάντοτε; Διότι, αν είναι, πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν η Ορθόδοξη Εκκλησία, και δη η ελληνική, η οποία, ειρήσθω, αποκλήθηκε προφητικά από τον ίδιο τον Χριστό – τουλάχιστον δυό φορές μες στην Μεγάλη Εβδομάδα, σύμφωνα με τη γραφή του Ματθαίου και του Ιωάννου – ως ο δέκτης της Βασιλείας του Θεού, η οποία και θα φέρει τους καρπούς Της, πώς είναι δυνατόν να έχει εκχωρήσει εαυτήν σε μια ακόμη εκδοχή της πτωτικής φύσεως και του πεπτωκότος κόσμου που καθρεφτίζει ο συγκεκριμένος κορωνοϊός; 

Πώς είναι δυνατόν η Εκκλησία να φέρεται ως άλλη μια φοβισμένη εγκόσμια Αρχή, παραιτούμενη του λόγου υπάρξεώς της; 

Εάν ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αληθεύει καλώντας τον άνθρωπο μεσίτη Θεού και κόσμου, πώς η σύγχρονη Ορθόδοξη Εκκλησία αντιλαμβάνεται πλέον αυτή τη μεσιτεία, αυτή τη μεσολάβηση, ιδίως όταν η κτίση κράζει, για άλλη μια φορά σήμερα, και επώδυνα κραυγάζει τις πληγές και τα βάσανά της; 

Πώς είναι δυνατόν να ακούμε από επίσημα χείλη το επιχείρημα ότι, ῾῾είναι μόνον για το φετινό Πάσχα᾽᾽ που οι Χριστιανοί θα παραμείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους; 

Είναι, άραγε, αυτό μια επιτυχημένη απόπειρα χαϊδέματος της ψυχής των πιστών, οι οποίοι και χρείαν έχουσιν του Ζώντος Ύδατος, και υποφέρουν από την παρανοϊκή αυτή μεταμοντέρνα κουλτούρα που διακρίνει μεταξύ ψυχής και σώματος;

Πριν από σαράντα περίπου χρόνια, σε ένα τοίχο στο ιερό κάποιου Μητροπολιτικού ναού στην Ελλάδα, υπήρχε μια κορνίζα με τις ακόλουθες τρεις φράσεις, σε κάθετη διάταξη:

῾῾Σαν να ήταν η πρώτη·

Σαν να ήταν η τελευταία·

Σαν να ήταν η μόνη.᾽᾽

Ο εφημέριος ιερέας του ναού, ένα απλό γεροντάκι από ένα χωριό της Πελοποννήσου, ο αείμνηστος π. Δημήτριος Θεοδωρόπουλος, είχε τότε εξηγήσει σε ένα μικρό παιδί που δεν μπορούσε να αντιληφθεί το νόημα αυτού του Δελφικού αινίγματος: ῾῾Παιδί μου, αυτό είναι για να θυμίζει στον Λειτουργό, σε εμένα, και στον καθένα, πώς πρέπει να προσεγγίζουμε, να τελούμε, να εορτάζουμε, και να μετέχουμε του Μυστηρίου των Μυστηρίων, της Θείας Λειτουργίας, της Ευχαριστίας.᾽᾽

Αν αυτό είναι το ήθος του Ορθόδοξου Λειτουργού· αν αυτή είναι η πίστη της Εκκλησίας· αν αυτός εδώ είναι ο κόσμος που ο Θεός δημιούργησε και δημιουργεί, ή μάλλον συνδημιουργεί με τον άνθρωπο· εάν η Βασιλεία του Θεού έχει ήδη αρχίσει, εδώ και τώρα, και δεν είναι κλειδωμένη στα ντουλάπια ενός φαντασιακού επέκεινα που γίνεται άλλοθι για μια παντοτινή αναβολή της κατάφασής μας στην θέωση – αυτήν που εορτάζουμε και ομολογούμε τώρα το Πάσχα και πάντοτε – ακόμη και του πλέον απομακρυσμένου όντος· 

