Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΤΡΟΠΟΣ ΤΟΥ 1821*

Ὑπάρχουν τοὐλάχιστον τρεῖς τρόποι νὰ ἀνταποκριθεῖ κανεὶς στὸν ἑορτασμὸ μιᾶς ἱστορικῆς ἐπετείου. Ὁ πρῶτος εἶναι ὄχι μόνον νὰ ἀδιαφορήσει ἀλλὰ καὶ νὰ προσπαθήσει νὰ ὑποβαθμίσει τὸ ἑορταζόμενο γεγονὸς ἀλλοιώνοντας ἐντέχνως τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ περιεχόμενό του. Ὁ δεύτερος εἶναι νὰ τὴν ἀντιμετωπίσει ἁπλῶς ὡς ἕνα γεγονὸς ποὺ ἀρκεῖ νὰ ἑορταστεῖ στὸ σήμερα ὡς φολκλόρ, περιοριζόμενος σὲ μιὰ ἐξωτερικὴ ἔκφραση συναισθημάτων, καὶ δὴ εὐγενῶν αἰσθη- μάτων τιμῆς, πρὸς τὸ μέγιστο ἑορταζόμενο κα- τόρθωμα. Ὑπάρχει, ὡστόσο, κι ἕνας τρίτος τρόπος, οἱ ρίζες τοῦ ὁποίου χάνονται στὰ βάθη τῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, κι ἔχουν ὡς συμβατικὴ ἀφετηρία τους τὸν Πλάτωνα: εἶναι ὁ τρόπος τῆς μεθέξεως. Δηλαδή, τῆς μετοχῆς στὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν πρὶν μόλις δυὸ ἑκατονταετίες, κατὰ τρόπο ποὺ καταργεῖ τοὺς χωροχρονικοὺς περιορισμοὺς καὶ ἀποδίδει στὸ ἑορταζόμενο γεγονὸς ὄχι μόνον τὰ προσήκοντα, ἀλλὰ καὶ τὸ ζωντανὸ ἀποτύπωμά του στὸ διηνεκές. Ἀλλὰ ἂς δοῦμε τὰ πράγματα σὲ μιὰ σειρά.

Συμπληρώνονται φέτος 200 χρόνια ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, τῆς πρώτης ἐπιτυχημένης ὕστερα ἀπὸ 123 ἀποτυχημένες προσπάθειες στὸ διάβα πέντε αἰώνων κατὰ τοῦ Τούρκου δυνάστη καὶ κατακτητῆ, ἕνα γεγονὸς κοσμοϊστορικῆς σημασίας, ὅπως συμφωνεῖ ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία νουνεχῶν ἐρευνητῶν καὶ νοημόνων ἀνθρώπων. Παράλληλα, στὴν Ἑλλάδα συμπληρώνεται ἕνα ἔτος ἐπίσημης προετοιμασίας ἑορτασμῶν, μὲ εὐθύνη τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους μέσῳ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἑλλάδα 2021. Ὁ ἀναγνώστης εἶναι ἤδη ἐνήμερος γιὰ τὰ πεπραγμένα αὐτῆς τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὰ ἀτοπήματά της, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Οὔτε σκοπὸς εἶναι νὰ δείξουμε τὰ θεμελιώδη ἐπιστημονικὰ καὶ ἐπιστημολογικὰ σφάλματα στὰ ὁποῖα ὑποπίπτει ἡ αὐθαίρετη, ἰδιοτελὴς καὶ ἐργαλειοποιημένη ἑρμηνεία τοῦ Ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων γιὰ Λευτεριά, καθὼς τὴν ὑποβαθμίζει σὲ ἕνα φιλελεύθερο κίνημα ποὺ οὐδεμία σχέση ἔχει μὲ τὰ προφανῆ κίνητρα τοῦ ξεσηκωμοῦ τοῦ ὑπόδουλου σκλαβωμένου Γένους. Αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦμε, εἶναι νὰ τονίσουμε ὁρισμένες ἀλήθειες περὶ τῆς Ἐπανάστασης στὴν κατεύθυνση τοῦ τρίτου τρόπου ἑορτασμοῦ τοῦ Ξεσηκωμοῦ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀπόδοσης τιμῆς στὸ 1821 ποὺ ἐπισημάνθηκαν ἀνωτέρω, ὡς ἑορταστικὸ γεγονὸς μεθέξεως. Ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ ὁρισμένες παραμέτρους, ποὺ ἴσως ἀναδεικνύουν τὴν σημερινὴ ἀξία τοῦ 1821 καὶ ἐνδεχομένως ἐξηγοῦν, γιατὶ ἐπιχειρεῖται τόσο συστηματικὰ καὶ λυσσαλέα ἀπὸ ὁρισμένους ἰδεολογικοὺς καὶ πολιτικοὺς κύκλους ἡ ἀλλοίωσή του.

