Συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας «Η Φωνή της Ελλάδας» και την εκπομπή «Έλληνες Παντού» με τον Θανάση Χούπη, το Σάββατο 20 Ιουνίου 2026.
Μπορείτε να την ακούσετε σε αυτόν τον σύνδεσμο από το κανάλι μου στο YouTube:
Επί δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις, και δη το διακομματικό και διακυβερνητικό μπλοκ του κατευνασμού και του φοβικού μινιμαλισμού, παρουσίαζαν τις Διερευνητικές ως ένα τεχνικό μηχανισμό επικοινωνίας
Ανήμερα της δημοσίευσης όσων είπε ο Αχμέτ Νταβούτογλου σε συνέντευξή του στην Καθημερινή της Κυριακής (14 Ιουνίου 2026), επεσήμανα την ανάγκη να καταστεί σαφές στην ελληνική κοινή γνώμη τί απαιτεί και επιδιώκει η Τουρκία από την Ελλάδα, σύμφωνα με τον Νταβούτογλου, και πώς η «Γαλάζια Πατρίδα» έχει μεθοδευθεί ως η επί του πεδίου νεοθωμανική αναθεωρητική αξίωση εις βάρος του ελλαδικού και Κυπριακού Ελληνισμού.
Οι Διερευνητικές Επαφές και η επίσημη αφήγηση της «τεχνικής διαδικασίας»
Ωστόσο, δύο ημέρες αργότερα, στην εκπομπή του Γιώργου Σαχίνη, τόνισα ότι το πλέον αποκαλυπτικό σημείο όσων είπε ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας δεν αφορά ούτε τη «Γαλάζια Πατρίδα», ούτε το ζήτημα της επέκτασης των ελληνικών ΕΧΥ και το τουρκικό casus belli, ούτε καν την περιβόητη φράση του για «το κοινό Αιγαίο». Αφορά κατ᾽ εξοχήν τις Διερευνητικές Επαφές. Δηλαδή, το ερώτημα: «Τί ακριβώς συζητούν οι ελληνικές κυβερνήσεις με την Τουρκία επί 25 χρόνια;». Και εξηγούμαι.
Επί δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις, και δη το διακομματικό και διακυβερνητικό μπλοκ του κατευνασμού και του φοβικού μινιμαλισμού, παρουσίαζαν τις Διερευνητικές ως ένα τεχνικό μηχανισμό επικοινωνίας. Μια διαδικασία, δηλαδή, χαμηλής πολιτικής έντασης, που λειτουργούσε ως απαραίτητος δίαυλος ελληνοτουρκικού διαλόγου δίχως όμως να παράγει δεσμεύσεις και να προδικάζει αποτελέσματα, πολλώ δε μάλλον δίχως να διαμορφώνει τετελεσμένα. Τουλάχιστον, αυτό έλεγαν.
Ωστόσο, οι αναρίθμητες δηλώσεις θεσμικών και μη θιασωτών των Διερευνητικών Επαφών, πολιτικών και τεχνοκρατών, αιρετών και εξωκοινοβουλευτικών, και λοιπών προσώπων με ενεργό ανάμιξη σε αυτές, καθώς και διαφόρων θεωρητικών, αναλυτών, δημοσιογράφων, και λοιπών εκπροσώπων του λόμπι του κατευνασμού, μαρτυρούν μια διαφορετική πραγματικότητα που τόσο ο γράφων όσο και πολλοί άλλοι έχουν συστηματικά επισημάνει.
Δεν σκοπεύω επί του παρόντος να απαριθμήσω όλα όσα ελπίζω κάποτε να συγκεντρωθούν σε επίκαιρη έκδοση με τίτλο: «Το Αλφαβητάρι του Κατευνασμού στα Ελληνοτουρκικά: Απάνθισμα μειοδοτικών θέσεων στον ελληνικό δημόσιο λόγο κατά τον 21ο αιώνα». Εν προκειμένω αυτό που με απασχολεί είναι η τελείως «διαφορετική πραγματικότητα» που έρχεται να αποκαλύψει με τις διατυπώσεις του στην Καθημερινή ο πρώην Πρωθυπουργός και πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας.