Τότε πώς είναι δυνατόν να στεκόμαστε με τόση παθητικότητα, τέτοιο πνεύμα ηττοπάθειας και ενδοκοσμικού συμβιβασμού, ο οποίος προϋποθέτει κι επιβάλλει έκπτωση της Αλήθειας με την συνδρομή μιας σειράς καινοφανών, παντελώς ανύπαρκτων στην μακρά πατερική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεολογημάτων που επιχειρούν να δικαιολογήσουν τον τρόπο με τον οποίο μοιάζουμε να έχουμε παραδοθεί σε μια παγκόσμια παράλυση, προκληθείσα από ένα ιό δημιουργημένο, αμφισβητούμενης ή άγνωστης προέλευσης;

Πράγματι, θα υπάρξουν ίσως περισσότερα Πάσχα να εορτάσουμε σε αυτή τη ζωή. Και θα υπάρξουν ασφαλώς. Αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι δικαιολογία, ούτε καν λόγος, να αποστερούμε τον άνθρωπο από την μετοχή στη Ζωή, εδώ και τώρα. Η Εκκλησία και η εκκλησία δεν είναι το γραφείο μας, στο οποίο μπορούμε να πάμε ή να μην πάμε, αναλόγως των περιστάσεων. Από τη στιγμή που έχουμε προσχωρήσει σε μια τέτοια αντίληψη, η οποία απολήγει – έστω και ως καταφυγή σε απέλπιδους καιρούς – σε μια πρακτική που ψευδώς φαντάζει ως μονόδρομος, έχουμε υποτάξει την Εκκλησία στον κόσμο· έχουμε εκκοσμικεύσει την Εκκλησία. Έχουμε αποστερήσει τους εαυτούς μας ενός δώρου με το οποίο μόνον λογικά πρόβατα έχουν προικισθεί, και έχουμε υποβαθμίσει την Εκκλησία, εκούσια και μοιραία, από αυλή λογικών προβάτων σε περιθωριακό χώρο – προσωρινά κλειστόν – μεταφυσικής ψευδο-ανάτασης για φοβισμένα πλήθη.

Η Εκκλησία είναι Ζωή. Είναι η ζωή μας. Αυτό δεν είναι σύνθημα ενός αναρχικού, ούτε ενός χίπι, μολονότι αμφότεροι χωρούν στην Εκκλησία. Αυτό είναι η πραγματικότητα, τόσο σκληρή ορισμένες φορές που, απομακρύνοντας κανείς τον άνθρωπο από τον αναπνευστήρα της Εκκλησίας, του προκαλεί μια δύσπνοια και μια ζάλη ασύγκριτα πιο σοβαρή απ᾽ αυτή που ο οποιοσδήποτε κορωνοϊός μπορεί να προκαλέσει· μια ασφυξία που καταλήγει σε θάνατο πρωτόγνωρο.

Εάν πράγματι ακούμε Εκείνον ο οποίος ήλθε, Σταυρώθηκε και Αναστήθηκε, και εφόσον αληθινά πιστεύουμε ότι ήλθε ῾῾ἴνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσόν ἔχωσι᾽᾽ (Ιω. 10, 10)· εάν αληθινά αγαπούμε αυτόν τον κόσμο, τον Κόσμο Του, τότε δεν μπορούμε, να αποστερούμε τον κόσμο από την Θεία Λειτουργία. Εξάλλου, η Ορθοδοξία, όπως προφητικά είχε δει ο Ηράκλειτος (Αποσπάσματα 50 και 53), παραμένει Ορθόδοξη μόνον δημοσίᾳ· όχι όταν κωφεύει χάριν των μικρών και μπρος στα μεγάλα ιδιωτεύει. 

Χριστός Ανέστη!

* Το παρόν αποτελεί τμήμα κειμένου που θα δημοσιευθεί στα αγγλικά από το Public Orthodoxy, ιστοσελίδα του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Fordham της Νέας Υόρκης, USA.