Στὴν ἀρχὴ τοῦ Πλατωνικοῦ διαλόγου Τίμαι- ος ὑπάρχει ἕνα χωρίο, στὸ ὁποῖο ὁ Πλάτων διηγεῖται, ὅπως τοῦ τὰ μετέφεραν Αἰγύπτιοι σοφοὶ κατὰ τὸ ταξίδι του στὴν Αἴγυπτο, τὰ κατορθώματα τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἔναντι ἑνὸς μεγάλου καὶ ἰσχυροῦ ἐχθροῦ ἐκ δυσμῶν, ποὺ ἐπιχείρησε νὰ καταδυναστεύσει ὅλες τὶς εὐρωπαϊκὲς πόλεις. Καὶ περιγράφει πῶς ἡ Ἀθήνα «ἔπαυσέν ποτε δύναμιν ὕβρει πορευομένην ἅμα ἐπὶ πᾶσαν Εὐρώπην καὶ Ἀσίαν» (Πλάτωνος Τίμαιος, 24e): «Τότε ἀκριβῶς, Σόλων, ἀποκαλύφθηκε σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ δύναμη τῆς πόλης σας, γιατί στάθηκε πρώτη στὸ φρόνημα καὶ στὴν τέχνη τοῦ πολέμου. Ἐπικεφαλῆς τῶν Ἑλλήνων, καὶ στὴν συνέχεια ἀναγκασμένη νὰ πολεμήσει μόνη ὅταν οἱ ἄλλοι τὴν ἐγκατέλειψαν, ἔφθασε στὸν ἔσχατο κίνδυνο, ἀλλὰ τελικὰ ἀπέκρουσε τοὺς εἰσβολεῖς καὶ θριάμβευσε. Δὲν ἄφησε ἔτσι νὰ γνωρίσουν τὴ σκλαβιὰ αὐτοὶ ποὺ δὲν εἶχαν ὑποδουλωθεῖ ποτὲ καὶ ἀπελευθέρωσε μὲ μεγαλοψυχία ὅλους ἐμᾶς τοὺς ἄλλους ποὺ κατοικούσαμε μέσα ἀπὸ τὶς Ἡράκλειες Στῆλες» (Ό.π., 25bc, μετάφραση Βασίλη Κάλφα: Πλάτωνος Τίμαιος, Πόλις, Ἀθήνα 2005, σελ. 193).

Πλάτων καὶ Ἀριστοτέλης, λεπτομέρεια ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ραφαὴλ «Ἡ Σχολὴ τῶν Ἀθηνῶν».

