Κάλλιο να πείσεις την Ουάσιγκτον να δεχθεί τα ΕΧΥ σου στα 12 ν.μ. στο Αιγαίο, παρά να κινδυνεύουν τα κυριαρχικά δικαιώματά σου από την Άγκυρα…

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έρχεται στην Ελλάδα * στον απόηχο του θορύβου που προκλήθηκε με αφορμή τα δημοσιευθέντα από την WSJ για το πώς η Αμερικανίδα Πρέσβης στην Αθήνα Γκίλφοϊλ εκλαμβάνει τον ρόλο της έναντι της ελληνικής κυβέρνησης και του ελλαδικού πολιτικού συστήματος.

Επιπλέον, η επίσκεψη αυτή πραγματοποιείται με δεδομένη τη διαβεβαίωση της Αθήνας ότι, μολονότι έχει ήδη φορτωθεί ο κρατικός προϋπολογισμός με αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια εξοπλισμών από τη Γαλλία και το Ισραήλ, νέες γενναιόδωρες εγκρίσεις της ελληνικής κυβέρνησης για αμερικανικά συστήματα είναι ante portas.

Σαφώς η ατζέντα έχει πολλά θέματα συμπεριλαμβανομένης της στρατηγικής συμμαχίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, την Ανατολική Μεσόγειο, τον Κάθετο Άξονα, τα ενεργειακά του ελλαδικού χώρου και την εμπλοκή αμερικανικών εταιρειών, το Κυπριακό, αλλά και το Αιγαίο, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε από την Ουάσιγκτον ο Μιχάλης Ιγνατίου.

Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Προφανώς, αντιλαμβάνεται κανείς ότι μιλώντας περί Αιγαίου, ο Πρωθυπουργός, και ο Έλληνας ομόλογος του κ. Ρούμπιο, θα θέσoυν στον Αμερικανό ΥΠΕΞ το ζήτημα των σταθερών τουρκικών επιδιώξεων και απειλών εις βάρος της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της πατρίδος μας.

Και προφανώς, όποιος παρακολουθεί στενά τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις αντιλαμβάνεται ότι είναι δεδομένη η στήριξη που θα παράσχει ο Αμερικανός ΥΠΕΞ στη Ελλάδα και την Κύπρο μας. Υπάρχει όμως, ένα κρίσιμο ερώτημα που αφορά όχι την αμερικανική πλευρά, αλλά την Ελλάδα, την κυβέρνησή της, και κυρίως τους εμπλεκομένους, ορατούς και αοράτους, στην εξωτερική πολιτική της:

  • Έχουν άραγε αποφασίσει, ο κ. Μητσοτάκης, ο κ. Γεραπετρίτης, η κ. Παπαδοπούλου, ο κ. Δένδιας, να θέσουν στις ΗΠΑ και τον κ. Ρούμπιο, το ένα και μοναδικό ζήτημα που ως άλλο ξίφος του Μεγαλέξανδρου λύνει τον γόρδιο δεσμό στα Ελληνοτουρκικά; 
  • Αυτό που δεν είναι άλλο από την επέκταση των ελληνικών εθνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 ναυτικά μίλια (ή μέχρι τη μέση γραμμή, όπου αυτή αποτελεί το ανώτατο όριο);

Διότι, ας μη γελιόμαστε:

Το κατ᾽εξοχήν ζήτημα στα Ελληνοτουρκικά δεν είναι ούτε το casus belli της Τουρκίας, ούτε το φληνάφημα περί δήθεν κλεισίματος του Αιγαίου και μετατροπής του σε Blue Lagoon με τα 12 νμ ελληνικών ΕΧΥ, που διαδίδεται από χείλη ειδικών νομικών οι οποίοι επικαλούνται προς τούτο την UNCLOS, μολονότι η UNCLOS ακριβώς διασφαλίζει πώς με πλήρη επέκταση δεν προσκόπτεται η διεθνής ναυτιλία!

Ούτε καν είναι πρόβλημα αυτό που είχε ομολογήσει παλαιότερα ο πρώην Αρχηγός της ΕΥΠ, κι επικεφαλής των Διερευνητικών Επαφών Ελλάδας – Τουρκίας, Πρέσβης Παύλος Αποστολίδης, σε συνέντευξή του στην Καθημερινή (5 Νοεμβρίου 2024), ότι αν επεκτείνουμε τα ΕΧΥ μας στο Αιγαίο δεν θα έχουμε τί να διαπραγματευόμαστε με την Τουρκία.

