Ὀρθοτομοῦντες ἤ καινοτομοῦντες τόν Λόγον τῆς Ἀληθείας;

Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀποφάσισε μέ τήν ἐγκύκλιο 3041, τῆς 21ης Ἀπριλίου 2021, τήν ἀλλαγή τῆς ὥρας τέλεσης τῆς Ἀκολουθίας τῆς Ἀναστάσεως καί τῆς Πασχάλιας Θείας Λειτουργίας ἀλλά καί τοῦ περιεχομένου της.

Ἀμφότερα ἔγιναν μέ τρόπο ἀντικανονικό, ἀντιβαίνοντας ἐξόφθαλμα ὄχι μόνον στήν μακραίωνη πράξη καί Ὀρθοπραξία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀλλά καί στούς Ἱερούς Κανόνες πού διέπουν τή λειτουργική ζωή της. 

Πρόκειται γιά ἀπόφαση μέ ἀνυπαρξία μέριμνας ὑπέρ τοῦ ποιμνίου, πού ἔχει προφανῶς ὡς γνώμονα τό κοσμικό πνεῦμα. 

Ἡ μετάθεση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Πάσχα στό σούρουπο τοῦ Μ. Σαββάτου καί ἡ προσφιλής σέ ἀρκετούς δυστυχῶς Ἑλληνες Ἀρχιερεῖς σύμπτυξη καί κατακρεούργηση τῆς Ἀκολουθίας τῆς Ἀναστάσεως, καμία συμβολή στήν ὑπεράσπιση τῆς δημόσιας ὑγείας δέν παρέχουν, πέραν τοῦ ὅτι ἐπιτρέπουν ἁπλῶς στήν κοσμική ἐξουσία νά ἐμφανισθεῖ ὡς ἄλλος Καίσαρας.

Διότι αὐτή ἡ ἀλλαγή ὥρας, μέ δεδομένους τούς περιορισμούς πού ἡ ἴδια ἐγκύκλιος ὁρίζει, συνιστᾶ αντίφαση, αὐτοαναίρεση καί ὑπόδειγμα ἀλογίας ἀπό πλευρᾶς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί ἴσως καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου πού, ὡς φαίνεται, ἐπέμεινε ὥστε νά ἐγκριθεῖ αὐτή ἡ ἀλλαγή.

Ἀλλά τί ὠθεῖ τούς Ἀρχιερεῖς ἐκείνους πού δέχθηκαν, διότι δέν συμφώνησαν ὅλοι σέ αὐτή τήν ἀπόφαση, μιά τέτοια ἐξόφθαλμη καταστρατήγηση τῆς τάξης καί τῆς οὐσίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας; Πῶς ὁδηγούμαστε στό «ἔχουμε ἐντολή νά γίνουν ὅλα σύντομα», πού ἀνερυθρίαστα ὁ ἐκπρόσωπος τύπου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δηλώνει δημοσίως;

Γιατί γιά μιά ἱκανή μερίδα τῆς σημερινῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά καί τοῦ ἐξωτερικοῦ, τό Λειτουργικό Μυστήριο, ἡ λειτουργική ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀπό πεμπτουσία, κέντρο καί, τρόπον τινά, σκοπός τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, κατάντησε ἐργαλεῖο καί μέσο ἄσκησης ἐξουσίας ἐπί τῶν ἀνθρώπων, στοιχεῖο προφανῶς ξένο πρός τήν ὀρθόδοξη παράδοση;

Διότι σήμερα ὑπάρχουν, μεταξύ ἄλλων, δύο τουλάχιστον συγκλίνοντες τύποι Ἀρχιερέως, ξένοι πρός τήν ἑλληνορθόδοξη παράδοση. Ὁ ἕνας εἶναι αὐτός τοῦ «Δεσπότη», ὁ ὁποῖος ἀντιλαμβάνεται τόν ρόλο του ὡς ἄσκηση ἐξουσίας ἐπί τῶν πιστῶν, καί ὁ ἄλλος αὐτός τοῦ μάνατζερ καριέρας, ὁ ὁποῖος ἀντιλαμβάνεται τήν Μητρόπολή του καί τήν ἐμπιστευθεῖσα ἀπό τήν Ἐκκλησία ἀποστολή του ὡς σχέδιο ἀτομικῆς ἀνέλιξης. 

Ἀμφότεροι οἱ τύποι αὐτοί ἔχουν ἰδιαίτερα χαμηλά στόν κατάλογο προτεραιοτήτων τους τήν τήρηση τῶν προσηκόντων πρός τήν ἐκκλησιαστική τάξη τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, γιά νά μήν ποῦμε ὅτι γιά ὁρισμένους ἡ λειτουργική ζωή ἐνίοτε φαίνεται νά προσιδιάζει σέ «ἀναγκαῖο κακό».

Ἀδυνατοῦν νά ἀντιληφθοῦν τήν ὕπαρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χρόνου καί τοῦ ἀνακαινισμοῦ πού αὐτός ἐπιφέρει στόν κτιστό χρόνο καί τήν κτίση, καί φυσικά τούς εἶναι ἐπίσης ἀδύνατον νά ὑποψιαστοῦν ὅτι τά γεγονότα τῆς Ἀναστάσεως δέν εἶναι σύμβολα, ὅπως τά θεωρεῖ ἡ προτεσταντική θεολογία, ἀλλά μυστήριο εἰσόδου τοῦ Ἀκτίστου στό κτιστό, καί ἀντιστρόφως.

Ἡ μακρόχρονη καί εἰς βάθος προτεσταντοποίηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία συνεπάγεται καί τήν κατανόηση τῶν πτυχῶν τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἁπλῶν συμβόλων πού διευκολύνουν τήν καταχρηστική ἑρμηνεία τῆς Οἰκονομίας κατά τό δοκοῦν καί ἰδιοτελῶς, καί ὄχι ὡς πραγματικότητα μέ ὀντολογικό περιεχόμενο, πού δέν καθορίζουμε ἀλλά μᾶς καθορίζει, ὁδηγεῖ μαθηματικά σέ ἀποφάσεις ἀνήκουστες, ὅπως ἡ συνοδική τοῦ φετινοῦ Πάσχα. 