Μολονότι μυθική, ἡ περιγραφὴ αὐτὴ τοῦ Πλάτωνος γιὰ τὴν Ἀτλαντίδα περιέχει στοιχεῖα ποὺ διέπουν τὴν ἑλληνικὴ ταυτότητα καὶ τὴν διαχρονικὴ παγκόσμια λειτουργία τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὡς ἀμύντορος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δημοκρατίας. Ὑπ ̓ αὐτὴν τὴν ἔννοια, ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Πλάτωνος, διαπιστώνουμε μίαν αὐτοσυνειδησία τοῦ ἔθνους τῶν Ἑλλήνων ἔναντι τῆς ἱστορίας, τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ του. Αὐτὴ ἡ αὐτοσυνειδησία ἐκφράζεται καὶ ἐπαληθεύεται πολλαπλῶς στὸ διάβα τῶν αἰώνων, μὲ κορυφαῖα παραδείγματα τὴν ἀντίσταση τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τοὺς Περσικοὺς Πολέμους, τὴν Αὐτοκρατορία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τὴν μετεξέλιξή της στὴν ὑπερχιλιόχρονη ζωὴ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, αὐτὸ ποὺ σχεδὸν πα- ραπλανητικὰ καλεῖται σήμερα Βυζάντιο, καθὼς καί την πλέον πρόσφατη Ἀντίσταση τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὴν Ναζιστικὴ θηριωδία. Στὴν ἑλληνικὴ παράδοση, ὡστόσο, ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἐξ αὐτῆς πηγάζουσας δημοκρατίας δὲν εἶναι ἀφῃρημένη, οὔτε προέρχεται ἀπὸ μιὰ ἀνάγκη ἐνδοκοσμικῆς διευθέτησης τοῦ ἀτόμου, προκειμένου νὰ διασφαλίσει μέσῳ τῆς χρήσης ἀτομικῶν καὶ κοινωνικῶν δικαιωμάτων συνθῆκες διαβίωσης τέτοιες ποὺ ἡ μετανεωτερικότητα ἔχει κωδικοποιήσει μὲ τὸν ὅρο «ποιότητα ζωῆς».
Μὲ τὸν Ἑλληνισμὸ συμβαίνει κάτι ἄλλο. Τόσο στὴν πρὸ Χριστοῦ, ὅσο καὶ στὴν Χριστοποιημένη ἐκδοχή του, ὁ Ἕλληνας τρόπος καὶ λόγος ἐμμένει στιβαρὸς στὴν διαγωγή τοῦ εἶναι, ὅπως κανεὶς ἄλλος λαὸς ἢ ἄνθρωπος ἐπὶ γῆς δὲν ἔχει κατορθώσει. Ὁ Ἕλληνας τρόπος κινεῖται στὰ ὅρια τῆς ἀναμέτρησης τοῦ ὄντος μὲ τὸ ἴδιο τὸ εἶναι, στὸ μεταίχμιο τῆς πάλης τῆς φθορᾶς μὲ τὴν ἀφθαρσία· τοῦ πεπερασμένου μὲ τὸ ἄπειρο· τῆς χρονικότητας μὲ τὸ ἄχρονο· τῆς ἐνθαδικότητας μὲ τὸ ἐπέκεινα· τοῦ ψεύδους, τῆς πλάνης καὶ τῆς αἵρεσης μὲ τὴν ἀλήθεια· τῆς ἰδιοτέλειας μὲ τὴν ἀνιδιοτέλεια· τοῦ μέρους μὲ τὸ ὅλον· τῆς ἄγνοιας μὲ τὴν γνώση· τῆς κακίας μὲ τὸ Ἀγαθό· τοῦ κτιστοῦ μὲ τὸ ἄκτιστο· τοῦ Θανάτου μὲ τὴν Ζωή. Εἶναι αὐτὸ τὸ τελευταῖο ζεῦγος ποὺ ὁ Ἕλληνας θεωρεῖ καὶ βιώνει μοναδικὰ καὶ ξεχωριστὰ ἀπὸ κάθε ἄλλον λαό, μολονότι εἶναι ἴδιον σύνολης τῆς ἀνθρωπότητας ἡ μὲ κάθε μέσο προσπάθεια νὰ ξορκίσει τὸν πρῶτο καὶ νὰ προσδεθεῖ ὅσο γίνεται στὴν δεύτερη. Διότι γνωρίζει ὁ Ἕλληνας ὅτι ὁ πραγματικὸς καὶ πλέον ἐπικίνδυνος θάνατος δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐπέρχεται μὲ τὸ βιολογικὸ τέλος τοῦ σώματος καὶ τὸν χωρισμό του ἀπὸ τὴν ψυχή, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ νεκρώνει ἐκεῖνα τὰ αἰσθητήρια τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τοῦ θυμίζουν ὅτι ἔχει δημιουργηθεῖ γιὰ πράγματα πολὺ μεγάλα, ὡραῖα, ἀληθινά, γιά νά θυμηθῶ τόν Κωστῆ Παλαμᾶ. Πράγματα ποὺ ὑπερέχουν κάθε ἔννοιας φυλῆς, γένους, ράτσας· πράγματα ποὺ ἀνήκουν σὲ ἕνα Πολίτευμα τὸ ὁποῖο δὲν ὑπηρετεῖται ἀπὸ κόμματα, φατριασμούς, διχασμούς, ἰδεολογίες, ἰδεοληψίες, ἰδιοτέλειες καὶ κάθε λογῆς βολέματα. Γνωρίζει ὁ Ἕλληνας, ὅτι ἡ θεϊκή νομή του του εἶναι νὰ μεταμορφώσει τὸν κόσμο καὶ νὰ τὸν ἀνακαινίσει, ὄχι μὲ τὴν δική του δύναμη, ἀλλὰ μὲ τὴν δύναμη ποὺ ἐκείνη ἡ θεϊκὴ μοῖρα του ὅρισε, νὰ γίνει κληρονόμος καὶ δοχεῖο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.
Αὐτὴ εἶναι ἡ τολμηρὴ ἀλήθεια, ποὺ διαμορφώνει τόσο τὶς ἐκρηκτικὲς προϋποθέσεις ἑορτασμοῦ τῶν 200χρονων τοῦ 1821 ὅσο καὶ τὸ ἴδιο τὸ γεγονός. Ἕνα γεγονὸς τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα φέρει ἐντός του τὴν πλέον ἀκατάβλητη τεκμηρίωση τοῦ πόσο ἄρρηκτα συνυφασμένος εἶναι ὁ Ἀγῶνας τῆς Ἀνεξαρτησίας τῶν Ἑλλήνων μὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν Πίστη τὴν Ἁγία: Ἐπ-Ἀνάσταση.