Θέση την οποία επανέλαβε προχθές, (Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026) ο Χρήστος Ροζάκης με άρθρο του στα ΝΕΑ, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ παραδέχθηκε ότι η πλήρης επέκταση των ελληνικών ΕΧΥ θα έλυνε για μεγάλο τμήμα του Αιγαίου το ζήτημα οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας.

Το πρόβλημα είναι ότι η Αθήνα δεν θέλει ως τώρα να συμπεριφερθεί διεθνώς, και δη απέναντι στον ισχυρότερο στρατηγικό της σύμμαχο, τις ΗΠΑ, με το ανάστημα που πρέπει και αρμόζει στην Ελλάδα. Γι᾽ αυτό και ανέχεται την Αμερικανίδα Πρέσβη να εκφέρει απειλές που παραπέμπουν σε ιστορίες από το Σικάγο και τη Νέα Υόρκη των αρχών του 20ού αιώνα.

Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει επιτέλους να αντιληφθεί τον ευρύτερο αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό στην περιοχή και να επιδιώξει τα μέγιστα ανταλλάγματα. Δεν δικαιολογείται πλέον να στερείται εθνικού πολιτικού ρεαλισμού σε αυτή τη συγκυρία όπου μας ζητούνται μέγιστες υπηρεσίες, τις οποίες φυσικά και παρέχουμε.

  • Δεν νοείται «στρατηγικός σύμμαχος» τέτοιου σπουδαίου εκτοπίσματος, όπως τόσο οι ΗΠΑ ήδη από την εποχή του κ. Πάιατ όσο και η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνομολογούν και διατυμπανίζουν για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, ο οποίος να μην τολμά να αξιώσει από τον σύμμαχό του στήριξη σε ενέργειες σύννομες με το Διεθνές Δίκαιο, που αυξάνουν την ισχύ του ιδίου του συμμάχου του! 
  • Τί είδους Στρατηγικός Ελληνοαμερικανικός Διάλογος και τί είδους στρατηγική συμμαχία είναι αυτή, αν οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν έμπρακτα την μέγιστη ενίσχυση και ισχύ της εθνικής εδαφικής κυριαρχίας της Ελλάδος;

Η Αθήνα, επομένως, έχει χρέος να δώσει στην αμερικανική πλευρά και στον εκπρόσωπό της ΥΠΕΞ Ρούμπιο τη δυνατότητα να εκφράσει τη βούληση και τη στήριξή της στην επέκταση των ελληνικών Εθνικών Χωρικών Υδάτων στο Αιγαίο.

Όχι την μερική, κουτσουρεμένη, κι επικίνδυνα τμηματική, όπως κάποιοι επιθυμούν, νοτίως της Κρήτης απλώς, κατά μίμηση των λιλιπούτειων Θαλάσσιων Πάρκων στο κεντρικό Αιγαίο, ή του μοντέλου υποχωρητικότητας στην Κάσο. Αλλά την πλήρη, σύμφωνη προς τις επιταγές και προβλέψεις της UNCLOS επέκταση στα 12 νμ (ή το μέγιστο της μέσης γραμμής).

Καλά τα Ραφάλ, οι Μπελαρά, τα F-35, ο Θόλος του Αχιλλέα, και τα δισεκατομμύρια που καταβάλλουμε στους στρατηγικούς εταίρους μας με την προσδοκία διεθνούς προστασίας. Αλλά είναι καλύτερα να ενημερώσεις την Ουάσιγκτον για την επέκταση της εθνικής κυριαρχίας σου, παρά να αναγκαστείς να την εκχωρήσεις στην Άγκυρα.

Διότι όσο αφήνουμε Κερκόπορτες στο Αιγαίο ανοιχτές τόσο ρισκάρουμε εθνικές καταστροφές. Και η Κύπρος δεν κείται μακράν, ούτε χωρικά, ούτε χρονικά…

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε λίγο πριν την άφιξη του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών στην Αθήνα, την Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026, στην Hellas Journal:

Τί δείχνει το Dokos Gate για την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική – ΝΑΤΟ και Διεθνείς Εξελίξεις

Ο ερευνητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Όσλο φιλοξενήθηκε στο Ελληνικό Βαλκανικό Ραδιόφωνο, όπου σχολίασε τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από την υπόθεση DOKOS Gate, αναλύοντας τις πολιτικές και διπλωματικές προεκτάσεις της.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ που πραγματοποιείται στην Άγκυρα, εστιάζοντας στις αποφάσεις που λαμβάνονται για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η συμμαχία στο διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.

Ακούστε όσα αναφέρθηκαν εδώ:

https://youtu.be/3P1m28HeV3M?is=qedFrhmIapSIzrKQ

Πηγή:

Υπόθεση Ντόκου: Τί κοινό έχουν ο διάβολος, οι μυστικές υπηρεσίες και οι κατευναστές των Αθηνών!