Οι τέσσερις λέξεις του Νταβούτογλου που αλλάζουν το ερώτημα
Ο Νταβούτογλου δεν μίλησε για γενικές συζητήσεις μεταξύ των δύο χωρών, ούτε για απλή ανταλλαγή απόψεων, ή θεωρητικές προσεγγίσεις και διερευνήσεις. Προέβη σε δημόσια παραδοχή τεσσάρων παραμέτρων που εξ όσων είμαι σε θέση να θυμάμαι επιβεβαιώνονται για πρώτη φορά τόσο ρητά και κατηγορηματικά από την τουρκική πλευρά.
Οι λέξεις-κλειδιά του Νταβούτογλου, «ιδιωτικές συνομιλίες», «χάρτες», «δικαιώματα προσδιορισμένα μεταξύ των δύο πλευρών», και «σημαντική πρόοδος», είναι εξαιρετικά βαριές διατυπώσεις που αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς προέρχονται όχι από κάποιο δημοσιογράφο ή αναλυτή, αλλά από έναν άνθρωπο που συν τοις άλλοις υπήρξε κεντρικός διαμορφωτής της τουρκικής στρατηγικής στον 21ο αιώνα.
Οι χάρτες δεν είναι ουδέτερα τεχνικά εργαλεία
Προτού προχωρήσω, ας μου επιτραπεί να επισημάνω κάτι περί χαρτών. Οι χάρτες δεν είναι ουδέτερα τεχνικά εργαλεία. Στα Ελληνοτουρκικά, κάθε χάρτης ενσωματώνει πολιτικές παραδοχές. Η κάθε γραμμή που χαράσσεται πάνω σε ένα χάρτη προϋποθέτει μια ορισμένη αντίληψη περί κυριαρχίας, δικαιοδοσίας, και κατανομής δικαιωμάτων, η οποία και αντικατοπτρίζεται στην εκάστοτε τέτοια χάραξη. Επομένως, ας έχουμε υπόψη ότι ο Νταβούτογλου δεν μιλά για θεωρητικές συζητήσεις, αλλά για συγκεκριμένες αποτυπώσεις.
Το βασικό ερώτημα: τι ακριβώς συζητούσαν οι Διερευνητικές;
Από κει και πέρα, σαφώς, οι δηλώσεις ενός Τούρκου πολιτικού δεν συνιστούν αδιαμφισβήτητη περιγραφή της πραγματικότητας, ιδίως όταν γνωρίζουμε τους συνήθεις μηχανισμούς της τουρκικής προπαγάνδας. Αυτό όμως δεν αρκεί για να παρακαμφθούν τα ακόλουθα κρίσιμα ερωτήματα:
Τί ακριβώς εννοεί ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας; Σε ποιούς χάρτες αναφέρεται; Ποιά δικαιώματα θεωρεί ότι «προσδιορίστηκαν»; Ποιά ήταν η φύση της προόδου την οποία επικαλείται; Και κυρίως: Γιατί η ελληνική κοινωνία δεν γνωρίζει σχεδόν τίποτε για μια διαδικασία που διήρκεσε περισσότερο από δύο δεκαετίες και αφορά, όπως διαφαίνεται, τον πυρήνα των ελληνοτουρκικών διαφορών;
Στο τελευταίο ερώτημα ιδίως, έχει κατά καιρούς δοθεί ως απάντηση η επίκληση της εμπιστευτικότητας, ότι δηλαδή καμία σοβαρή διαπραγμάτευση δεν διεξάγεται δημοσίως. Αντιπαρερχόμενος ωστόσο την προβληματικότητα που η ομολογία περί ύπαρξης διαπραγματεύσεων ευθύς εξαρχής ενέχει, θέλω να σταθώ σε μια κρίσιμη λεπτομέρεια.