Ὡς Ἐπ-Ἀνάσταση, ὁ Ἀγῶνας τῆς Ἀνεξαρτησίας δὲν εἶναι μόνον ἑλληνικὰ ἐθνικὴ ὑπόθεση. Ἀλλὰ εἶναι ἔργο κατάφασης στὴν Ζωὴ ποὺ νικᾶ τὸν Θάνατο. Ὡς τέτοιο ἀφορᾶ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα. Ὄχι τόσο διότι δείχνει τὸν δρόμο τῆς Λευτεριᾶς σὲ κάθε σκλαβωμένο ἄνθρωπο ἐπὶ γῆς. Ἀλλά, πρωτίστως καὶ κυρίως, διότι θέτει ἐκ νέου ἐνώπιον τῆς ἀνθρωπότητας τὸ μεῖζον διακύβευμα τῆς Ἐλευθερίας, ἑρμηνεύοντας ἐπὶ ἀληθοῦς βάσεως σὲ τί συνίσταται ἡ σκλαβιά. Στὸ πρόσωπο τοῦ Τούρκου κατακτητῆ ὁ Ἕλληνας ἀγωνιστὴς ἀναγνωρίζει τὴν φυλακὴ τῆς ἀνθρωπότητας στὰ δεσμὰ τῆς κλειστότητας καὶ τῆς αὐτοθέωσης ποὺ ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ ἐπιφέρει. Ἡ ἐξέγερση δὲν εἶναι ἁπλῶς ζητούμενο ἀποκατάστασης μιᾶς ἐνθαδικῆς ἐλευθερίας καὶ ἐπίτευξης αὐτοδιάθεσης, μολονότι καὶ τὰ δύο εἶναι ἱερὰ καὶ ἅγια. Ἀλλὰ εἶναι ἡ ὕψιστη πράξη ἀντίστασης στὸν θάνατο ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὴν κατάφαση καὶ συνθηκολόγηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἰδιοτελῆ χρήση τοῦ κόσμου, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὴν ἐπιβολὴ ἐπ ̓αὐτοῦ καὶ ἐπιδιώκει τὴν νέκρωση τῆς μὴ ἀντικειμενοποιήσιμης θεϊκότητάς του.
Ὡς τέτοια, ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση εἶναι τὸ ὕψιστο μάθημα ἔγερσης τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἄρσης τῆς ὕβρεως κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ κόσμου. Ὡς τέτοιος, ὁ Ἀγῶνας γιὰ τὴν Λευτεριὰ εἶναι ἡ ἐκρηκτικὴ κραυγὴ ἄρνησης τοῦ θανάτου τοῦ κόσμου. Μπροστὰ σὲ μιὰ τέτοια θεϊκὴ ἀποστολή, ἡ θυσία καὶ ὁ ἑκούσιος θάνατος προβάλλουν ὄχι μόνον δίχως δεύτερη σκέψη, ἀλλὰ ὡς ἡ κατεξοχὴν Ἔξοδος ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ Θανάτου ποὺ ὑβρίζει τὴν Ζωὴ τῆς Ἀθανασίας. Μόνον ἕνα τέτοιου συντριπτικοῦ μεγέθους διακύβευμα εἶναι ἱκανὸ νὰ γεννήσει τὸ πρόταγμα «Ἐλευθερία ἢ Θάνατος». Μόνον ἡ βιωμένη ἐμπειρία τῆς αἰωνιότητας μέσα στὸ κτιστὸ εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐξηγήσει τὴν τρέλλα τῶν κατοίκων τοῦ Μεσολογγίου, ποὺ δείχνουν πῶς ὁ Πολιορκημένος μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ μένει Ἐλεύθερος. Μόνον μιὰ τέτοια βαθιὰ πίστη στὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει δημιουργηθεῖ γιὰ νὰ γίνει κατὰ Χάριν Θεὸς καὶ νὰ ἑλκύσει ὅλη τὴν κτίση καὶ τὸν κόσμο στὸν Δημιουργό του εἶναι ἱκανὴ νὰ ἑρμηνεύσει σωστὰ καὶ νὰ δικαιώσει τὴν πεποίθηση ὅτι «μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ζωὴ εἶναι καλύτερη ἀπὸ σαράντα χρόνους σκλαβιά καὶ φυλακή». Διότι αὐτὸς ποὺ ζεῖ μέσα στὴν αἰωνιότητα εἶναι σὲ θέση νὰ ὑπηρετεῖ τὸ ἄπειρο ἀκόμη καὶ σὲ μιὰ στιγμή. Γι ̓ αὐτόν, ἡ μιὰ ὥρα ἐλεύθερης ζωῆς εἶναι ἀσύγκριτη μπρὸς σὲ μιὰ αἰωνιότητα σκλαβιᾶς, μιὰ αἰωνιότητα, δηλαδή, ἡ ὁποία δὲν ἔχει συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ της.
Ἄν δὲν ἐπρόκειτο περὶ αὐτοῦ, κανένας Λόρ- δος Βύρωνας δὲν θὰ εἶχε συγκινηθεῖ, δὲν θὰ εἶχε μεθύσει ἀπὸ τὸ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ ̓21, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ γίνει Ἕλληνας καὶ αὐτός, νὰ μαρτυρήσει δηλαδὴ μὲ τὸ αἷμα του τούτη τὴν Ἀλήθεια. Ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση δὲν πρόκειται περὶ κατάφασης στὸ ὕψιστο Γεγονός, τῆς νίκης τῆς Ζωῆς κατὰ τοῦ Θανάτου, τότε, μοιραῖα καὶ μα- θηματικά, αὐτὸ ποὺ ἀπομένει εἶναι ἡ ἀποψίλωσή της καὶ ἡ θεώρησή της μὲ ὅρους κλειστούς, ἐνθα- δικούς, διευθέτησης μερικῶν δεκαετιῶν ἐπίγειου βίου καὶ ἱκανοποίησης ἰδεοληψιῶν ποὺ γεννιῶνται ἀπὸ τὴν ἰδιοτελῆ συσχέτιση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν κόσμο.