Συνέντευξη στον Πάρη Καρβουνόπουλο, και το κανάλι του Militaire.gr. Η συνέντευξη γυρίστηκε τη Δευτέρα 7 Ιουλίου 2026, και προβλήθηκε την Τρίτη 8/7/2026.

«Ο κ. Ντόκος εκτέθηκε και εξέθεσε τη χώρα…Είναι άθλιοι και η όποια προσπάθεια γίνεται για υποβάθμιση του θέματος το αποδεικνύει».

Ο Παναγιώτης Παύλος, Ερευνητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Όσλο και αρθρογράφος, ήταν από τους πρώτους που εντόπισαν την απίστευτη συνομιλία που είχε ο Σύμβουλος Ασφαλείας του κ. Μητσοτάκη, Θάνος Ντόκος με Ρώσους φαρσέρ.

«Ο διάβολος, οι μυστικές υπηρεσίες και οι κατευναστές των Αθηνών, προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχουν», λέει ο κ. Παύλος.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση επιδεικνύει επικίνδυνη επιπολαιότητα και ερασιτεχνισμό σε πολύ κρίσιμα ζητήματα. Πέντε νεκροί στη Λιβύη, σε μια αποστολή θανάτου για την οποία όπως αποδείχτηκε δεν είχε γίνει κανένας σοβαρός σχεδιασμός. Μια ολόκληρη στρατιωτική βάση με πολύτιμα και πανάκριβα οπλικά συστήματα χάθηκε στο Στεφανοβίκειο. Για καμία απ’ αυτές τις υποθέσεις ουδείς λογοδότησε! Και τώρα έχουμε την υπόθεση του κ. Ντόκου.

«Θα πρέπει να καταλάβουν ότι η Ελλάδα είναι κράτος κι όχι μονοπρόσωπη εταιρεία», επισημαίνει ο κ. Παύλος».

Παρακολουθήστε τη συνέντευξη εδώ:

https://youtu.be/97kcx2qzKDc?is=vL-Ra1WRtfXH_8sD

Πηγή:

https://www.militaire.gr/ypothesi-ntokoy-einai-athlioi-kai-epikidynoi-panagiotis-paylos/

Από τον ελληνοτουρκικό διάλογο στους χάρτες του Νταβούτογλου: Τι ακριβώς συζητούσαν οι Διερευνητικές Επαφές;

Επί δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις, και δη το διακομματικό και διακυβερνητικό μπλοκ του κατευνασμού και του φοβικού μινιμαλισμού, παρουσίαζαν τις Διερευνητικές ως ένα τεχνικό μηχανισμό επικοινωνίας

Ανήμερα της δημοσίευσης όσων είπε ο Αχμέτ Νταβούτογλου σε συνέντευξή του στην Καθημερινή της Κυριακής (14 Ιουνίου 2026), επεσήμανα την ανάγκη να καταστεί σαφές στην ελληνική κοινή γνώμη τί απαιτεί και επιδιώκει η Τουρκία από την Ελλάδα, σύμφωνα με τον Νταβούτογλου, και πώς η «Γαλάζια Πατρίδα» έχει μεθοδευθεί ως η επί του πεδίου νεοθωμανική αναθεωρητική αξίωση εις βάρος του ελλαδικού και Κυπριακού Ελληνισμού.

Οι Διερευνητικές Επαφές και η επίσημη αφήγηση της «τεχνικής διαδικασίας»

Ωστόσο, δύο ημέρες αργότερα, στην εκπομπή του Γιώργου Σαχίνη, τόνισα ότι το πλέον αποκαλυπτικό σημείο όσων είπε ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας δεν αφορά ούτε τη «Γαλάζια Πατρίδα», ούτε το ζήτημα της επέκτασης των ελληνικών ΕΧΥ και το τουρκικό casus belli, ούτε καν την περιβόητη φράση του για «το κοινό Αιγαίο». Αφορά κατ᾽ εξοχήν τις Διερευνητικές Επαφές. Δηλαδή, το ερώτημα: «Τί ακριβώς συζητούν οι ελληνικές κυβερνήσεις με την Τουρκία επί 25 χρόνια;». Και εξηγούμαι.