Πράγματι, ὅσοι ἐπιπόλαια συνηγοροῦν ὑπέρ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, ἐπικαλοῦνται τήν ἔννοια τῆς Οἰκονομίας τῆς Ἐκκλησίας, ἀγνοώντας ὅτι ἡ Οἰκονομία προϋποθέτει τόν Λόγο καί ὄχι τόν παραλογισμό. 

Ἡ Διοίκηση τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας -διότι ὁ εὐσεβής κλῆρος καί ὁ πιστός λαός ἔχουν σαφέστατα λάβει ἤδη ἀποστάσεις ἀπ’ αὐτή τήν μεθόδευση- ἐπικαλεῖται τήν Οἰκονομία, γιά νά ἀναγκάσει τούς 10.000 ἱερεῖς νά παραβοῦν Ἱερούς Κανόνες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας καί νά τελέσουν δύο Θεῖες Λειτουργίες ἐντός 24ώρου.

Κι ἄν μιά τέτοιου εἴδους Οἰκονομία θά εἶχε ἔννοια σέ περιπτώσεις ἔλλειψης ἱερέων ἔναντι πληθώρας ἱερῶν ναῶν (ὁ γράφων ἔχει πεῖρα τέτοιων περιπτώσεων σέ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στην Ἑλλάδα καί στό ἐξωτερικό, πού ὅμως δέν ἀφοροῦν στήν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας), καί ἄρα οὐδόλως σχετίζεται μέ τήν συγκεκριμένη περίσταση, στήν προκειμένη περίπτωση πρόκειται μᾶλλον γιά τήν οἰκονομία πού συνδέεται μέ ἐνδεχόμενα ὀφέλη πού ἐπιδαψιλεύει ὁ συμψηφισμός τοῦ τανγκό πού χορεύει ἡ Ἐκκλησία ἀπό πέρυσι μέ τό Κράτος.

Κι ἐνῶ οἱ ἀντιδράσεις στό μεῖζον αὐτό ἀτόπημα τῆς συνοδικῆς ἐγκυκλίου πληθαίνουν, δημοσιεύονται διαρκῶς κείμενα ὁρισμένων Ἀρχιερέων καί λοιπῶν κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιστρατεύονται, αὐτοβούλως ἤ κατ ̓ ἐντολήν, γιά νά ἐπιπλήξουν τά ἔνστικτα τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας τῶν πιστῶν, πού, κατ ̓ αὐτούς, δέν ἔχουν δικαίωμα νά ἔχουν γνώση οὔτε ἄποψη, ἀλλά οὔτε καί δικαιοῦνται ἀσφαλῶς νά ὑποδεικνύουν τό λάθος. 

Πρόκειται, ἐν προκειμένω, περί μιᾶς ἑδραιωμένης, γνωστῆς κατάστασης κι ἔκφρασης ἀκραίου κληρικαλισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀντιλαμβάνεται τό πολιτεύεσθαι τῆς Ἐκκλησίας ὡς ὑπόθεση ὀλίγων ἡμετέρων πού συνιστοῦν τήν καρδιά τοῦ κλήρου, καί ὄχι ὡς τό κατ ̓ ἐξοχήν συνοδικό πολίτευμα τῆς κοινωνίας προσώπων, κλήρου καί λαοῦ ἀδιακρίτως. 

Αὐτός ὁ ἄρρωστος κληρικαλισμός ὠθεῖ μοιραῖα τήν Ἐκκλησία νά γίνει de facto συνεργός στήν ὑποκρισία τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία οὖσα καταφανῶς πολέμια, τουλάχιστον ἕναν χρόνο τώρα, τῶν ἱερῶν καί ὁσίων τῶν Ἑλλήνων καί τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀξιώνει καί ἐπιβάλλει ἀνισοπολιτεία καί ἀνισονομία εἰς βάρος τῶν πολιτῶν, ἐνῶ μόλις ἕνα εἰκοσιτετράωρο ἀργότερα, τήν Δευτέρα τοῦ Πάσχα, προβαίνει σέ ἄνοιγμα καταστημάτων καί ἐπιχειρήσεων ἑστίασης (ὅπου οἱ ἀποστάσεις μεταξύ τῶν θαμώνων δέν θά ξεπερνοῦν τό 1,5 μέτρο, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ὄφειλε νά ἀποδεχθεῖ τήν ρύθμιση γιά 10 μέτρα μεταξύ τῶν πιστῶν σέ αὔλειο χῶρο), καθώς καί διεύρυνση τοῦ ὡραρίου ἐλεύθερης κυκλοφορίας τῶν πολιτῶν. 

Ὁποία ὑποκρισία, πού μάλιστα καταμαρτυρεῖ, σύν τοῖς ἄλλοις, ἕναν καινοφανῆ ἰδιόμορφο ἐλιτισμό, καθώς πλέον ἡ Ἐκκλησία καθίσταται προνόμιο μειοψηφικῶν ἐλίτ καί ὄχι συλλογικό κοινωνικό γεγονός, ὅπως ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι καί ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Ἁγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στόν Κατηχητικό Λόγο του: «ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες!». 

Ἀς ἐλπίσουμε ὅτι ἡ ἐν Ἑλλάδι Ἱεραρχία ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν θά ἀντιληφθεῖ σύντομα τό σφάλμα της, θά πεῖ ἄμεσα mea culpa τίς ἑπόμενες ἡμέρες καί εἴτε θά ἐπαναφέρει τήν ὥρα τῆς Ἀναστάσεως στήν 12η π.μ., ὡς ἔχει, ἤ, ἐναλλακτικά, θά τήν μεταθέσει στίς πρῶτες πρωινές ὧρες τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα (π.χ. 5 π.μ.), πού καί ἐγγύτερα στήν ἀλήθεια τοῦ Γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως βρίσκεται ἀλλά καί ἔμπρακτη ἀπόδοση τῶν τοῦ Καίσαρος τῶ Καίσαρι καί τῶν τοῦ Θεοῦ τῶ Θεῶ εἶναι.

Ἀς ἐλπίσουμε ὅτι ἡ Ἱεραρχία θά θυμηθεῖ ἔγκαιρα τό χρέος της νά ὀρθοτομεῖ καί ὄχι νά καινοτομεῖ τόν Λόγον τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀληθείας. 

Καλή Ἀνάσταση!