Κομματικὴ ἰδιοτέλεια τοῦ καθ᾽ ἕκαστον καὶ πολιτικὴ ἀνιδιοτέλεια τοῦ καθ᾽ ὅλου

* Τὸ παρακάτω κείμενο γράφηκε ἐδῶ, στὸ Ὄσλο, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2015, μὲ ἀφορμὴ τὴν πολιτικὴ κατάσταση πραγμάτων στὴν Ἑλλάδα, μὲ τὸν ἀρχικὸ τίτλο: ̔Ἐν ὅψει τῆς 25ης Γενάρη 2015 ̓. Ξανακοιτάζοντάς το ὅμως σήμερα, διαπιστώνω ὅτι δυστυχῶς, παραμένει ἐπίκαιρο. Τὸ μόνο ποὺ ἔχει ἐπισυμβεῖ εἶναι ἡ ἐπὶ τὰ χείρω ἐξέλιξη πολλῶν πολιτικῶν πραγμάτων ἐν Ἑλλάδι τοῦ 2019 – πράγματα ποὺ ὅταν κανεὶς τὰ ἐπισημαίνει ταυτοποιείται αὐτομάτως τουλάχιστον ὡς πάσχων τὴν ἔλλειψη διεθνιστικοῦ ἀλτρουισμοῦ – καὶ ἡ συνήθης κυκλικὴ ἀντιστροφὴ ρόλων, ποὺ ὁ ἀναγνώστης ἀμέσως θὰ ἀντιληφθεὶ. Ἑπομένως, τὸ τηρῶ αὐτούσιο παρὰ τὸ φαινομενικῶς ἄκαιρον ὁρισμένων σημείων του⋅ ἄλλωστε, γνωρίζουμε καλὰ ἤδη ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Θουκυδίδη ὅτι στὸ διάβα τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας εἶναι πάγιες οἱ κρίσιμες στιγμὲς στὶς ὁποῖες ὁ λαὸς καλεῖται ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ ἀποδεικνύει τὸ βαθμὸ ἐπαγρύπνισής του.

Ἀφουγκραζόμενος τὸν Γολγοθᾶ τὸν ὁποῖο ἀνέρχεται ἡ πλειοψηφία τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ζώντας ἀπὸ ἀπόσταση τὴν ἀγωνία ἐκατομμυρίων ἀνθρώπων ποὺ δίνουν καθημερινὰ μάχες ἀγωνιζόμενοι γιὰ τὰ στοιχειώδη σὲ ἕνα σχεδὸν ἐν συνόλῳ καταρρακωμένο κράτος (παρὰ τοὺς πασιφανῶς οὐτοπικοὺς περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἰσχυρισμοὺς τῆς παραπαίουσας, γιὰ μία ἀκόμη φορά, δυστυχῶς, πολιτικῆς ἠγεσίας), αἰσθάνεσαι τὰ χιλιάδες χιλιόμετρα ἀπόστασης ποὺ σὲ χωρίζουν ἀπὸ τὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου ἐξ αἴφνης νὰ μηδενίζονται. Ἐλλείψει ἄλλων δυνάμεων συνδρομῆς πρὸς τοὺς ἀναξιοπαθοῦντες ἀναζητᾶς τρόπους ἔμμεσης στήριξης. Αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση σὲ ὁδηγεῖ νὰ συλλογισθεῖς ζητήματα ποὺ νιώθεις ὅτι πρέπει -ἂν ὄχι νὰ ἀπαντηθοῦν- τουλάχιστον νὰ τεθοῦν ἀπὸ κάθε πολίτη, ὁ οποῖος γιὰ μία ἀκόμη φορὰ θὰ ἐπιδιώξει τὴν προσεχὴ Κυριακὴ νὰ ἐνσαρκώσει μὲ τὴν ψῆφο του μια ελπίδα σωτηρίας.

Ἡ κρισιμότητα τῶν περιστάσεων καὶ ἡ τραγικότητα τῆς φάσης αὐτῆς τῆς ἱστορίας ποὺ διανύουμε προκαλοῦν τὴν διατύπωση ἑνὸς ἀσυνήθους, καίριου, ὡστόσο, ἐρωτήματος: γιὰ ποιὸ λόγο οἱ Ἕλληνες πολίτες δὲν λαμβάνουν σοβαρὰ ὑπ’ ὄψιν τὴν ξεκάθαρη θέση τοῦ Ἰσραηλίτη ἄρχοντα καὶ βασιλέως τῆς ἀρχαιότητας Δαυίδ, ὁ οποῖος προτρέπει καὶ παροτρύνει: ῾μὴν πιστεύετε σὲ ἄρχοντες, σὲ παιδιὰ ἀνθρώπων⋅ είναι αδύνατον αὐτοὶ νὰ σᾶς προσφέρουν σωτηρία᾽ (Ψαλμός 145, 3: ‘Μὴ πεποίθατε ἐπ ̓ ἄρχοντας ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία’); Φαίνεται ὅτι ἡ προτροπὴ αὐτὴ τοῦ Δαυίδ φέρει ἕνα καίριο πολιτικὸ περιεχόμενο, ἀπολύτως χρήσιμο καὶ συνάμα ̔φωτογραφικά ̓ ταιριαστὸ στοὺς Ἕλληνες.