Η διακριτικότητα η οποία διασφαλίζει ενδεχομένως τις προϋποθέσεις μιας παραγωγικής συζήτησης δεν μπορεί να συνεπάγεται τη διαμόρφωση ενός πλαισίου ακύρωσης και εκμηδενισμού της δημόσιας λογοδοσίας σε ζητήματα τόσο κρίσιμα όπως τα Ελληνοτουρκικά. Υπό την έννοια αυτή, οι δηλώσεις Νταβούτογλου επαναφέρουν με ένταση ένα ερώτημα που επί χρόνια τίθεται από αμερόληπτους Έλληνες αναλυτές και ειδικούς, το οποίο σκοπίμως κάποιοι επιχειρούν να θέσουν στο περιθώριο:
Ποιό ακριβώς ήταν το αντικείμενο των Διερευνητικών Επαφών;
Διότι αν πράγματι υπήρχαν χάρτες, αν συζητούνταν συγκεκριμένες αποτυπώσεις δικαιωμάτων και αν είχε επιτευχθεί «σημαντική πρόοδος», τότε δεν μιλάμε για απλή ανταλλαγή απόψεων, αλλά για μια διαδικασία που κατά την τουρκική τουλάχιστον αντίληψη είχε αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το πρώτο μεγάλο πολιτικό πρόβλημα που αναδεικνύει η συνέντευξη Νταβούτογλου.
Επί ένα τέταρτο του αιώνα, η ελληνική κοινή γνώμη καλούνταν να εμπιστευθεί ότι όλα βαίνουν καλώς, ότι οι Διερευνητικές είναι απλώς ένας δίαυλος επικοινωνίας, ότι δεν παράγονται δεσμεύσεις και ότι δεν τίθεται κανένα ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η εικόνα όμως που περιγράφει ο Τούρκος θεωρητικός του Στρατηγικού Βάθους είναι εντελώς διαφορετική. Μιλά για μια διαδικασία που μόνον αδιάφορη και ουδέτερη δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς η ελληνική πλευρά φέρεται να έχει συμβάλει στη σημείωση προόδου επί μιας συζήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων που, κατά τον ίδιο, είχε αποτυπωθεί σε χάρτες και είχε οδηγήσει στον προσδιορισμό ορισμένων δικαιωμάτων μεταξύ των δύο πλευρών.
Οι παράμετροι που θέτει ο Νταβούτογλου με αυτές τις παραδοχές του είναι καίριες. Διότι, αν ο ίδιος είναι ανακριβής, η Αθήνα και η ελληνική κυβέρνηση οφείλουν να το πουν, να τον καταγγείλουν δηλαδή, να τον διαψεύσουν. Αν όμως είναι ακριβής, τότε η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να εξηγήσει στην ελληνική κοινή γνώμη τί ακριβώς συνέβη. Όσο η ελληνική κυβέρνηση σιωπά, επιτρέποντας σε εκφραστές του λόμπι του κατευνασμού να χειρίζονται διάφορες διαρροές προς εξυπηρέτηση συμφερόντων και αντιλήψεων που δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με την υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, τόσο εκχωρεί αποκλειστικά στην τουρκική πλευρά το δικαίωμα της ερμηνείας. Και αυτό μας φέρνει στο σημείο ακριβώς στο οποίο η συνέντευξη Νταβούτογλου αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική πλευρά.
Από τον διάλογο στη διαπραγμάτευση: το πολιτικό πρόβλημα της Αθήνας
Επί δύο και πλέον δεκαετίες ανδρώθηκε στην Αθήνα μια ολόκληρη σχολή σκέψης η οποία αντιμετώπιζε τα Ελληνοτουρκικά πρωτίστως ως πρόβλημα ελλείμματος διαλόγου. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ένταση στο Αιγαίο δεν οφείλεται σε αδιανόητες πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις, μονομερείς και αναθεωρητικές, που αμφισβητούν ευθέως την ελληνική εθνική κυριαρχία και επιβουλεύονται την ίδια την ύπαρξη του ελληνικού κράτους, αλλά στην αδυναμία των δύο πλευρών να οικοδομήσουν επαρκή εμπιστοσύνη, να αναζητήσουν δημιουργικές λύσεις και να επενδύσουν σε ένα διαρκή πολιτικό διάλογο!