Ἐστία, Δευτέρα 26 Ἀπριλίου 2021

Δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα Ἐστία, στό φύλλο τῆς 26ης Ἀπριλίου 2021, καθῶς καί στό Πρακτορεῖο Ἐκκλησιαστικῶν Εἰδήσεων Romfea.gr, τήν 27/4/2021: https://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/43254-orthotomoyntes-i-kainotomoyntes-ton-lo-gon-tis-alithei-as

Το 1821 ως Γεγονός Μετοχής

Συμπληρώνονται 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, της πρώτης επιτυχημένης, ύστερα από πολυάριθμες αποτυχημένες προσπάθειες στο διάβα πέντε αιώνων κατά του Οθωμανού κατακτητή και δυνάστη. Ένα γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας, κατά γενική ομολογία, που όχι μόνον συνιστά την νεκρανάσταση του Ελληνισμού από τα θανατηφόρα δεσμά που του επιβλήθηκαν με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, αλλά και που διατρανώνει την αδιάκοπη συνέχειά του από τα βάθη της αρχαιότητας μέχρι σήμερα. Κι αν υπάρχουν ποικίλοι τρόποι εορτασμού ενός τέτοιου σταθμού στην ιστορία της ανθρωπότητας, ένας είναι αυτός που κατ᾽ εξοχήν αρμόζει στην σημερινή ημέρα: ο τρόπος της μεθέξεως. Της μετοχής, δηλαδή, στα συμβάντα προ μόλις δύο εκατονταετιών κατά τρόπο που καταργεί τους χωροχρονικούς περιορισμούς και αποδίδει στο εξυμνούμενο γεγονός όχι μόνον τα προσήκοντα αλλά και το ζωντανό αποτύπωμά του στο διηνεκές.

Στην αρχή του Πλατωνικού διαλόγου Τίμαιος υπάρχει ένα χωρίο, στο οποίο ο Πλάτωνας διηγείται, όπως του τα μετέφεραν Αιγύπτιοι σοφοί κατά το ταξίδι του στην Αίγυπτο, τα κατορθώματα της πόλεως των Αθηνών, έναντι ενός μεγάλου και ισχυρού εχθρού εκ δυσμών που επιχείρησε να καταδυναστεύσει όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις. Και περιγράφει πώς η Αθήνα ῾῾ἔπαυσέν ποτε δύναμιν ὕβρει πορευομένην ἅμα ἐπὶ πᾶσαν Εὐρώπην καὶ Ἀσίαν᾽᾽. Μολονότι μυθική, η περιγραφή αυτή του Πλάτωνα -εκ στόματος Κριτία- για την Ατλαντίδα περιέχει στοιχεία διήκοντα της ελληνικής ταυτότητας και της διαχρονικής παγκόσμιας λειτουργίας του Ελληνισμού ως αμύντορος της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Υπ᾽ αυτήν την έννοια, ήδη από την εποχή του Πλάτωνα, διαπιστώνουμε μιαν αυτοσυνειδησία του έθνους των Ελλήνων έναντι της ιστορίας, του ανθρώπου και του πολιτισμού του.

Αυτή η αυτοσυνειδησία εκφράζεται και επαληθεύεται πολλαχώς στο διάβα των αιώνων, από την αντίσταση του Ελληνισμού κατά τους Περσικούς Πολέμους -που μαρτυρείται στο μνημείο του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες με το συγκλονιστικό ῾῾ὦ ξεῖν᾽, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι᾽᾽-, την Αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και την μετεξέλιξή της στην υπερχιλιόχρονη ζωή της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας -που σχεδόν παραπλανητικά καλείται Βυζάντιο- και μέχρι την πλέον πρόσφατη Αντίσταση του Ελληνισμού στην Ναζιστική θηριωδία, αντίσταση που συνιστά τρανή επαλήθευση στον 20ο αιώνα του προφητικού χαρακτήρα της μυθικής διήγησης του Πλάτωνα. Κορυφαίο, ωστόσο, δείγμα αυτής της πλήρους σεμνότητας αυτοσυνειδησίας συνιστούν οι ίδιοι οι λόγοι αναδρομής στην Επανάσταση του 1821, που εκφώνησε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στην Πνύκα, τον Νοέμβριο του 1838: ῾῾…Εἰς τὸν τόπο τοῦτο, ὁποῦ ἐγὼ πατῶ σήμερα, ἐπατοῦσαν καὶ ἐδημηγορούσαν τὸν παλαιὸ καιρὸ ἄνδρες σοφοί, καὶ ἄνδρες μὲ τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συγκριθῶ καὶ οὔτε νὰ φθάσω τὰ ἴχνη των…Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀρκετός. Σᾶς λέγω μόνον πὼς ἦταν σοφοί, καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἐπῆραν καὶ ἐδανείσθησαν τὰ ἄλλα ἔθνη τὴν σοφίαν των᾽᾽.

Στην ελληνική παράδοση, η έννοια της ελευθερίας και της εξ αυτής πηγάζουσας δημοκρατίας δεν είναι αφηρημένη, ούτε προέρχεται από μια ανάγκη ενδοκοσμικής διευθέτησης του ατόμου, προκειμένου να διασφαλίσει μέσω της χρήσης ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων συνθήκες διαβίωσης τέτοιες που η μετανεωτερικότητα αναγνωρίζει ως ῾ποιότητα ζωής᾽.

Με τον Ελληνισμό συμβαίνει κάτι άλλο. Τόσο στην προ Χριστού, όσο και στην Χριστοποιημένη εκδοχή του, ο Έλληνας Λόγος και Τρόπος εμμένει στιβαρός στην διαγωγή του είναι όπως κανείς άλλος λαός ή άνθρωπος επί γης δεν έχει κατορθώσει: κινείται στα όρια της αναμέτρησης του όντος με το ίδιο το είναι, στο μεταίχμιο της πάλης της φθοράς με την αφθαρσία· του πεπερασμένου με το άπειρο· της χρονικότητας με το άχρονο· της ενθαδικότητας με το επέκεινα· του ψεύδους, της πλάνης και της αίρεσης με την αλήθεια· της δουλείας με την ελευθερία· του αυταρχισμού με την δημοκρατία· της ιδιοτέλειας με την ανιδιοτέλεια· της κακίας με το Αγαθό· του κτιστού με το άκτιστο· του Θανάτου με την Ζωή.