Τὰ ἀνωτέρω δείχνουν, νομίζω, γιατί ὁ Ἑορτασμὸς τοῦ 1821 εἶναι πρωτίστως γεγονὸς μεθέξεως καὶ μάλιστα διττῆς. Ἡ πρώτη ὁρίζεται ἀπὸ τὴν ὑπέρβαση τῆς ἱστορικότητας, ἀκριβῶς διότι ὁ Ἀγῶνας τῆς Ἀνεξαρτησίας δὲν εἶναι ἁπλῶς ἱστορικὸ γεγονός. Τιμᾶ κανεὶς τὸ ̓21 ὅταν ζεῖ στὴν ὀντολογικὴ βαθμίδα τῶν δημιουργῶν του. Ὅταν μετέχει δηλαδὴ αὐτῆς τῆς Ἀλήθειας στὴν ὁποίαν μετεῖχαν καὶ οἱ Ἀγωνιστὲς τοῦ 1821. Αὐτὴ ἡ μετοχὴ προϋποθέτει ἕναν ἐσωτερικὸ ἀνακαινισμὸ τοῦ ἀνθρώπου, μιὰ ἀσκητικὴ καὶ ὁσιακὴ βιωτὴ ὅμοια μὲ αὐτὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννη Καποδίστρια, τοῦ πρώτου Κυβερνήτη τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ κράτους. Τότε μόνον μπορεῖ ὁ σύγχρονος Ἕλληνας νὰ ἀναχθεῖ ὀντολογικὰ στὸ ἐπίπεδο ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἐπιτρέπει νὰ διακρίνει τὸ σημαινόμενο πίσω ἀπὸ τὸν τύπο τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος καὶ νὰ οὐσιώσει ἐντός του τὸ ἦθος καὶ τὸν τρόπο τῶν προπατόρων του, ποὺ ἕξι γενιὲς νωρίτερα ἔπεσε ἐπάνω τους, κατά τήν ἔκφραση τοῦ Κολοκοτρώ- νη, «ὡς μία βροχή ἡ ἐπιθυμία τῆς Ἐλευθερίας».
Ὅσο παράδοξη κι ἂν ἀκούγεται αὐτὴ ἡ πραγ- ματικότητα, δὲν εἶναι ξένη στὸν σύγχρονο Ἑλληνισμό, ἀλλὰ πολὺ παλαιὰ καὶ ταυτόχρονα ἀπολύτως νέα. Διότι μιμεῖται τὸ Μυστήριο τῶν Μυστηρίων ποὺ τελεῖται ἀπαραλλάκτως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία σήμερα καὶ πάντοτε, γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας γράφει: «οὐ γὰρ τύπος θυσίας οὐδὲ αἴματος εἰκών, ἀλλὰ ἀλη- θῶς σφαγὴ καὶ θυσία» (Ἁγ. Νικόλαος Καβάσιλας, Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, λβ ́, Patrologia Graeca 150, 440-441). Ἔτσι, ἡ μετοχή μας στὸ γεγονὸς τοῦ 1821 μπορεῖ νὰ μεταμορφώσει μιὰ ἐκδήλωση σεβασμοῦ καὶ τιμῆς σὲ «μίμηση πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας» (Ἀριστοτέλης, Περὶ Ποιητικῆς, 6, 1449b24-25), μὲ προεκτάσεις εὐεργετικὲς στὸ διὰ ταῦτα τοῦ σύγχρονου Ἑλληνισμοῦ, ποὺ συνιστᾶ καὶ τὴν δεύτερη πτυχὴ τῆς μεθέξεως, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀνάληψη τῆς σκυτάλης στὸ σήμερα καὶ τὴν διεκπεραίωση αὐτοῦ ποὺ χαρακτηρίζεται ὡς «ἀνολοκλήρωτη ἐπανάσταση».
Διότι, ὅπως καὶ σήμερα ὁ κόσμος ἐξακολουθεῖ νὰ βρίσκεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν φθορὰ τοῦ θανάτου, μιὰ ἀπὸ τὶς μορφὲς τῆς ὁποίας εἶναι καὶ τὸ πολίτευμα τῆς τυραννίας -καὶ δὴ στὴν παγκοσμιοποιημένη ἐκδοχή του-, ἔτσι καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς βρίσκεται ἀντιμέτωπος μὲ τὰ ἴδια ζητήματα ποὺ γέννησαν τὸ 1821, κατὰ τρόπο ποὺ δικαιώνει τὴν Θουκυδίδεια σπειροειδῆ ἀντίληψη τῆς ἱστορίας. Καὶ τοῦτο συμβαίνει διότι ἔτσι διευκολύνονται παγκόσμια σχέδια διάλυσης τῶν διακριτῶν ταυτοτήτων τῶν λαῶν, καὶ ἐξυπηρετοῦνται ἰδιοτελεῖς σκοποὶ ἀνθρώπων ἐντὸς τοῦ σώματος τῆς ἐν Ἑλλάδι νεοελληνικῆς κοινωνίας σήμερα.