Επί δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις, και δη το διακομματικό και διακυβερνητικό μπλοκ του κατευνασμού και του φοβικού μινιμαλισμού, παρουσίαζαν τις Διερευνητικές ως ένα τεχνικό μηχανισμό επικοινωνίας. Μια διαδικασία, δηλαδή, χαμηλής πολιτικής έντασης, που λειτουργούσε ως απαραίτητος δίαυλος ελληνοτουρκικού διαλόγου δίχως όμως να παράγει δεσμεύσεις και να προδικάζει αποτελέσματα, πολλώ δε μάλλον δίχως να διαμορφώνει τετελεσμένα. Τουλάχιστον, αυτό έλεγαν.

Ωστόσο, οι αναρίθμητες δηλώσεις θεσμικών και μη θιασωτών των Διερευνητικών Επαφών, πολιτικών και τεχνοκρατών, αιρετών και εξωκοινοβουλευτικών, και λοιπών προσώπων με ενεργό ανάμιξη σε αυτές, καθώς και διαφόρων θεωρητικών, αναλυτών, δημοσιογράφων, και λοιπών εκπροσώπων του λόμπι του κατευνασμού, μαρτυρούν μια διαφορετική πραγματικότητα που τόσο ο γράφων όσο και πολλοί άλλοι έχουν συστηματικά επισημάνει.

Δεν σκοπεύω επί του παρόντος να απαριθμήσω όλα όσα ελπίζω κάποτε να συγκεντρωθούν σε επίκαιρη έκδοση με τίτλο: «Το Αλφαβητάρι του Κατευνασμού στα Ελληνοτουρκικά: Απάνθισμα μειοδοτικών θέσεων στον ελληνικό δημόσιο λόγο κατά τον 21ο αιώνα». Εν προκειμένω αυτό που με απασχολεί είναι η τελείως «διαφορετική πραγματικότητα» που έρχεται να αποκαλύψει με τις διατυπώσεις του στην Καθημερινή ο πρώην Πρωθυπουργός και πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας.

Οι τέσσερις λέξεις του Νταβούτογλου που αλλάζουν το ερώτημα

Ο Νταβούτογλου δεν μίλησε για γενικές συζητήσεις μεταξύ των δύο χωρών, ούτε για απλή ανταλλαγή απόψεων, ή θεωρητικές προσεγγίσεις και διερευνήσεις. Προέβη σε δημόσια παραδοχή τεσσάρων παραμέτρων που εξ όσων είμαι σε θέση να θυμάμαι επιβεβαιώνονται για πρώτη φορά τόσο ρητά και κατηγορηματικά από την τουρκική πλευρά.

Οι λέξεις-κλειδιά του Νταβούτογλου, «ιδιωτικές συνομιλίες», «χάρτες», «δικαιώματα προσδιορισμένα μεταξύ των δύο πλευρών», και «σημαντική πρόοδος», είναι εξαιρετικά βαριές διατυπώσεις που αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς προέρχονται όχι από κάποιο δημοσιογράφο ή αναλυτή, αλλά από έναν άνθρωπο που συν τοις άλλοις υπήρξε κεντρικός διαμορφωτής της τουρκικής στρατηγικής στον 21ο αιώνα.

Οι χάρτες δεν είναι ουδέτερα τεχνικά εργαλεία

Προτού προχωρήσω, ας μου επιτραπεί να επισημάνω κάτι περί χαρτών. Οι χάρτες δεν είναι ουδέτερα τεχνικά εργαλεία. Στα Ελληνοτουρκικά, κάθε χάρτης ενσωματώνει πολιτικές παραδοχές. Η κάθε γραμμή που χαράσσεται πάνω σε ένα χάρτη προϋποθέτει μια ορισμένη αντίληψη περί κυριαρχίας, δικαιοδοσίας, και κατανομής δικαιωμάτων, η οποία και αντικατοπτρίζεται στην εκάστοτε τέτοια χάραξη. Επομένως, ας έχουμε υπόψη ότι ο Νταβούτογλου δεν μιλά για θεωρητικές συζητήσεις, αλλά για συγκεκριμένες αποτυπώσεις.

Το βασικό ερώτημα: τι ακριβώς συζητούσαν οι Διερευνητικές;

Από κει και πέρα, σαφώς, οι δηλώσεις ενός Τούρκου πολιτικού δεν συνιστούν αδιαμφισβήτητη περιγραφή της πραγματικότητας, ιδίως όταν γνωρίζουμε τους συνήθεις μηχανισμούς της τουρκικής προπαγάνδας. Αυτό όμως δεν αρκεί για να παρακαμφθούν τα ακόλουθα κρίσιμα ερωτήματα:

Τί ακριβώς εννοεί ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας; Σε ποιούς χάρτες αναφέρεται; Ποιά δικαιώματα θεωρεί ότι «προσδιορίστηκαν»; Ποιά ήταν η φύση της προόδου την οποία επικαλείται; Και κυρίως: Γιατί η ελληνική κοινωνία δεν γνωρίζει σχεδόν τίποτε για μια διαδικασία που διήρκεσε περισσότερο από δύο δεκαετίες και αφορά, όπως διαφαίνεται, τον πυρήνα των ελληνοτουρκικών διαφορών;

Στο τελευταίο ερώτημα ιδίως, έχει κατά καιρούς δοθεί ως απάντηση η επίκληση της εμπιστευτικότητας, ότι δηλαδή καμία σοβαρή διαπραγμάτευση δεν διεξάγεται δημοσίως. Αντιπαρερχόμενος ωστόσο την προβληματικότητα που η ομολογία περί ύπαρξης διαπραγματεύσεων ευθύς εξαρχής ενέχει, θέλω να σταθώ σε μια κρίσιμη λεπτομέρεια.

Η διακριτικότητα η οποία διασφαλίζει ενδεχομένως τις προϋποθέσεις μιας παραγωγικής συζήτησης δεν μπορεί να συνεπάγεται τη διαμόρφωση ενός πλαισίου ακύρωσης και εκμηδενισμού της δημόσιας λογοδοσίας σε ζητήματα τόσο κρίσιμα όπως τα Ελληνοτουρκικά. Υπό την έννοια αυτή, οι δηλώσεις Νταβούτογλου επαναφέρουν με ένταση ένα ερώτημα που επί χρόνια τίθεται από αμερόληπτους Έλληνες αναλυτές και ειδικούς, το οποίο σκοπίμως κάποιοι επιχειρούν να θέσουν στο περιθώριο:

Ποιό ακριβώς ήταν το αντικείμενο των Διερευνητικών Επαφών;

Διότι αν πράγματι υπήρχαν χάρτες, αν συζητούνταν συγκεκριμένες αποτυπώσεις δικαιωμάτων και αν είχε επιτευχθεί «σημαντική πρόοδος», τότε δεν μιλάμε για απλή ανταλλαγή απόψεων, αλλά για μια διαδικασία που κατά την τουρκική τουλάχιστον αντίληψη είχε αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το πρώτο μεγάλο πολιτικό πρόβλημα που αναδεικνύει η συνέντευξη Νταβούτογλου.

Επί ένα τέταρτο του αιώνα, η ελληνική κοινή γνώμη καλούνταν να εμπιστευθεί ότι όλα βαίνουν καλώς, ότι οι Διερευνητικές είναι απλώς ένας δίαυλος επικοινωνίας, ότι δεν παράγονται δεσμεύσεις και ότι δεν τίθεται κανένα ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η εικόνα όμως που περιγράφει ο Τούρκος θεωρητικός του Στρατηγικού Βάθους είναι εντελώς διαφορετική. Μιλά για μια διαδικασία που μόνον αδιάφορη και ουδέτερη δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς η ελληνική πλευρά φέρεται να έχει συμβάλει στη σημείωση προόδου επί μιας συζήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων που, κατά τον ίδιο, είχε αποτυπωθεί σε χάρτες και είχε οδηγήσει στον προσδιορισμό ορισμένων δικαιωμάτων μεταξύ των δύο πλευρών.

Οι παράμετροι που θέτει ο Νταβούτογλου με αυτές τις παραδοχές του είναι καίριες. Διότι, αν ο ίδιος είναι ανακριβής, η Αθήνα και η ελληνική κυβέρνηση οφείλουν να το πουν, να τον καταγγείλουν δηλαδή, να τον διαψεύσουν. Αν όμως είναι ακριβής, τότε η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να εξηγήσει στην ελληνική κοινή γνώμη τί ακριβώς συνέβη. Όσο η ελληνική κυβέρνηση σιωπά, επιτρέποντας σε εκφραστές του λόμπι του κατευνασμού να χειρίζονται διάφορες διαρροές προς εξυπηρέτηση συμφερόντων και αντιλήψεων που δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με την υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, τόσο εκχωρεί αποκλειστικά στην τουρκική πλευρά το δικαίωμα της ερμηνείας. Και αυτό μας φέρνει στο σημείο ακριβώς στο οποίο η συνέντευξη Νταβούτογλου αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική πλευρά.