Είναι αυτό το τελευταίο ζεύγος που ο Έλληνας θεωρεί και βιώνει μοναδικά και ξεχωριστά από κάθε άλλον λαό, μολονότι είναι ίδιον σύνολης της ανθρωπότητας η με κάθε μέσο προσπάθεια να ξορκίσει τον πρώτο και να προσδεθεί όσο γίνεται στην δεύτερη. Διότι γνωρίζει ο Έλληνας ότι ο πραγματικός και πλέον επικίνδυνος θάνατος δεν είναι αυτός που επέρχεται με το βιολογικό τέλος του σώματος και τον χωρισμό του από την ψυχή, αλλά αυτός που νεκρώνει εκείνα τα αισθητήρια του ανθρώπου που του θυμίζουν ότι έχει δημιουργηθεί για πράγματα πολύ μεγάλα, που υπερέχουν κάθε έννοιας φυλής, γένους, ράτσας. Πράγματα που ανήκουν σε ένα Πολίτευμα που δεν υπηρετείται από κόμματα, φατριασμούς, διχασμούς, ιδεολογίες, ιδεοληψίες και ιδιοτέλειες. Γνωρίζει ο Έλληνας, ότι η μοίρα του είναι να μεταμορφώσει τον κόσμο και να τον ανακαινίσει, όχι με την δική του δύναμη αλλά με την δύναμη που εκείνη η θεϊκή νομή του όρισε, να γίνει κληρονόμος και δοχείο του Θεανθρώπου Χριστού. Αυτή η τολμηρή αλήθεια διαμορφώνει τόσο τις εκρηκτικές προϋποθέσεις εορτασμού των 200 ετών από το 1821 όσο και το ίδιο το γεγονός. Ένα γεγονός του οποίου το όνομα φέρει εντός του την πλέον ακατάβλητη τεκμηρίωση της άρρηκτης εξάρτησης του Αγώνα της Ανεξαρτησίας των Ελλήνων από του Χριστού την Πίστη την Αγία: Επ-Ανάσταση.

Ως Επ-Ανάσταση, ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας δεν είναι μόνον ελληνικά εθνική υπόθεση. Αλλά είναι οικουμενικό έργο κατάφασης στη Ζωή που νικά τον Θάνατο. Ως τέτοιο αφορά ολόκληρη την ανθρωπότητα. Όχι τόσο διότι δείχνει τον δρόμο της λευτεριάς σε κάθε σκλαβωμένο άνθρωπο επί γης. Αλλά, πρωτίστως και κυρίως, διότι θέτει εκ νέου ενώπιον της ανθρωπότητας το μείζον διακύβευμα της Ελευθερίας, ερμηνεύοντας επί αληθούς βάσεως σε τί συνίσταται η σκλαβιά. Στο πρόσωπο του Τούρκου δυνάστη κατακτητή ο Έλληνας αγωνιστής αναγνωρίζει την φυλακή της ανθρωπότητας στα δεσμά της τυραννικής κλειστότητας και της αφηρημένης αυτοθέωσης που ο θάνατος ενός απρόσωπου θεού συνεπάγεται. Και άρα η εξέγερση δεν είναι ζητούμενο αποκατάστασης μιας ενθαδικής ελευθερίας και επίτευξης αυτοδιάθεσης, μολονότι και τα δύο είναι αγαθά και ιερά. Αλλά είναι η ύψιστη πράξη αντίστασης στον θάνατο που προκαλείται από την κατάφαση του ανθρώπου στην ιδιοτελή χρήση του κόσμου η οποία στοχεύει στην επιβολή επ᾽ αυτού και επιδιώκει την νέκρωση της μη αντικειμενοποιήσιμης θεϊκότητάς του.

Ως τέτοια η Ελληνική Επανάσταση είναι ύψιστο μάθημα έγερσης του ανθρώπου και άρσης της ύβρεως κατά του Ζώντος Θεού και του κόσμου. Ως τέτοιος, ο Αγώνας για την Λευτεριά είναι εκρηκτική κραυγή άρνησης του θανάτου του κόσμου. Μπροστά σε τοιαύτη θεϊκή αποστολή η θυσία και ο εκούσιος θάνατος προβάλλουν όχι μόνον δίχως δεύτερη σκέψη, αλλά ως η κατεξοχήν Έξοδος από τα δεσμά του Θανάτου που υβρίζει την Ζωή της Αθανασίας. Μόνον ένα τέτοιου συντριπτικού μεγέθους διακύβευμα είναι ικανό να γεννήσει το πρόταγμα ῾Ελευθερία ή Θάνατος᾽.

Μόνον η βιωμένη εμπειρία της αιωνιότητας μέσα στο κτιστό είναι ικανή να εξηγήσει την ῾῾τρέλα᾽᾽ των κατοίκων του Μεσολογγίου που δείχνουν πώς ο Πολιορκημένος μπορεί, και πρέπει, να μένει Ελεύθερος. Μόνον μια βαθιά πίστη στο ότι ο άνθρωπος έχει δημιουργηθεί για να γίνει κατά Χάριν Θεός και να ελκύσει όλη την κτίση και τον κόσμο στον Δημιουργό του, είναι ικανή να ερμηνεύσει σωστά και να δικαιώσει την πεποίθηση ότι ῾῾καλλιῶναι μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ζωὴ, παρὰ σαράντα χρόνοι σκλαβιά, και φυλακή᾽᾽. Διότι αυτός που ζει μέσα στην αιωνιότητα είναι σε θέση να υπηρετεί το άπειρο ακόμη και σε μια στιγμή. Γι᾽ αυτόν, η μια ώρα ελεύθερης ζωής είναι ασύγκριτη μπρος σε μια αιωνιότητα σκλαβιάς, μια αιωνιότητα, δηλαδή, η οποία δεν έχει συνείδηση του εαυτού της.