Ὁ λόγος;

Διαθέτουμε ὡς λαὸς μία μοναδική, πανίσχυρη ἰκανότητα –τόσο ἰσχυρὴ ποὺ ὅταν δὲν τὴν ἐλέγχουμε μᾶς ὁδηγεῖ μαθηματικὰ στὸν ἀφανισμό- νὰ προσκολλώμαστε σχεδὸν ψυχοπαθολογικὰ στοὺς ἡγέτες μας. Αὐτὴ ἡ προσκόλληση εὐθύνεται κατὰ κύριο λόγο γιὰ δύο τινά. Ἀφ ̓ ἑνός, γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐξακολουθοῦμε νὰ λατρεύουμε τὰ πολιτικὰ πρόσωπα –ἡ ἀνάλυση αὐτὴ ὑπερβαίνει κάθε συγκεκριμένο πολιτικὸ χῶρο- μολονότι ἡ ἱστορία ἤδη καταγράφει ἐγκληματικὲς εὐθύνες εἰς βάρος ὅλων ὅσοι ἔχουν προδώσει ἐπανειλημμένα ὡς τώρα –καὶ συνεχίζουν νὰ τὸ πράττουν- τὶς ὑγιεῖς προσδοκίες τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνῶ ἔχουν ἀναδείξει μὲ τὴν πολιτικὴ πράξη -καὶ ἐνίοτε φαυλότητά- τους τὶς χειρότερες ἀδυναμίες του. Ἀφ ̓ ἑτέρου, γιὰ τὸ ὅτι εἴμαστε συχνὰ ἀνίκανοι νὰ ἀπομονώσουμε ὅποιον ἡ συνείδησή μας μᾶς καταμαρτυρᾶ ὅτι βλάπτει τὸν τόπο. Ἐδῶ ὁ ̔τόπος ̓ θὰ πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ̔χώρου ̓. Εἶναι καίριο νὰ μὴν βλάπτεται ὁ τόπος, καθὼς ἔχει μεγίστη σημασία ὡς χῶρος, ὅπως ἔχει πολλαπλὰ ἐπισημάνει καὶ ὁ Παναγιώτης Κονδύλης, παρὰ τὶς ἐσφαλμένες δημόσιες ἐκτιμήσεις ἑνὸς πρώην Πρωθυπουργοῦ ἀλλὰ καὶ ἑνὸς ἄλλου ἀρχηγοῦ νεοσύστατου κόμματος, οἱ ὁποῖοι προκρίνουν μίαν ἀκαθόριστη ἔννοια ̔εὐημερίας τοῦ λαοῦ ̓ ἀκόμη καὶ εἰς βάρος τῆς γῆς του, χωρὶς νὰ φαίνεται νὰ ἀντιλαμβάνονται τὸν ἐγκληματικὸ κίνδυνο αὐτοῦ τοῦ στοιχειώδους λογικοῦ σφάλματος.

Ἡ τυφλὴ προσκόλληση σὲ ἀνθρώπους στοὺς ὁποίους ἡ ἀνάθεση τῆς μοίρας τοῦ τόπου γίνεται μὲ κύριο κριτήριο τὸν ἐνθουσιασμό, τὴν συναισθηματικὴ ἔξαρση καὶ τὴ συνακόλουθη ψυχολογικὴ ἐξάρτηση τοῦ ψηφοφόρου ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ ῾ἡγέτη᾽, ἀπορρέουν ἀπὸ μία θεμιτή, ἀνιδιοτελῆ κατ ̓ ἀρχήν, συμπάθεια, εὐπιστία καὶ τυφλὴ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸ (πολιτικό) πρόσωπο, στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι χαρακτηριστικὰ τῆς ἀρετῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν γένει. Αὐτὴ ἡ ἀρετὴ ὅμως συχνὰ μετατρέπεται σὲ ἰδιοτελῆ προσκόλληση ἡ ὁποία συνεπάγεται τὴν ἐν τέλει τύφλωση τοῦ πολίτη, ὁ ὁποῖος τότε πλέον εὐθύνεται γιὰ τὸ παράδοξο τῶν ἡμερῶν νὰ διεκδικοῦν ἐκ νέου τὴν ψῆφο τῶν Ἑλλήνων πολιτικὰ ὄντα τὰ ὁποῖα ἔχουν ὁδηγήσει τὸν λαὸ σὲ βιωμένη καταστροφή.