Από τον διάλογο στη διαπραγμάτευση: το πολιτικό πρόβλημα της Αθήνας

Επί δύο και πλέον δεκαετίες ανδρώθηκε στην Αθήνα μια ολόκληρη σχολή σκέψης η οποία αντιμετώπιζε τα Ελληνοτουρκικά πρωτίστως ως πρόβλημα ελλείμματος διαλόγου. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ένταση στο Αιγαίο δεν οφείλεται σε αδιανόητες πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις, μονομερείς και αναθεωρητικές, που αμφισβητούν ευθέως την ελληνική εθνική κυριαρχία και επιβουλεύονται την ίδια την ύπαρξη του ελληνικού κράτους, αλλά στην αδυναμία των δύο πλευρών να οικοδομήσουν επαρκή εμπιστοσύνη, να αναζητήσουν δημιουργικές λύσεις και να επενδύσουν σε ένα διαρκή πολιτικό διάλογο!

Μέσα σε αυτό το κλίμα και τρόπο σκέψης αναπτύχθηκε σταδιακά ένα ολόκληρο λεξιλόγιο κατευνασμού, το οποίο οι διακομματικοί και υπερκομματικοί εκφραστές του έχουν διανθίσει με πληθώρα ευφυολογημάτων. Σταχυολογώ ενδεικτικά: «Θάλασσα που ενώνει», «Κοινός χώρος», «Αμοιβαία συμφέροντα», «Δύο πλευρές του Αιγαίου», «Ιστορικός συμβιβασμός», «Τουρκικά παράλια του Αιγαίου», «Το Αιγαίο δεν είναι γαλάζια λίμνη», «Έντιμος συμβιβασμός», και ούτω καθεξής. Οι έννοιες αυτές μάλιστα παρουσιάζονται διαρκώς ως εκφράσεις ρεαλισμού και πολιτικής ωριμότητας.

Έρχεται όμως εκ νέου τώρα ο Νταβούτογλου και μας υπενθυμίζει ότι, ενώ στην Αθήνα συζητούσαμε συχνά πώς θα προσαρμοσθεί η Ελλάδα σε μια νέα εποχή συνεννόησης, η Άγκυρα ουδέποτε εγκατέλειψε τις βασικές στρατηγικές επιδιώξεις της. Δεν έχει μεταβάλει ούτε κατ᾽ ελάχιστον τις θέσεις της, ούτε για το Αιγαίο, ούτε για τη Θράκη, ούτε για την Κύπρο, ούτε για την Ανατολική Μεσόγειο. Μάλιστα, όλα αυτά συνιστούν πυλώνες της τουρκικής στρατηγικής θεώρησης του ευρύτερου γεωπολιτικού χώρου.

Οπότε, ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας εμφανίζεται εκ νέου να θεωρεί αυτονόητο ότι οι ελληνικές θέσεις μπορούν να τεθούν στο τραπέζι μιας πολιτικής διαπραγμάτευσης, ακριβώς επειδή, κατ᾽ αυτόν, τοιούτο ήταν το πνεύμα μέσα στο οποίο κινήθηκαν επί χρόνια οι Διερευνητικές. Και ξέρετε ποιό είναι το τραγικό στοιχείο σε όλο αυτό; Ότι όχι μόνον δεν μπορεί κανείς να τον διαψεύσει, αλλά ενισχύεται στα λεγόμενά του από δημόσιες τοποθετήσεις Ελλήνων αξιωματούχων.

Από τον Παπανδρέου στον Αποστολίδη: οι ελληνικές παραδοχές

Οι δηλώσεις Νταβούτογλου αποκτούν ακόμη περισσότερη σημασία, αν συνδυαστούν με παλαιότερες τοποθετήσεις του Γιώργου Παπανδρέου. Ο Έλληνας πρώην Πρωθυπουργός έχει υποστηρίξει δημοσίως ότι το 2003 οι δύο πλευρές είχαν φτάσει πολύ κοντά σε σύμπτωση απόψεων. Κι επομένως, όταν η ελληνική πλευρά μιλά για «σχεδόν συμφωνία» και ο Νταβούτογλου για «σημαντική πρόοδο», η ανάγκη διευκρινίσεων καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη.

Επιπλέον, θυμίζω στον αναγνώστη, δήλωση του επικεφαλής της ελληνικής πλευράς των τελευταίων κύκλων των Διερευνητικών Επαφών, πρέσβη επί τιμή και πρώην αρχηγού της ΕΥΠ, Παύλου Αποστολίδη. Ο οποίος σε συνέντευξή του στην Καθημερινή της Κυριακής 3 Νοεμβρίου 2024, δήλωνε αναφορικά με την επέκταση των ελληνικών εθνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια (ή τη μέση γραμμή) τα εξής: «Νομικά είναι εφικτό, αλλά αν γίνει, τότε δεν θα υπάρχει περιεχόμενο συζήτησης για την υφαλοκρηπίδα, διότι δεν θα υπάρχει πλέον υφαλοκρηπίδα για να συζητηθεί. Αν πάμε παντού στα 12 μίλια τότε κλείνει όλο το Αιγαίο, γίνεται σχεδόν ολόκληρο ελληνικά χωρικά ύδατα και υφαλοκρηπίδα και μένει για την Τουρκία μόνο ένα περίπου 5%. Άρα, σε αυτή την περίπτωση, δεν έχει νόημα κάποιο συνυποσχετικό γι᾽ αυτό το 5%».