Αν δεν επρόκειτο περί αυτού, κανείς Λόρδος Βύρων δεν θα είχε μεθύσει από το αθάνατο κρασί του ᾽21, ώστε να γίνει Έλληνας και αυτός, να μαρτυρήσει δηλαδή με το αίμα του τούτη την Αλήθεια. Εάν η Ελληνική Επανάσταση δεν πρόκειται περί κατάφασης στο ύψιστο Γεγονός, της νίκης της Ζωής, του Χριστού, κατά του Θανάτου, τότε αυτό που μοιραία απομένει είναι η αποψίλωσή της και η θεώρησή της με όρους κλειστούς, ενθαδικούς, διευθέτησης μερικών δεκαετιών επίγειου βίου προσήλωσης σε ιδεοληψίες που γεννιώνται από την ιδιοτελή συσχέτιση του ανθρώπου με τον κόσμο.

Τα ανωτέρω δείχνουν, νομίζω, γιατί ο Εορτασμός του 1821 είναι πρωτίστως γεγονός μεθέξεως που ορίζεται από την υπέρβαση της ιστορικότητας, ακριβώς διότι ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας δεν είναι απλώς ιστορικό γεγονός. Τιμά κανείς το 1821 όταν ζει στην οντολογική βαθμίδα των δημιουργών του. Όταν μετέχει δηλαδή της Αλήθειας στην οποίαν μετείχαν και οι Αγωνιστές του 1821 καθώς διατράνωναν: ῾῾για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία᾽᾽. Αυτή η μετοχή προϋποθέτει έναν εσωτερικό ανακαινισμό του ανθρώπου, μια οσιακή βιωτή όμοια με αυτή του Ιωάννη Καποδίστρια, του πρώτου Κυβερνήτη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Τότε μόνον μπορεί ο σύγχρονος Έλληνας να αναχθεί οντολογικά στο επίπεδο εκείνο που του επιτρέπει να διακρίνει το σημαινόμενο πίσω από τον τύπο του ιστορικού γεγονότος και να ουσιώσει εντός του το ήθος και τον τρόπο των προπατόρων του που έξι γενιές νωρίτερα έπεσε επάνω τους ῾῾ὡς μία βροχή ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας᾽᾽.

Όσο παράδοξη κι αν ακούγεται αυτή η πραγματικότητα, δεν είναι ξένη στον σύγχρονο Ελληνισμό, αλλά πολύ παλαιά και ταυτόχρονα απολύτως νέα, καθώς μιμείται το Μυστήριο των Μυστηρίων, την Θεία Ευχαριστία, που τελείται απαραλλάκτως από την Εκκλησία σήμερα και πάντοτε, για το οποίο ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας γράφει: ῾οὐ γὰρ τύπος θυσίας οὐδὲ αἴματος εἰκών, ἀλλὰ ἀληθῶς σφαγὴ καὶ θυσία᾽. Έτσι, η μετοχή μας στο γεγονός του 1821 μπορεί να μεταμορφώσει μια εκδήλωση σεβασμού και τιμής σε ῾μίμηση πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας᾽, με προεκτάσεις ευεργετικές στο δια ταύτα του σύγχρονου Ελληνισμού που αφορά στην ανάληψη της σκυτάλης στο σήμερα και την διεκπεραίωση της ῾ανολοκλήρωτης επανάστασης᾽. Διότι, όπως ο κόσμος εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με την φθορά του θανάτου, έτσι και ο Ελληνισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με τα ίδια ζητήματα ζωής και θανάτου που γέννησαν το 1821, κατά τρόπο που δικαιώνει την Θουκυδίδεια σπειροειδή αντίληψη της ιστορίας.

Υπ᾽ αυτήν την έννοια, οι Έλληνες καλούνται πλέον να αναβαπτιστούν στα νάματα της παράδοσης που δεν είναι άλλο από την πλέον προοδευτική στάση ζωής· η οποία, καθώς αρθρώνεται στην ουσιώδη, οντολογική και όχι εν είδει φολκλόρ, μίμηση της σπουδαίας και τελείας πράξεως που άρχισε να συντελείται το 1821, εκτείνεται στο μέλλον επιδαψιλεύοντας στο παρόν τις προϋποθέσεις της ελπίδας ανόρθωσης όχι μόνον του Έλληνα αλλά και του ανθρώπου κάθε φυλής και όπου γης, του κόσμου ολόκληρου. Μιας ελπίδας που δεν συνιστά φενάκη, αλλά προϋπόθεση Εξόδου και Αναστάσεως από την σκλαβιά και την φθορά, όπως προσμαρτυρεί το συναμφότερον του Εορτασμού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της 25ης Μαρτίου 1821.

Δημοσιεύθηκε στην Romfea.gr στις 24/3/2021

En appell til dagens vikinger

Også nordmenn burde være triste over at Hagia Sofia blir moské
Hagia Sophia, bilde: Adli Wahid

Det var fredag den 10. juli klokken 20:53 tyrkisk tid, at landets president Recep Tayip Edrogan annonserte at det som opprinnelig var kristenhetens største kirke, skulle konverteres til moské. Akkurat slik den var da Istanbul (tidligere Konstantinopel) lå under Det osmanske riket og frem til 1935. Det er i hovedsak å tolke som en symbolsk handling. Det mangler i alle fall ikke på moskeer i Istanbul fra før, som huser rundt 3500 muslimske gudshus.

Det er dermed også fristende å ty til numerologi: klokkeslettet for Erdogans uttalelse, finner gjenklang i årstallet da Konstantinopel falt i 1453. Hagia Sofia skal i følge ham tas i bruk som moské fredag 24. juli i år, på dagen 97 år etter at Lausanneavtalen ble underskrevet, som etablerte de gjeldende grenser for den tyrkiske stat – en avtale presidenten tidligere har antydet kan trenge en ny gjennomgang. Omgjøringen til moske angår ikke bare gresk-tyrkiske forhold, noe som sees i at både USA, Paven, UESCO er blant mange som har kritisert for sin beslutning.

Kritikken kommer derimot ikke bare utenfra. Et økende antall protester har også kommet fra fremtredende tyrkere. Disse erklærer gjerne at handlingen markerer et tungt symbolsk brudd med den sekulære staten grunnlagt og formet av Mustafa Kemal Ataturk. Åndsmennesker som Orhan Pamuk og Taner Akcam har omtalt det som både en skam og skandale. Svarene på kritikken fra Erdogan, var ikke spesielt beroligende. Han viste til at Mehmet II (som erobret Konstantinopel) også ble en leder for de ortodokse kristne.

Men hvilken betydning har Hagia Sofia utover som historisk levning fra den østlige delen av Romerriket vi i dag gjerne omtaler som «Bysants»? Hvorfor skal Europa for øvrig, og ikke minst Nord-Europa og Skandinavia bry seg?