Μέσα σε αυτό το κλίμα και τρόπο σκέψης αναπτύχθηκε σταδιακά ένα ολόκληρο λεξιλόγιο κατευνασμού, το οποίο οι διακομματικοί και υπερκομματικοί εκφραστές του έχουν διανθίσει με πληθώρα ευφυολογημάτων. Σταχυολογώ ενδεικτικά: «Θάλασσα που ενώνει», «Κοινός χώρος», «Αμοιβαία συμφέροντα», «Δύο πλευρές του Αιγαίου», «Ιστορικός συμβιβασμός», «Τουρκικά παράλια του Αιγαίου», «Το Αιγαίο δεν είναι γαλάζια λίμνη», «Έντιμος συμβιβασμός», και ούτω καθεξής. Οι έννοιες αυτές μάλιστα παρουσιάζονται διαρκώς ως εκφράσεις ρεαλισμού και πολιτικής ωριμότητας.
Έρχεται όμως εκ νέου τώρα ο Νταβούτογλου και μας υπενθυμίζει ότι, ενώ στην Αθήνα συζητούσαμε συχνά πώς θα προσαρμοσθεί η Ελλάδα σε μια νέα εποχή συνεννόησης, η Άγκυρα ουδέποτε εγκατέλειψε τις βασικές στρατηγικές επιδιώξεις της. Δεν έχει μεταβάλει ούτε κατ᾽ ελάχιστον τις θέσεις της, ούτε για το Αιγαίο, ούτε για τη Θράκη, ούτε για την Κύπρο, ούτε για την Ανατολική Μεσόγειο. Μάλιστα, όλα αυτά συνιστούν πυλώνες της τουρκικής στρατηγικής θεώρησης του ευρύτερου γεωπολιτικού χώρου.
Οπότε, ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας εμφανίζεται εκ νέου να θεωρεί αυτονόητο ότι οι ελληνικές θέσεις μπορούν να τεθούν στο τραπέζι μιας πολιτικής διαπραγμάτευσης, ακριβώς επειδή, κατ᾽ αυτόν, τοιούτο ήταν το πνεύμα μέσα στο οποίο κινήθηκαν επί χρόνια οι Διερευνητικές. Και ξέρετε ποιό είναι το τραγικό στοιχείο σε όλο αυτό; Ότι όχι μόνον δεν μπορεί κανείς να τον διαψεύσει, αλλά ενισχύεται στα λεγόμενά του από δημόσιες τοποθετήσεις Ελλήνων αξιωματούχων.
Από τον Παπανδρέου στον Αποστολίδη: οι ελληνικές παραδοχές
Οι δηλώσεις Νταβούτογλου αποκτούν ακόμη περισσότερη σημασία, αν συνδυαστούν με παλαιότερες τοποθετήσεις του Γιώργου Παπανδρέου. Ο Έλληνας πρώην Πρωθυπουργός έχει υποστηρίξει δημοσίως ότι το 2003 οι δύο πλευρές είχαν φτάσει πολύ κοντά σε σύμπτωση απόψεων. Κι επομένως, όταν η ελληνική πλευρά μιλά για «σχεδόν συμφωνία» και ο Νταβούτογλου για «σημαντική πρόοδο», η ανάγκη διευκρινίσεων καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη.
Επιπλέον, θυμίζω στον αναγνώστη, δήλωση του επικεφαλής της ελληνικής πλευράς των τελευταίων κύκλων των Διερευνητικών Επαφών, πρέσβη επί τιμή και πρώην αρχηγού της ΕΥΠ, Παύλου Αποστολίδη. Ο οποίος σε συνέντευξή του στην Καθημερινή της Κυριακής 3 Νοεμβρίου 2024, δήλωνε αναφορικά με την επέκταση των ελληνικών εθνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια (ή τη μέση γραμμή) τα εξής: «Νομικά είναι εφικτό, αλλά αν γίνει, τότε δεν θα υπάρχει περιεχόμενο συζήτησης για την υφαλοκρηπίδα, διότι δεν θα υπάρχει πλέον υφαλοκρηπίδα για να συζητηθεί. Αν πάμε παντού στα 12 μίλια τότε κλείνει όλο το Αιγαίο, γίνεται σχεδόν ολόκληρο ελληνικά χωρικά ύδατα και υφαλοκρηπίδα και μένει για την Τουρκία μόνο ένα περίπου 5%. Άρα, σε αυτή την περίπτωση, δεν έχει νόημα κάποιο συνυποσχετικό γι᾽ αυτό το 5%».