Ἕνα δεύτερο ζήτημα ποὺ τίθεται σὲ συνάρτηση μὲ τὰ προηγούμενα εἶναι: ἔχουμε, ἄραγε, οἱ Ἕλληνες συνείδηση τοῦ διακυβεύματος τὸ ὁποῖο ἡ πολιτικὴ πράξη καὶ ἐν προκειμένῳ τὸ συνταγματικὸ δικαίωμα τῆς 25ης Ἰανουαρίου καλεῖται νὰ διαχειριστεῖ; Ἔχουμε ἰδία γνώση, ἐπίγνωση τοῦ διακυβεύματος, ἤ ἀποκοιμόμαστε στὴ ναρκωτικὴ μαγεία τοῦ πλεονάζοντος πολιτικοῦ ψεύδους; Ἑνὸς ψεύδους ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ σχετικοποιήσει τὸ διακύβευμα ἀλλοιώνοντάς το καὶ προσαρμόζοντάς το στα μέτρα καὶ σταθμὰ τῆς ἑκάστοτε πολιτικῆς ἰσχύος τῶν κομμάτων;

Ὁ βασιλέας καὶ προφήτης Δαυίδ φαίνεται νὰ ἔχει σαφῆ γνώση καὶ συνείδηση τοῦ πολιτικοῦ παιγνίου, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι παράδοξα εὐθύς, ὅταν αὐτός, ἕνας πανίσχυρος ἄρχοντας ὁ ἴδιος, προειδοποιεῖ τὸν λαό του ὅτι μὲ τοὺς ἄρχοντες δὲν ὑπάρχει σωτηρία.

Γιατί;

Διότι σωτηρία σημαίνει ἀκεραιότητα. Ἡ ἀκεραιότητα ὅμως σημαίνει ἑνότητα, ἡ ὁποία πάντως προϋποθέτει τὸ ὅλον. Τὸ ὅλον, ὅμως, de facto δὲν μπορεῖ νὰ ὑπηρετεῖται ἀπὸ κομματικοὺς σχηματισμούς. Διότι αὐτοί ἀποδέχονται ἐκ τῶν πραγμάτων μόνον θεωρητικὰ τὸ ῾῾ἡ ἰσχὺς ἐν τῇ ἑνώσει᾽᾽, καθὼς στὴν πολιτικὴ πράξη τους υἱοθετοῦν τὸ ῾῾ἡ ἰσχὺς ἐν τῇ πολώσει᾽᾽, ὑπηρετώντας ἔτσι τὸ ῾῾διαίρει καὶ βασίλευε᾽᾽ πρὸς ὤφελος τῶν ξένων ἰσχυρῶν παικτῶν (συμμάχων). Ἔτσι, ὅμως, προφανῶς, δὲν ὑπάρχει σωτηρία.