Τὸ τελευταῖο ἐξηγεῖ πρόδηλα καὶ τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο τὸ φετινὸ μεῖζον Ἰωβηλαῖο τοῦ Ἀγῶνα τοῦ 1821 γιὰ τὴν Λευτεριὰ ἐπιχειρεῖται νὰ ὑποβαθμιστεῖ μὲ τρόπο ἀνιστορικὸ καὶ ἀνιστόρητο καὶ νὰ μεταλλαχθεῖ σὲ ἀμιγὲς κίνημα φιλελευθερισμοῦ, μέ διττὴ στόχευση, μεταφυσικὴ καὶ γεωπολιτική. Ἀφ’ ἑνός, νὰ ἀποπροσανατολίσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ καίρια, διασφαλίζοντας τὸ χαμερπές του στὸ διηνεκές. Ἀφ’ ἑτέρου, νὰ θέσει τὶς προϋποθέσεις μόνιμου καὶ τελεσίδικου ἀφα- νισμοῦ τοῦ Ἕλληνα τρόπου, μετατρέποντας τὸ τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ποὺ ἀπελευθερώθηκε μὲ τὴν Ἐπανάσταση σὲ χῶρο συνάθροισης ἀλλοτρίων καὶ ἀλλοθρήσκων ἐποίκων. Στὴν προοπτικὴ αὐτή, ἡ ἄρτια σχεδιασμένη κρατικὴ ἐπιχείρηση προπαγάνδας κατὰ τοῦ ἀληθοῦς διακυβεύματος τοῦ 1821 συνεταιρίζεται μὲ ἀγαστὴ συνέργεια τὴν ἀποποίηση θεμελιωδῶν ἀρχῶν ἐθνικῆς κυριαρχίας, σὲ μιὰ ἀπέλπιδα προσπάθεια νὰ διαγραφεῖ ἀπὸ τὸ πνευματικὸ γενετικὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ συνείδηση τόσο τῆς ἱστορικῆς συνέχειάς του ὅσο καὶ τῆς ὑπεριστορικῆς ἀποστολῆς του νὰ λειτουργεῖ ὡς μεσάζων μεταξὺ Θεοῦ καί ἀνθρώπων.
Τὸ πρῶτο ἐπιδιώκεται σήμερα σὲ τεχνικὸ ἐπίπεδο μὲ τὴν ἐπιστράτευση πλήθους ἐθνομηδενιστῶν, ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ἀνιστόρητοι κι ἀκαλλιέργητοι ἰδεολάγνοι, ἰδεολογικοὶ ἀπόγονοι μιᾶς μειοψηφίας ἰδεοληπτῶν ποὺ ἔβαζαν ἐπικίνδυνα προσκόμματα στοὺς Ἀγωνιστὲς πρὶν 200 χρόνια, οἱ ὁποῖοι προπαγανδίζουν συστηματικὰ τὴν ὑποβάθμιση τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 σὲ ἰδεολογικοπολιτικὸ φιλελεύθερο κίνημα, σὲ μιὰ ἐξωφρενικὴ ἄγνοια τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διακυβευμάτων. Τὸ δεύτερο συντελεῖται διττά. Ἀφ’ ἑνὸς μὲ τὴν συντεταγμένη καὶ ἁδρὰ χρηματοδοτούμενη στρατηγικὴ δημογραφικῆς ἐξάλειψης τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀντικατάστασης -οἱ πολιτικὰ ὀρθοὶ ὅροι αὐτῆς τῆς διαδικασίας εἶναι κοινωνικὸ μπόλιασμα καὶ ἐμπλουτισμός- τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας ἀπὸ ὀρδὲς μουσουλμάνων ἀλλοφύλων, ποὺ ἐργαλειοποιοῦνται μὲ αὐτὸν τὸν σκοπό. Ἀφ’ ἑτέρου, μὲ τὴν συστηματικὴ τὶς τελευταῖες δεκαετίες ἀποποίηση τῶν ἐθνικῶν δικαίων, ὅπως στὴν περίπτωση τῆς Μακεδονίας, καὶ τὴν συνακόλουθη πολιτικὴ κατευνασμοῦ ἔναντι τῆς Τουρκίας, παράλληλα μὲ τὴν ἰσλαμοποίηση τοῦ ἀνατολικοῦ τόξου τοῦ σήμερα ἐλεύθερου Ἑλληνισμοῦ, ἀπὸ τὴν Θράκη μέχρι τὴν Κύπρο.
Ὑπ ̓ αὐτὴν τὴν ἔννοια, οἱ Ἕλληνες σήμερα καλοῦνται νὰ ἀναβαπτιστοῦν στὰ νάματα τῆς παράδοσης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι κάτι ἄλλο παρὰ ἡ πλέον προοδευτικὴ στάση ζωῆς, πού, καθὼς ἀρθρώνεται στὴν οὐσιώδη, ὀντολογικὴ καὶ ὄχι ἐν εἴδει φολκλὸρ μίμηση τῆς σπουδαίας καὶ τελείας πράξεως ποὺ ἄρχισε νὰ συντελεῖται τὸ 1821, ἐκτείνεται στὸ μέλλον, ἐπιδαψιλεύοντας στὸ παρὸν τὶς προϋποθέσεις τῆς ἐλπίδας ἀνόρθωσης τοῦ Ἕλληνα, τοῦ ἀνθρώπου κάθε φυλῆς καί ὅπου γῆς, καὶ τοῦ κόσμου ὁλόκληρου. Μιᾶς ἐλπίδας ποὺ δὲν συνιστᾶ φενάκη, ἀλλὰ προϋπόθεση Ἐξόδου καὶ Ἀναστάσεως ἀπὸ τὴν σκλαβιὰ καὶ τὴν φθορά, ὅπως προσμαρτυρεῖ τὸ συναμφότερον τοῦ Ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ τῆς 25ης Μαρτίου 1821.