Ενώ σε άλλο σημείο της ίδιας συνέντευξης αναφέρει ότι: «γινόταν μια άτυπη ανταλλαγή απόψεων για τα σημεία που η όποια επέκταση πέραν των 6 μιλίων εκατέρωθεν θα μπορούσε να συναντήσει θετική υποδοχή ή ενδεχόμενες αντιρρήσεις από τη μια ή την άλλη χώρα». Και προσθέτει: «Όσον αφορά στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε στη συνέχεια να προχωρήσουμε μονομερώς στην τμηματική επέκταση, αλλού στα 8, αλλού στα 10 και αλλού στα 12 μίλια, εφόσον θα υπήρχε ανταπόκριση και από την άλλη πλευρά».
Αν τώρα, αντιπαραβάλει κανείς τις διατυπώσεις Νταβούτογλου στη συνέντευξη της περασμένης Κυριακής με τις θέσεις της ελληνικής πλευράς όπως διατυπώθηκαν ανωτέρω δια στόματος Αποστολίδη, διαπιστώνει όχι μόνον τον κοινό παρονομαστή τους, αλλά κυρίως ότι ο Νταβούτογλου ερμηνεύει και επαληθεύει πράγματα που αφορούν όχι την Άγκυρα, αλλά την Αθήνα.
Το κυριότερο που αφορά στην Αθήνα είναι κάτι που δυστυχώς δεν το κρύβει ούτε η ελληνική πλευρά: ότι η άσκηση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν περνά από την αποδοχή των τουρκικών θέσεων ως αφετηρία διαπραγμάτευσης! Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της συνεχούς αναφοράς Νταβούτογλου σε «κοινά συμφέροντα», «πολιτική βούληση», «αμοιβαία κατανόηση» και «ιδιωτικές συνομιλίες», «δικαιώματα και ευθύνες στο Αιγαίο» που έχουν «τόσο η Τουρκία όσο και η Ελλάδα».
Πίσω από μια γλώσσα φαινομενικά συμφιλιωτική κρύβεται το κρίσιμο γεγονός ότι οι Διερευνητικές ήταν το πλαίσιο θεμελίωσης για την Ελλάδα των βασικών τουρκικών παραδοχών. Παραδοχές οι οποίες, όπως μαρτυρά και ο Έλληνας επικεφαλής Πρέσβης Αποστολίδης, είχαν ήδη γίνει δεκτές ως νόμιμο σημείο εκκίνησης.
Το ερώτημα που μένει στην Αθήνα: στρατηγική συνέπεια ή στρατηγική αυταπάτη;
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το πολύτιμο εξαγόμενο των όσων επαναδιατύπωσε ο Νταβούτογλου στην Καθημερινή, δεν αφορά την Τουρκία, η οποία εξάλλου σπανίως αποκρύπτει τις στρατηγικές της επιδιώξεις. Αφορά πρωτίστως τις αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν επί χρόνια στην ελληνική δημόσια σφαίρα και επιχειρήθηκε να επιβληθούν στην ελληνική κοινή γνώμη ως πατριωτικό καθήκον πατριωτικών κυβερνήσεων. Ότι δηλαδή, η διαρκής συζήτηση αρκεί για να μεταβάλει τις τουρκικές επιδιώξεις. Ή ότι η καλή θέληση μπορεί να υποκαταστήσει τους συσχετισμούς ισχύος. Ή ότι το πρόβλημα είναι ο ελληνικός «μαξιμαλισμός» (βλ. Χρήστος Ροζάκης) και όχι οι διακηρυγμένες τουρκικές διεκδικήσεις. Ο Νταβούτογλου έρχεται να μας υπενθυμίσει ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή, οι τουρκικές θέσεις παραμένουν αμετάβλητες. Και άρα, το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα έχει τη διάθεση να αποκτήσει την ίδια στρατηγική συνέπεια με την Τουρκία.