Det er ikke enkelt å formidle den nesten overnaturlig storheten ved Hagia Sofia til personer som aldri har besøkt bygningen. Men nordmenn har kjent den før, helt tilbake til den tiden da bygningen var en kirke. Den gang tjenestegjorde såkalte «væringer» fra Skandinavia i livgarden til den bysantinske keiseren i Konstantinopel.

Det finnes rester etter disse væringene i selve bygningen i dag. For nesten tusen år siden har en av dem har stått på sørsiden av galleriet, ikke langt unna den praktfulle mosaikken av Deêsis, og da – muligens rammet av et øyeblikks tretthet av den lange ortodokse liturgien – inngravert på brystningen runeinnskriften av sitt navn «Halvdan» for ettertiden. Slik ga han på sin måte nok et lite innblikk i hvordan midlertidigheten og det endelige på mystisk vis omfavner den uendelige i rommet av kirken, som var omtalt som ‘acheiropoietos’ Kirken (‘ikke av menneskehånd’) den gang.

Den besøkende oppdager at Hagia Sofia er det ‘huset som inneholder det uholdbare’ (chôra tou achôrêtou). Som sådan er den Store Kirken for flott til å bli noe annet enn det den ble bygget for. Dens kraft og storhet tillater henne ikke å være noe annet enn hva det er. Og nordmenn var engang dens forsvarere.

Nå, da den igjen skal erobres av en hersker med politiske motiver, tar man seg i å håpe på at den evige væringgarden vekkes til atter å vokte den evige kirken i øst. Ikke for å bruke vold, men for å bruke minnet. For Hagia Sofia er egentlig for stor for smålig politikk.

Skrevet av Panagiotis Pavlos for Minerva, PUBLISERT Mandag 20. juli 2020: https://www.minervanett.no/hagia-sophia/en-appell-til-dagens-vikinger/362727

On Good and Evil (part II)

What is Good (ἀγαθόν) and what is Evil, or Bad (κακόν)? How can we discern them? The question touches upon both metaphysics, or ontology, and ethics. I have been looking for a while into a couple important texts in Neoplatonism and Early Christian thought on the issue: a) Proclus’s – the great Athenian Neoplatonic philosopher of the 5th century – treatise De Malorum Subsistentia (English translation with commentary: On the Existence of Evils, edited by Jan Opsomer and Carlos Steel, London: Bloomsbury 2013), and b) the Περὶ Θείων Ὀνομάτων (On the Divine Names) treatise (especially chapter 4) by Dionysius the Areopagite (critical edition: Corpus Dionysiacum I. De Divinis Nominibus, edited by Beate R. Suchla, Berlin: De Gruyter, 1990; English translations (a selection) by Clarence E. Rolt, London: SPCK, 1920, and John Parker, London: Parker, 1897). Dionysius was a Christian author of a disputed origin, and his text is nowadays widely agreed to be dated at the beginnings of the 6th century). These texts, along with a much earlier treatise, Plotinus’s Ennead I.8, Περὶ τοῦ τίνα καὶ πόθεν τὰ κακά (On what are and whence come evils), cause an immensely fruitful brainstorming to anyone wishing to dive into the problem of Good and Evil in Late Antiquity.

At a first glance, and from the overall stance of greek philosophical thinking, it is quite safe to generally ascertain that evil does not exist. From Plato and onwards evil’s existence is understood only by means of reference to the good. The original Platonic epistemological disposition towards evil is more or less maintained by all his successors – even by those who stand somehow remote from the core of Platonic philosophy. Now, such a disposition should not lead us towards a manichaistic dualism. For Plato, Plotinus, Proclus and Dionysius the common bottom line is that evil exists only as privation, lack (στέρησις), absence of the good. Already in Platonic, and consequently Neoplatonic (pagan) thought, the good is more or less identified with God (in many Platonic dialogues, i.e. Theaetetus, Republic, Timaeus, Plato does everything possible to make clear that evil should not be connected with the divine in any way).

Christian philosophy of late antiquity works out further the understanding that good is whatever derives from God. And as a matter of fact, everything derives from, precisely is created by, God. Thus, the entire creature is good, and, in general, everything that exists is good, since good and being are almost identical notions. The latter idea is responsible for a paradoxical syllogism: if one accepts that evil is (exists), and, if all existence stems from God the Good, and therefore is good as well, then one should acknowledge that evil is good. The syllogism is obviously ending to an ἄτοπον, and one has to figure out then, how evil should be qualified. What starts to become more consciously clear throughout the development of late Antique Christian and, later on, Byzantine philosophical tradition is that, evil has no natural existence. In other words, nothing which is or happens could be evil. To this it should be added that generation (γένεσις), corruption (φθορά), alteration (ἀλλοίωσις), diminution (φθίσις) had been already acknowledged and defined by Aristotle as something neutral, being neither good nor evil. So, for the Greeks, everything pertaining to being is not evil. Rather, the basic constant of cosmological thinking was that evil should be associated with disorder and disorderly states of being. Within Christian tradition, however, corruption and death cannot be equally claimed as good, since they are not natural in that nature was not created by God to end up in death. I shall not enter here into the discussion of what is ‘natural’ and what is not in the after-Fall state of creation, according to the Church Fathers. For the time being, I shall only mention in passing that the Areopagite does never adhere to a view that admits evil being associated within anything that is.

But if evil is not present in nature in the way scetched above, then one should rather turn from the attempt of inventing evil metaphysical principles, towards the faculty of will, that is to locate evil within the sphere of morality. The moral understanding of Evil is persistent in the thought both of pagan thinkers and the Church Fathers as a disposition (which also leads to activity) opposed to God and to God’s goodness. Thus evil is not an opposition of essences or subustances, i.e. God’s good substance versus an x’s bad substance (here is crucial to note that, the entire Christian philosophical and theological tradition maintains that God’s essence is both unknown and unknowable), but as a certain decision for opposing God. To understand this better, one might consider that for the Christian thought, the power that designs, creates, maintains and sustains, and saves the world is God’s divine energeia (divine activities). Life itself (at least, the way we understand life; Dionysius devotes an entire chapter on the divine name of Life, in the above mentioned treatise) is consisted in, and dependent on, God’s activity. Therefore, opposition to God would imply opposition to the presuppositions of life and to life itself. Seen from this point of view, evil substantiates as corruption and destruction.