Ενώ σε άλλο σημείο της ίδιας συνέντευξης αναφέρει ότι: «γινόταν μια άτυπη ανταλλαγή απόψεων για τα σημεία που η όποια επέκταση πέραν των 6 μιλίων εκατέρωθεν θα μπορούσε να συναντήσει θετική υποδοχή ή ενδεχόμενες αντιρρήσεις από τη μια ή την άλλη χώρα». Και προσθέτει: «Όσον αφορά στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε στη συνέχεια να προχωρήσουμε μονομερώς στην τμηματική επέκταση, αλλού στα 8, αλλού στα 10 και αλλού στα 12 μίλια, εφόσον θα υπήρχε ανταπόκριση και από την άλλη πλευρά».

Αν τώρα, αντιπαραβάλει κανείς τις διατυπώσεις Νταβούτογλου στη συνέντευξη της περασμένης Κυριακής με τις θέσεις της ελληνικής πλευράς όπως διατυπώθηκαν ανωτέρω δια στόματος Αποστολίδη, διαπιστώνει όχι μόνον τον κοινό παρονομαστή τους, αλλά κυρίως ότι ο Νταβούτογλου ερμηνεύει και επαληθεύει πράγματα που αφορούν όχι την Άγκυρα, αλλά την Αθήνα.

Το κυριότερο που αφορά στην Αθήνα είναι κάτι που δυστυχώς δεν το κρύβει ούτε η ελληνική πλευρά: ότι η άσκηση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν περνά από την αποδοχή των τουρκικών θέσεων ως αφετηρία διαπραγμάτευσης! Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της συνεχούς αναφοράς Νταβούτογλου σε «κοινά συμφέροντα», «πολιτική βούληση», «αμοιβαία κατανόηση» και «ιδιωτικές συνομιλίες», «δικαιώματα και ευθύνες στο Αιγαίο» που έχουν «τόσο η Τουρκία όσο και η Ελλάδα». 

Πίσω από μια γλώσσα φαινομενικά συμφιλιωτική κρύβεται το κρίσιμο γεγονός ότι οι Διερευνητικές ήταν το πλαίσιο θεμελίωσης για την Ελλάδα των βασικών τουρκικών παραδοχών. Παραδοχές οι οποίες, όπως μαρτυρά και ο Έλληνας επικεφαλής Πρέσβης Αποστολίδης, είχαν ήδη γίνει δεκτές ως νόμιμο σημείο εκκίνησης.

Το ερώτημα που μένει στην Αθήνα: στρατηγική συνέπεια ή στρατηγική αυταπάτη;

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το πολύτιμο εξαγόμενο των όσων επαναδιατύπωσε ο Νταβούτογλου στην Καθημερινή, δεν αφορά την Τουρκία, η οποία εξάλλου σπανίως αποκρύπτει τις στρατηγικές της επιδιώξεις. Αφορά πρωτίστως τις αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν επί χρόνια στην ελληνική δημόσια σφαίρα και επιχειρήθηκε να επιβληθούν στην ελληνική κοινή γνώμη ως πατριωτικό καθήκον πατριωτικών κυβερνήσεων. Ότι δηλαδή, η διαρκής συζήτηση αρκεί για να μεταβάλει τις τουρκικές επιδιώξεις. Ή ότι η καλή θέληση μπορεί να υποκαταστήσει τους συσχετισμούς ισχύος. Ή ότι το πρόβλημα είναι ο ελληνικός «μαξιμαλισμός» (βλ. Χρήστος Ροζάκης) και όχι οι διακηρυγμένες τουρκικές διεκδικήσεις. Ο Νταβούτογλου έρχεται να μας υπενθυμίσει ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή, οι τουρκικές θέσεις παραμένουν αμετάβλητες. Και άρα, το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα έχει τη διάθεση να αποκτήσει την ίδια στρατηγική συνέπεια με την Τουρκία.