Επιπλέον, καθίσταται σαφές ότι οι αναφορές Νταβούτογλου σε «χάρτες» αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας διαχρονικής συζήτησης που ενδέχεται να έχει θεμελιώσει τη λογική συνδιαχείρισης και κατανομής δικαιωμάτων στο Αιγαίο, για την οποία ο ίδιος ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας είπε, βεβαίως, ότι δεν θα είναι 50-50. Θυμίζω, στο σημείο αυτό, και προκειμένου ο αναγνώστης να διαπιστώσει το εύρος της ταύτισης θέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τη σχετική δήλωση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στον Αλέξη Παπαχελά: «Οι βασικές παράμετροι μιας Συμφωνίας είναι απλές, πάρα πολύ απλές. Η υφαλοκρηπίδα θα μοιραστεί λογικά. Εμείς θα πάρουμε το μεγάλο μέρος, οι Τούρκοι θα πάρουν το μικρό. Και περίπου θα έχουμε συμφωνήσει, και θα αφήσουμε το Δικαστήριο να τη χαράξει τη γραμμή».
Ασφαλώς, από τις προ εικοσαετίας περίπου εκτιμήσεις του πατέρα του σημερινού Έλληνα Πρωθυπουργού μέχρι την επιβεβαίωσή τους προχθές από τον Νταβούτογλου μεσολαβεί μια απόσταση για την οποία η ελληνική κοινωνία γνωρίζει ελάχιστα. Η Τουρκία, στο κάτω της γραφής, είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί μαζί της, λέει και επιδιώκει τα ίδια πράγματα επί δεκαετίες.
Επομένως, το ερώτημα είναι αν στην Ελλάδα υπήρξε ποτέ αντίστοιχη στρατηγική διαύγεια, αντίστοιχη συνέχεια και αντίστοιχη ειλικρίνεια απέναντι στους Έλληνες πολίτες για το τι ακριβώς συζητείται, τι ακριβώς έχει τεθεί υπό μυστική διαπραγμάτευση (ο Νταβούτογλου μιλά για ιδιωτικές συζητήσεις), και ποια είναι τα όρια πέρα από τα οποία μια εθνική θέση παύει να είναι διαπραγματεύσιμη.
Διότι η δημοκρατία προϋποθέτει ενημερωμένους πολίτες και όχι μόνον ενημερωμένους διαπραγματευτές. Όπως ακριβώς η εθνική κυριαρχία προϋποθέτει την άσκησή της ως χρέος ιερό και όχι απλώς την επίκλησή της ως δικαίωμα δικανικό. Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα που αφήνει πίσω της η συνέντευξη Νταβούτογλου.
Ο ερευνητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Όσλο και αρθρογράφος – αναλυτής ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής και εθνικών θεμάτων Παναγιώτης Παύλος, με αφορμή τις εξελίξεις στο πόλεμο των ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν, εξετάζει τον αντίκτυπο των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Από την χριστιανική Σαϊντανάγια της Συρίας υπό πολιορκία από τις δυνάμεις Τζολάνι, στο δόγμα της γαλάζιας πατρίδας και την συνέντευξη Νταβούτογλου, που κατά τον κ. Παύλο δεν αποκαλύπτει απλά την κατευναστική φοβική στάση του πολιτικού συστήματος της Ελλάδας, αλλά και τις προχωρημένες συζητήσεις ιδιωτικά στο πλαίσιο των διερευνητικών για το Αιγαίο.