If evil is connected to will, then one, because of the freedom granted from God that allows one to act even against God, is free to decide to act against God’s Word (the Word of God here meaning not an ethical commandment for a morally accepted life, but the ontological foundation of the cosmos). Hence, evil is that which opposes God, who is The Good. As such evil could be introduced to the cosmos only by a living being that being free demonstrates the ability to use its freedom in order to act against God. Thus, evil appears when a rational being decides to act against its creator, against its creative algorithm (this obscure expression aims at pointing to the ontological implications of the problem of evil, which derive from the moral understanding of it). In the hierarchical structure of cosmos – a structure largely conceived within Neoplatonic philosophy – not only humans but also angels, demons, souls, are rational beings. Similarly, in the Christian tradition there is a hierarchy in the invisible realm, a central difference (among many others) being the fact that – in contrast to pagan Neoplatonism – demons are defined as angels fallen, after their willed direct opposition to God. In other words, the loss of humbleness of some angels prompted them to think that they can reverse the parameters of the(ir) creation, that is to replace him who created the world, by themselves. It is extremely interesting to deepen into the mystery of the human being and see, or understand somehow, how this corruption affected not only the angels, but also the human soul and mind (with detrimental consequences to the bodily constitution of the human being, as well), so that the human being believed that can become God ‘in the place’ of God and without God. This wish, this irrational desire, (again this prédication of desire depends on the association of rationality with a positive source of being: rational is what is in accordance with its Logos of being, whereas irrational what is in discordance) is the matrix for the birth and growth of Evil, the latter not being primarily identifiable as such, but secondarily, as dependent on the Good.

The above general outline, intends to show that a differentiation between good and evil, and a discernement of the latter, should be based on a rather simple remark, that evil does not exist. One may speak of evil as absence of the good. Thus, ontological, so to say, evil does not exist. This last point is very well conceived by many major Greek philosophers and theologians, both pagan and Christian, i.e. Plato, Aristotle, Plotinus (who is admittedly a particular case in that in several regards he moves beyond the main lines of Greek thought on the issue), Proclus, Dionysius, Maximus the Confessor, John of Damascus, who argued on evil by starting from the good and ending up to the good. So it was clear to them that one cannot speak of evil as such. Even Proclus, who attempts to define evil as such, uses all the qualities of the good, structuring what one could call the ‘non-ontology of evil’. If the good, is inherent to human beings, then each human being should be rightly expected to have a sort of inner information of what is good and bad and therefore how is worth acting.

To conclude, I do not think I could agree with the idea that good and evil are two sides of the same coin. There is an asymmetry between them. Man cannot think of, nor speak about, evil the way man can do that about the good. For the latter is, whereas the former is not

The Miraculous Last Outpost of the Roman Empire

A pilgrim tour from Norway to Mount Athos

Text by Øystein Silouan Lid, Pictures by Torbjørn Fink & Panagiotis Pavlos
The majestic rocky Mount Athos, a natural outpost.

In this post I reproduce a beautiful article originally published in Norwegian, in the newspaper Dagen, from Bergen. It is about a tribute to Mount Athos, titled: ‘Mirakla i Romarrikets siste utpost‘ (‘The Miraculous Last Outpost of the Roman Empire’), written by the journalist Øystein Silouan Lid, who happened to travel to the Holy Mountain, in May 2016. The English translation was prepared by the author on the occasion of its publication on the portal pemptousia.com, in August 2016. I am grateful to Øystein Silouan Lid for his permission to reproduce it here. Some of the pictures in this post are property of Torbjørn Fink, one of the members of the pilgrims group, to whom I am grateful as well.

The Church of Protaton, in Karyes, the capital of Mount Athos (photo by Torbjørn Fink).

This summer [2016 -ed.] ten Norwegians were granted an audience at The Holy Mountain, the last remaining part of the Roman Empire. The monks who live here tell stories of miracles and wonders as a normal part of everyday life. Mount Athos has been called the one place on planet earth that has changed least over the centuries. The Orthodox monks who dwell here, live as they did during medieval times, praying and working. They come to dedicate their lives completely to God, and the last thing they want is for the hard-to-reach peninsula to become a tourist attraction. Nevertheless, the monastic republic in northern Greece has a remarkable pull on people from all over the world.

When the famous CBS news magazine 60 minutes in 2009 asked permission to come do a story on The Holy Mountain, the request was categorically denied. It took two years of negotiating before one of the monasteries finally said yes. It was therefore not without trepidation that the Norwegian journalist set foot in Karyes, the administrative centre of Mount Athos, before setting off on foot towards the ancient monastery of Iviron.

East-north view of the Iviron Monastery.

The forest on each side of the footpath has a jungle-like appearance. Wild edible peas, dill and oregano grow in several places. Suddenly we notice the wonderful fragrance of incense – the smell is easily recognized from the Orthodox liturgy. Yet here we are, in the middle of the forest, and no one is swinging the censer. 

On the path from Karyes to Iviron Monastery. (T.F.)

Small signs and wonders such as these happen all the time here on Athos, says Panagiotis Pavlos. He is a scholar of philosophy at the University of Oslo, and presently our local guide. We are not far from the house of saint Paisios (1924-1994), regarded as one of the holiest men of the monastic peninsula. While he was alive people came by the thousands to visit him – on this very path. They were healed from all kinds of diseases, delivered from demons, and received spiritual counsel. It was said that his mere presence could change the hearts of the pilgrims who came to see him, and draw them towards Christ. Panagiotis was himself one of the many people who came to visit the saint’s kellion (monastic cell) in the forest, and is a friend of the monk who lives here today – father Arsenios.

– Christos anesti (Christ is risen)! Panagiotis cries out, and before long a man with a flowing beard is seen in the doorway.

Father Arsenios greets his old friend warmly and the Norwegians politely, before telling a few of the numerous stories of signs and wonders which took place right here in his cabin. A phenomenon father Arsenios tells us about, is the ability of saint Paisios to know what the guests would ask him, before even opening their mouths. 