Σκεπτόμενος κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο, μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀξιολογήσει καὶ νὰ ἐκτιμήσει τὶς προθέσεις καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντας ὑπάρξει ποτὲ ὡς τῶρα σὲ κυβερνητικὲς θέσεις, ἤ, ἔστω, σὲ κόμματα ἐξουσίας, ἐπιζητοῦν ἤδη τὴν ψῆφο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπιστρατεύοντας τὴν ὑπόσχεση γιὰ ῾῾κυβέρνηση ὅλου τοῦ λαοῦ᾽᾽, ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Αὐτὸ εἶναι εὐχῆς ἔργο, βεβαίως. Φαίνεται, ὅμως, εἶτε οἱ τοιοῦτοι νὰ ἐθελοτυφλοῦν εἶτε νὰ ἀγνοοῦν καὶ αὐτοὶ ὅτι κυβέρνηση τοῦ ὅλου καὶ κόμμα -ἔστω καὶ ἐκ πολλῶν συνιστωσῶν συνιστάμενο- δὲν μποροῦν νὰ συνυπάρξουν. Ἡ αὐτοδυναμία ὅταν ἐπιδιώκεται εἰς βάρος ἄλλων, μολονότι θεωρεῖται ἐπιτυχία αὐτοῦ ποὺ τὴν ἐξασφαλίζει, συνιστᾶ ἀδυναμία καὶ ἀποτυχία γιὰ τὸ ὅλον. Ἡ πολιτικὴ ρητορεία, ἄλλωστε, τοῦ δικομματισμοῦ τὸ ἀπέδειξε αὐτὸ περίτρανα ἐπὶ δεκαετίες, ἀφοῦ στὸ ἰδεολογικό της ῾῾ὅλον᾽᾽ δὲν χώρεσε τὸ ὀντολογικὸ ῾῾καθ’ ἕκαστον᾽᾽, μὲ συνέπεια, τὰ ἰδεολογήματα ΠΑΣΟΚ καὶ ΝΔ, ἀριστερᾶς–δεξιᾶς, διεθνισμοῦ- ἐθνικισμοῦ, προόδου–συντηρητισμοῦ, σοσιαλισμοῦ-φιλελευθερισμοῦ, νὰ ἔχουν πλέον ὁδηγήσει τὸν λαὸ στὴν ταπείνωση, τὸν ἐξευτελισμὸ καὶ τὴν ἐξαθλίωση.

Ἴσως εἶναι πιὰ καιρός, μὲ τὴν συμπλήρωση 190 χρόνων κομματικοῦ πολιτικοῦ βίου στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο καὶ 40 χρόνων μεταπολίτευσης, νὰ συνειδητοποιήσουμε καὶ νὰ ἀναλογιστοῦμε ἔμπρακτα ὅτι, αὐτὸς ὁ λαὸς ἀξίζει σωτηρίας, ἀξίζει ἑνότητας καὶ, ἄρα, ἔχουμε χρέος ὡς ῾῾καθ᾽ ἕκαστον᾽᾽ νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὸ ῾῾καθ’ ὅλου᾽᾽.

Ἀξίζει, ὡς πολίτες φέροντες ψῆφο νὰ ὑπηρετήσουμε παντί τρόπῳ τὴν πάσης φύσεως ἀκεραιότητα αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ἀντιμετωπίζοντας δανειστὲς καὶ πάσης φύσεως σωτῆρες μὲ μία πυγμὴ, παύοντας νὰ ἀναθέτουμε παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον σὲ ὁλίγιστους, ὁλιγάρχες καὶ ὁλιγαρχομένους, σὲ ἀνθρώπους τῶν ὁποίων οἱ ἰδεολογικὲς ἀγκυλώσεις καὶ στρεβλώσεις, ὁ πολιτικὸς ἀμοραλισμός, ἡ ἔλλειψη ἠθικῆς ἀκεραιότητας καὶ σοφίας δὲν τοὺς ἐπιτρέπουν νὰ δοῦν τὸ ὅλον στὸ κάθε ἐπιμέρους, μὲ συνέπεια νὰ εἶναι ἀδιάφοροι καὶ ἀνίκανοι γιὰ τὴ σωτηρία τῶν μὴ ταυτιζομένων μὲ τὴν δική τους ἑτερότητα.

Ἀς ἐπιβάλουμε, ἐπιτέλους, στὸ βαθμὸ ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ψῆφο μας, τὸ τέλος τῆς κομματοκρατίας καὶ τοῦ κατακερματισμοῦ, κραυγάζοντας στοὺς ἐκπροσώπους μας στὸ Ἑλληνικὸ Κοινοβούλιο ὅτι ὀφείλουν στὸν ἑλληνικὸ λαό, αὐτοὺς ποὺ εἶναι τῶρα ἐδῶ, ὅσους ἔφυγαν καὶ ἐκείνους ποὺ εἶναι νά ̓ρθουν, τὸ χρέος τῆς ἑνότητας.