Αναρωτιέται δημόσια προς το διπλωματικό γραφείο του πρωθυπουργού, αν η κλοπή υποθαλάσσιου πλούτου, όπως της εθνικής αλιείας, με τουρκικά αλιευτικά να ψαρεύουν εντός των 6 ναυτικών μιλίων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου εκτός από κλοπή, συνιστά και εκχώρηση κυριαρχίας ειδικά σε θέματα αλιείας και αν αυτό από μόνο του δεν συνιστά κατάλυση εθνικής κυριαρχίας, τότε τι ακριβώς περιμένουμε να νομοθετηθεί πρώτα, από την τουρκική εθνοσυνέλευση, για την λεγόμενη “γαλάζια πατρίδα”;
The President of Iceland, Halla Tómasdóttir, with the Ambassador of Greece to Norway and Iceland, Efthymios Charlaftis.
Greece opens a geopolitical bridge to the North – The new ambassador in Reykjavik, opportunities for Athens, the role of Ankara
The new Ambassador of Greece to Oslo, Mr. Efthymios Charlaftis, visited Reykjavik, Iceland, last month and presented his credentials to the President of Iceland, Ms. Halla Tómasdóttir. Under different circumstances, this would simply be the usual practice of Greece’s diplomatic envoy to Norway also representing the country in the North Atlantic island of the Vikings.
However, the Greek Ambassador crossed half the ocean, facing both opportunities and challenges. Although the Icelandic President expressed admiration for ancient Greek civilization, confirmed alignment on major international issues, and acknowledged the potential for further bilateral relations, all of this takes place at a moment when Athens must seriously take into account geopolitical developments and data.
On February 6, the Icelandic government approved Ankara’s request to open a Turkish embassy in Reykjavik, with operations scheduled to begin within the current year. This Turkish move is not coincidental, nor is it related to the small number of Turks living in Iceland.
The geopolitical upgrade of Iceland
Iceland holds major geostrategic value in the North Atlantic due to its position in the GIUK Gap (the passage between Greenland, Iceland, and the United Kingdom), which controls submarine and commercial routes (a choke point). Although it does not maintain a standing army, its existence is decisive for NATO activity in the Arctic (since 2014 NATO presence has increased through surveillance aircraft and anti-submarine capabilities), and its importance is continuously upgraded due to monitoring Russian activity in the region. Its ties with the United States remain strong, while it also plays an important role in environmental policy, research, and sustainable shipping.
New maritime routes make Iceland a potential logistics hub between the Arctic, Europe, and North America. At the same time, the country functions as a strategic gateway to the maritime routes of the Atlantic and the Arctic Circle, with direct relevance to trade routes leading to Asia.
Naturally, the shift of the global geopolitical center of gravity toward the Arctic highlights it as a critical parameter for strategic balance, as Iceland can function as a control point of sea routes, a NATO operational springboard in times of crisis, and a means of strengthening political, economic, and geopolitical cooperation with major powers (the USA, Russia, China).
Turkey in the Arctic: Strategy and benefits
In recent years, Turkey has been attempting a strategic penetration into the North Atlantic and the Arctic, expanding its presence there through Norway (since 2019 it has conducted five TASE – Turkish Arctic Scientific Expeditions), and through active participation in protocols such as the Spitsbergen for the Svalbard Islands (Greece signed the same protocol in 1925, without any active involvement to date).
Iceland is a member of the Arctic Council, in which Turkey participates as an observer state. The new embassy in Reykjavik will provide Ankara with direct access to countries and institutions of Northern Europe, with multiple benefits—commercial, economic, and geopolitical. Furthermore, it will allow Turkey to shape a new framework of influence over Arctic decisions and programs, to actively participate in security, research, and maritime route issues, and to strengthen its international image. In this way, Turkey upgrades its role as a maritime power and expands its strategic interests in the North Atlantic and Arctic regions.
The establishment of the embassy sends a clear message that Ankara seeks a global presence beyond the Mediterranean and the Balkans—given its already active engagement in Africa. It creates a direct channel of political communication with Iceland and a new springboard for bilateral and multilateral diplomacy near Greenland and the broader Arctic region.
In the medium term, it strengthens Turkey’s image as an emerging global diplomatic power in Arctic affairs, new maritime routes, and energy resources. All of this demonstrates that the Turkish embassy in Reykjavik constitutes a strategic step of political, economic, and geostrategic penetration into Northern Europe and the Arctic.