* Κείμενο δημοσιευμένο στο επετειακό συλλεκτικό τεύχος της Νέας Κοινωνιολογίας ‘Η Επανάσταση που Άλλαξε τον Παγκόσμιο Χάρτη’, αφιέρωμα στα 200 χρόνια από το 1821, που κυκλοφορεί από τις 7 Δεκεμβρίου 2021 στα βιβλιοπωλεία (Εκδόσεις Καπόν).

Sketchy thoughts on Good and Evil (part I)

Quite a time ago a friend had asked me to write to him about how do I define Good and Evil, and what do they mean to me. I had pondered on the issue and provided him an answer, which I reproduce here without modifications; it might be of some interest. Not much has changed in my views, I believe.

My friend, thank you for your question. I shall start by providing you with the original Greek terms for Good and Evil. Secondly, I shall give you a rough outline of the grounds Good and Evil are established on in the Greek philosophical tradition and thought, both pagan and Christian. Then, I will write about some fundamental distinctions that will allow you to understand what I am about to claim, namely that:

a. The Good is ontologically identical with: love, beauty, goodness, truth, wisdom, unity, being, life, peace, freedom. On the moral level, you can add all the derivatives of the above, plus, for instance, benevolence, stillness, unselfishness, etc. This has become partly clear by the Greeks 2-3 thousand years ago, but the experiential understanding of it culminated in its theoretical constructions ca. 1500 years ago.

b. Evil is ontologically validated as a paradox reality. For it is about: lack, privation, chaos, destruction, deprivation of substance and form, in fact, Evil is about non-being, and It is non-being itself. But it is not non-being in a way exceeding being, but in a way of absolute nothingness. Could you imagine that? I admit, I have difficulties in imagining it. For, we are beings and as such our relation with corruption is only accidental, partial and never complete. Obviously, we will never reach that state of “non-state”, and even if we did, it wouldn’t allow us to know anything about it. For knowledge is only knowledge of something, and a ‘something’ is already a being! The best the human mind can do, is to depict Evil in ontologically positive ways. All I mean is that the worst version of Evil the human mind can think of, with or without speculation, is an evil ‘entity’, yet a being.

But let’s move on.

I.

A. For the word Good the Greek word options are: 1. ἀγαθός; grammatically masculine genre (Greek has three concrete identifications of nouns, reflected almost always in the suffix of the words: masculine, feminine, neutral). Used both as adjective and noun, the term is extensively used in the literature, since its origins with Homer, to predicate both God, a good man and/or an animal. 2. ἀγαθό(ν); grammatically neutral, predicating material and immaterial things. When predicating immaterial ‘matters’ it serves as adjective, whereas in predicating material goods is holding a noun’s value.

B. For the word Evil the Greek term is: κακό(ν); it is grammatically neutral, and this makes already a point about the understanding of Evil. (There is, similarly to the above, a broadly used masculine word (κακός), but it is always serving as adjective, and thus we don’t need to expand over this since the scope of your question is rather metaphysical than moral. You may see in the Greek literature, Christian – non-Christian, Ancient, Medieval and Modern, pagan and non-pagan, that evil(s) is always rendered either in the singular κακόν, or in the plural κακά.

II.

Greek philosophy, whether in antiquity, late antiquity, early christian times, Byzantium, or the modern times, has always clearly distinguished between Metaphysics / Ontology, Epistemology, and Ethics. But never, among the Greeks these directions become segregated and split from each other: a radical distinction between Metaphysics and Ethics started within western Medieval thought and now, of course, these fields have become so remote from each other as the earth is remoted from the sun. For the Greeks the discussion on the first principles of the Cosmos, the origin and the nature of beings, the constitution and the function of human knowledge, as well as the proper way of living, have always been unified and united, so that morality was a natural outcome of wisdom. This is a very very sketchy outline which can help you to place a discussion on Good and Evil, within Greek civilisation and tradition of thought, whether pagan or Christian. Moreover, one might bear in mind that the Greeks have never been living without religion, namely without reference to the Source of everything. The very constitution of Greek thought posits the fundamental questions and attempts to provide with answers that explicate and rationally advance the mythical outcomes, which, again, are full of religious consciousness. It might be interesting, for you, by the way, to have a suggestion on the origin of the term θρησκεία (religion). Θρησκεία, has been suggested, relates etymologically to terms such as, θρώσκω (to see, to look at; interesting, by the way, that man in Greek is rendered as ἄνθρωπος {compound word, consisted of the preposition ἄνω (up) + θρωπος {he who sees}), θεωρῶ, θωρῶ (to envisage, to have a vision), θεωρία (theory), and much more.

III.

At a certain point, man opened up for a transition from mythical to philosophical thought. One should think of this transition not exclusively on historical terms (namely: it happened once and for ever) but as a constant development the human mind is under even now. You can see, for instance, both on the level of beliefs and traditions of many tribes and on the level of practice in many societies, that there are still thousands of mythical elements that regulate people’s way of being. The Greeks quite early conceived of deity, of divinity, in personal terms (although the Presocratics had thought of the natural elements as principles), and they were very conscious about God’s existence. A divinity that could be contacted in many ways, that could even be influenced by humans in a quite flexible manner; here are hundred thousands of people who suffer being dominated, if not tortured, by concepts of entities of divinity that impose limitations, restrictions, legal relations and many other annoying determinations and prohibitions in the relation of the divine and he human.