Επιπλέον, καθίσταται σαφές ότι οι αναφορές Νταβούτογλου σε «χάρτες» αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας διαχρονικής συζήτησης που ενδέχεται να έχει θεμελιώσει τη λογική συνδιαχείρισης και κατανομής δικαιωμάτων στο Αιγαίο, για την οποία ο ίδιος ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας είπε, βεβαίως, ότι δεν θα είναι 50-50. Θυμίζω, στο σημείο αυτό, και προκειμένου ο αναγνώστης να διαπιστώσει το εύρος της ταύτισης θέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τη σχετική δήλωση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στον Αλέξη Παπαχελά: «Οι βασικές παράμετροι μιας Συμφωνίας είναι απλές, πάρα πολύ απλές. Η υφαλοκρηπίδα θα μοιραστεί λογικά. Εμείς θα πάρουμε το μεγάλο μέρος, οι Τούρκοι θα πάρουν το μικρό. Και περίπου θα έχουμε συμφωνήσει, και θα αφήσουμε το Δικαστήριο να τη χαράξει τη γραμμή».

Ασφαλώς, από τις προ εικοσαετίας περίπου εκτιμήσεις του πατέρα του σημερινού Έλληνα Πρωθυπουργού μέχρι την επιβεβαίωσή τους προχθές από τον Νταβούτογλου μεσολαβεί μια απόσταση για την οποία η ελληνική κοινωνία γνωρίζει ελάχιστα. Η Τουρκία, στο κάτω της γραφής, είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί μαζί της, λέει και επιδιώκει τα ίδια πράγματα επί δεκαετίες.

Επομένως, το ερώτημα είναι αν στην Ελλάδα υπήρξε ποτέ αντίστοιχη στρατηγική διαύγεια, αντίστοιχη συνέχεια και αντίστοιχη ειλικρίνεια απέναντι στους Έλληνες πολίτες για το τι ακριβώς συζητείται, τι ακριβώς έχει τεθεί υπό μυστική διαπραγμάτευση (ο Νταβούτογλου μιλά για ιδιωτικές συζητήσεις), και ποια είναι τα όρια πέρα από τα οποία μια εθνική θέση παύει να είναι διαπραγματεύσιμη. 

Διότι η δημοκρατία προϋποθέτει ενημερωμένους πολίτες και όχι μόνον ενημερωμένους διαπραγματευτές. Όπως ακριβώς η εθνική κυριαρχία προϋποθέτει την άσκησή της ως χρέος ιερό και όχι απλώς την επίκλησή της ως δικαίωμα δικανικό. Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα που αφήνει πίσω της η συνέντευξη Νταβούτογλου.

Πηγή:

https://www.neakriti.gr/apopseis/2184967_apo-ton-ellinotoyrkiko-dialogo-stoys-hartes-toy-ntaboytogloy-ti-akribos-syzitoysan

Παναγιώτης Παύλος: «Η εθνική κυριαρχία δεν είναι δικαίωμα· είναι χρέος!»

(Εικόνα δημιουργημένη με ChatGPT)

Ο ερευνητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Όσλο και αρθρογράφος – αναλυτής ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής και εθνικών θεμάτων Παναγιώτης Παύλος, με αφορμή τις εξελίξεις στο πόλεμο των ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν, εξετάζει τον αντίκτυπο των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Από την χριστιανική Σαϊντανάγια της Συρίας υπό πολιορκία από τις δυνάμεις Τζολάνι, στο δόγμα της γαλάζιας πατρίδας και την συνέντευξη Νταβούτογλου, που κατά τον κ. Παύλο δεν αποκαλύπτει απλά την κατευναστική φοβική στάση του πολιτικού συστήματος της Ελλάδας, αλλά και τις προχωρημένες συζητήσεις ιδιωτικά στο πλαίσιο των διερευνητικών για το Αιγαίο.

Αναρωτιέται δημόσια προς το διπλωματικό γραφείο του πρωθυπουργού, αν η κλοπή υποθαλάσσιου πλούτου, όπως της εθνικής αλιείας, με τουρκικά αλιευτικά να ψαρεύουν εντός των 6 ναυτικών μιλίων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου εκτός από κλοπή, συνιστά και εκχώρηση κυριαρχίας ειδικά σε θέματα αλιείας και αν αυτό από μόνο του δεν συνιστά κατάλυση εθνικής κυριαρχίας, τότε τι ακριβώς περιμένουμε να νομοθετηθεί πρώτα, από την τουρκική εθνοσυνέλευση, για την λεγόμενη “γαλάζια πατρίδα”;

Ακούστε τη συνέντευξη εδώ:

https://youtu.be/PQLHvNPm8EA?is=_sCrJlY6FvG5tuDM

Πηγή:

https://www.neakriti.gr/ellada/2184265_panagiotis-paylos-i-ethniki-kyriarhia-den-einai-dikaioma-einai-hreos-ihitiko