The Greek community in Iceland
The Greek presence in Iceland is small but noteworthy. The first organized migration movements were mainly linked to academic and professional activities, while the economic crisis of the 2010s led to an exponential increase in the Greek population, which today numbers at least 800 people.
In 2004, when Greece lifted the trophy of the European Football Championship, only 8 Greeks living in Reykjavik celebrated there, as recounted by one of them, Antonis Koumouridis, then a resident physician in Iceland and today a plastic surgeon living and working in Norway. Most Greeks in Iceland live in Reykjavik and work in tourism, hospitality, education, and research, while also participating actively in businesses—including even a Greek loukoumades shop—as well as in educational and cultural activities.
Since Greece does not maintain an embassy in Reykjavik, diplomatic relations are covered by the Greek Embassy in Oslo. Over the past 20 years, however, the Icelandic philhellene Rafn Alexander Sigurdsson, Greek Honorary Consulate in Iceland, has significantly contributed to strengthening bilateral relations, supporting the Greek community and acting as a bridge between the two countries.
In 2017, during the visit there of Ecumenical Patriarch Bartholomew and Metropolitan Cleopas of Sweden, the foundations were laid for the Greek Orthodox parish of Apostle Bartholomew in Reykjavik, under the jurisdiction of the Metropolis of Sweden and All Scandinavia, recognized by the Icelandic authorities. Despite its establishment, however, the spiritual needs of Greeks remain significant, as there is no permanent or regular priestly presence.
At present, Greece maintains limited contact with Icelandic universities through programs such as Erasmus. At a time when Turkey possesses structures such as the national DEHUKAM Center for Maritime Law and Sea Studies, and systematically seeks to establish footholds to challenge the status quo in the Aegean and the Eastern Mediterranean, Greece urgently needs to utilize the opportunities provided by its diaspora and the Greek shipping industry.
Air and cultural connection Athens – Reykjavik
The restoration of the direct air connection between Athens and Reykjavik, which was suspended two years ago due to the bankruptcy of the carrier Play OG, is a critical factor for strengthening Greece–Iceland relations. A possible new connection would bring multiple benefits: it would boost tourism and Icelandic visits to Greece, promote bilateral economic and commercial relations, facilitate students and entrepreneurs, and ensure better service for the needs of Greeks living in Iceland, while also increasing the international footprint of Greek airlines.
The historical and cultural dimension further strengthens the importance of Greece for the “Frozen Island,” and vice versa. Greece is particularly beloved by Icelanders: Iceland is referred to as Thule by Pytheas of Massalia and Pliny, while Icelandic mentality is so similar to the Greek that Icelanders have been described as “the Mediterranean’s of the North.”
It is no coincidence that a favorite Greek song of Icelandic philosophy professor at the University of Oslo and internationally leading expert on Plotinus, Eyjólfur Kjalar Emilsson, is “The Train Leaves at Eight”, with lyrics by Manos Eleftheriou and music by Mikis Theodorakis. This cultural familiarity makes closer ties between the two countries both natural and strategically beneficial.
Σε αυτήν την ωριαία ραδιοφωνική συζήτηση με τον Γιώργο Σαχίνη, στο Ράδιο 98.4, τη Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026, ο Παναγιώτης Παύλος, ερευνητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Όσλο, προβαίνει σε μια διαφορετική ανάγνωση των εξελίξεων στον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Αναφερόμενος στη γενικότερη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και τη Δυτική Ασία, εξηγεί γιατί είναι εξίσου σημαντική στην ανάλυση και η “θεολογία” της ισχύος, όταν μάλιστα εμφανίζεται απέναντι στο σύστημα του Ιράν με τις θεοκρατικές αντιλήψεις αυτό που ο Π. Παύλος αποκαλεί «δυτική εκδοχή τζιχάντ», κατά την οποία οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν το Ιράν ως “δαίμονα” της ανθρωπότητας. Ενώ αίσθηση προκαλούν και όσα επισημαίνει σε αυτές τις συνθήκες για την Ελλάδα.