That is why I said above that the passage from myth to reason, is still in process. However, I don’t mean that rationality should be praised as divinity. I am only referring to the possibility of encountering with a Good God who is real being, beyond imaginatory perceptions, or blind conduct by sectes of people who claim infallibility or any of the other many tortures of human life and history. So, in this transition, from myth to logos, from mythical thought to philosophical thought, man discovered some fundamental distinctions applying to the cosmos, the metaphysical reality and the way the human being is able to know. Plato recapitulated and advanced these distinctions further, and Aristotle led them to new directions. I list some of the most central of them here, as being relevant to our discussion:

i. Similarity – Dissimilarity

ii. Sameness – Otherness

iii. Identity – Difference

iv. Union – Division

v. Unity – Multiplicity

vi. General – Particular

vii. Form – Matter

viii. God – Man

ix. Cosmos – Chaos

x. Intelligible – Sensible

xi. Being – Non-being

xii. Freedom – Necessity

xiii. Good – Evil

(The list is certainly not perfect; one may add several more distinctions, such as potentiality-actuality, cause-effect, etc, but I shall abstain from entering into such a digression now).

All these above distinctions refer and apply to an ontology of the eternity, as I would call it. Roughly speaking, in the Greek thought prior to Christianity the understanding of the cosmos is that it is eternal. A potential consequence with respect to our topic is, that good and evil are also eternal powers. This has become clear already by Heraclitus, the Milesian wiseman, who had remarked that “War is the Father of all”. In this view, Evil is not something necessarily bad: it facilitates life and development. Indeed, what would be the point of qualifying evil in a world ruled by necessity? The any ‘bad’ that happens is at the same time good in the sense that one can neither reject it nor avoid it. But, if this is so, why then Evil is such a bad thing that we have to call it so, and to contrast it to the Good?

Well, there might be some good reasons for that. For the sake of methodological convenience, I would like us to agree that the best manner of identifying evil is the referential one to the good. So that, if we have to name such a thing as evil, it should be that which is lacking all what constitutes the good. Don’t you, really, think this would be the only appropriate way to reach a real notion of Evil, as an Evil perfectly contrasting the Good? And, then, our understanding about Good and Evil would make good sense? This dialectics could be followed further, but I shall not do it now. What I shall do though, is to give you some inputs that you can find implicit in Plato, because he only intuitively sensed them, and he did not endorse them in an explicit manner. So, here are, in addition to the above distinctions, a couple more; 

i. Eternity – Time (Plato deals with this, though, in the Timaeus dialogue, but the setting here now is different: for Plato time is the moving image of eternity).

ii. Created – Uncreated.

I should like to stay a bit on the second distinction that will also illuminate the first. This distinction is about a novelty that is introduced in the human thinking by the Greek Church Fathers, competent thinkers who addressed Greek thought by means of Christianity. Their thought consists of a combination of theological experience of the truths found in the Old and the New Testament and the reasoning of philosophical thinking. The substantial difference, the novelty in their mind is, that the world is not regarded as eternal. It has a beginning. This beginning is an entrance into being made by, or caused by, the not-being (note here the distinction between not-being I use now and non-being I used earlier about Evil: not-being is referring to ‘exceeding being’, that is being in all its fullfilment and even furthermore. It is beyond the area of what Plato had sensed as ‘beyond being’ (ἐπέκεινα τῆς οὐσίας), whereas Evil is non-being since it is lacking even this it).

Now, roughly, again, the only eternal – conventionally speaking since our language and mind cannot conceive of it – is God’s being. God himself is that eternally being, and that completely being, so that if you decide to call a human or an animal, or even a plant or a stone being, then God should be called not being. In such a world created out of absolute nothing and without any necessity, not even the necessity for God to prove his omnipotence, as St. Augustine beautifully asserts in his Commentary to the book of Genesis, the only reason explaining being and creation-hood, is divine love. It is God himself who decides, we don’t know why and how, to proceed to the production of everything, of all, out of nothing. And since God is the perfect being, carrying on the perfections of the predications of Good I wrote you at the beginning of this answer, what he creates is being and nothing less.

But if this is so, how then does Evil enter into the picture? Is God creating Evil? If yes, how would it be possible, since we know that from the similar comes a similar? A man, for instance, cannot give birth to an apple. This is of course, a simple example, because in God all multiplications are united, as the water in the source before started watering several farms. And, if not, then, how does Evil exist? Was not God omnipotent enough, so to speak, as to not allow the emergence of Evil? So what is Evil? And where does it locate? And why does it exist? These are both difficult and easy questions. A way to conceive of this mystery, is to affirm that God is creating freely. As such, God’s creations have been inherited with the gift of freedom. But freedom is not only about the very gift, but also its use. The latter, its use, is something that God does not wish to determine, or prohibit. Any determination would annihilate immediately the very reality of freedom. And where does freedom abides? Certainly, in the human will. There are many intermediary states that I omit here, and I have to, before reaching the conclusion that, it is the free will, the freedom of will, the human being disposes that is crucial in the decision to be made of either communicating God and thus share in divine love, or to contrast and oppose the source and instead raise a fake, falsely, source of everything, that is ourselves. The first option is an affirmation to goodness. The second is the revelation of evil.

P.S. You may object that while my answer claimed to remain within metaphysics it ended up within moral considerations. Yet, you would be right. For there exists no ontological evil. These sketchy mixed thoughts aimed to tell you that the reality of evil is a paradox. For evil is not…