– Once, a lawyer came to Mount Athos. He didn’t believe the stories about Paisios, and decided to put him to the test. He planned to present himself as a doctor, instead of a lawyer. When he arrived at the gate he found himself in a group of 50 people who all had come to see the saint. Elder Paisios opened his door, looked the lawyer straight in the eye, and said: “Go away, and take your lies with you to the court room”. The man never doubted again, says father Arsenios.

Outside the cabin of Saint Paisios, in Panagouda (T.F.)

The kind of Christianity preserved on Athos has a rather unique history. After the capitol of the Roman Empire fell to the occupying Muslim army in 1453, Mount Athos became the last remaining outpost of Imperium Romanum. Already in the year 972 it had been established as a self-governing monastic state within the empire by the emperor John the First, Tzimiskes. 

Today the «Autonomous Monastic State of the Holy Mountain» is the only republic where the banner of the Eastern Roman Empire – the characteristic double eagle – still can be seen waiving in the wind on top of official flag poles.

Mount Athos is today considered to be the spiritual centre of the Orthodox Church. Over 2.000 monks reside in the 20 operative monasteries, having dedicated their lives to prayer for the entire world.

Aproaching the Holy Mountain. (T.F.)

–The monks find the reason behind their monastic calling in the words by Jesus Christ (Matthew 19) regarding a life of celibacy for the sake of the kingdom of God, about selling all belongings, giving to the poor, and following Christ, says father Johannes, the priest in St. Nicholas Orthodox Church in Norway, as well as the spiritual guide of the group.

Fr. Johannes, fr. Seraphim and Øystein Lid, at the south gate of Iviron Monastery.

During the stay we live in three-bed, four-bed and eight-bed rooms in different monasteries, and take part in the daily lives of the monks. The services often start at 3 o’clock in the morning, and there are only two daily meals. They are all vegetarian and last for a grand total of ten minutes. 

The pilgrims thus have more time for conversation and getting to know one another. All of them have a Lutheran background. Two of them, Lars Karlsøen and Bjørn Skauen, have even been priests in The Lutheran state church of Norway. Several of them have sought refuge in the Orthodox Church from what they see as heresy, modernism and worldly influence in Protestantism.

– I experienced that the Norwegian state church no longer had room for me. When I am here on Athos and see the spiritual riches of the Orthodox tradition, I can’t help thinking that Martin Luther made a great mistake in doing away with monasticism. The monasteries are guarantors of right doctrine, and the monks are models for the laymen when it comes to worship and obedience, says Karlsøen.

– The first time I visited an Orthodox church the liturgy was in a language I did not understand. Even so, I experienced it and tears started flowing, says Thorleif Grønnestad. He converted over 10 years ago, and is today in charge of typica services in his home town Sandnes. 

Still, they do not paint a rosy red picture of the situation in The Orthodox Church. In some places the organization is poor, in others there are issues of nationalism. One of the pilgrims, Dag Markeng, has a striking comment.

– When I became Orthodox in 1983, my sponsor said something that I have found to be true. It won’t be easy being Orthodox – but it will be worth it.

One of the richest and most beautiful monasteries we visit, is called Vatopedi, established in the 5th century. Golden coins, gilded chalices and spectacular church art is everywhere. But it is also the home of a great treasure not made from gold, but from camel hair – preserved from the earliest times of Christianity.

The Holy Monastery of Vatopedion.

– This is the belt of the Virgin Mary, says the monk Evstathios.

According to written sources the belt was preserved in Jerusalem until the year 400. After being in Constantinople for some years, it was given to the monastery of Vatopedi as a gift. 

– This belt didn’t only perform miracles at one point in history, but to this very day. Every 14th day or so we receive messages from all over the world from people who have been healed or helped after having been in contact with the belt, says father Evstathios.

The Orthodox claim that in the same way as God performed miracles through even the clothes of the apostle Peter (Acts 19, 12), the same thing happens through the belt of the Theotokos. Father Evstathios point to a series of strange stories related to the belt. Especially childless couples are helped, but many different diseases have also been cured. 

– An oncologist from Switzerland came to see us and was given a few bottles of oil. He himself did not believe the stories, but he wanted to conduct some experiments after having heard about the phenomenon. He gave it to all the patients who were close to the terminal phase. Some did not survive, but two of his patients were fully healed. He came back to us in the monastery and told us about it. We don’t know why some are healed and others are not, but we use the oil in faith, and see what God wants to do, says father Evstathios. 

Each of the Norwegian pilgrims are given a bottle, and father Johannes are given several – for use in the Orthodox Church in Norway.

Towards the end of the stay the Norwegians hear a rumour about a Scandinavian monk at one of the monasteries they were visiting – Karakallou. After having met mostly Greek monks on Athos it makes an impression to meet a monk with glittering blue eyes and a long read beard. Father Prothromos is from Finland, and speaks some Swedish. As it turns out that also he has a Lutheran background. 

– How did you become orthodox, father?

– I went into an Orthodox Church one, and was so struck by the liturgy that tears started flowing. I realized immediately that I had to belong here, the monk says, echoing the story many of the Norwegian converts carry with them. 

Soon after his conversion 20 years ago, father Prodromos travelled to the Holy Mountain. Now he is head of the guest house in the monastery, and has had to learn several languages. 

– How is life here in the monastery?

– It is very good. Since the monastery of Karakallou is not as large as the others (number 11 on the internal ranking among the 20 monasteries), it is not as busy as some of the rest. So I have plenty of time to focus on prayer, says father Prodromos, reminding us about what really matters in life.

Platonism and Christian Thought in Late Antiquity

A very interesting anthology I am currently working on together with excellent co-editors, is about to be released by Routledge, in June 2019. The idea for such edition was conceived in the aftermath of the International Workshop in Oslo on the Philosophy of Late Antiquity, that was held at the Department of Philosophy in the University of Oslo, in December 2016. The volume Platonism and Christian Thought in Late Antiquity contains 15 essays and an Introductory chapter that cover topics on the interface between Platonism and Christian thought in this period. The authors, who are scholars from several disciplines, contribute on topics distributed in 4 parts:

I. Methodologies

Sébastian Morlet, on The Agreement of Christianity and Platonic Philosophy from Justin Martyr to Eusebius

Christina Hoenig, on Augustine and the “Prophecy” of Plato, Tim. 29c3

Christine Hecht, on Porphyry’s Daemons as a Threat for the Christians

II. Cosmology

Enrico Moro, on Patristic Reflections on Formless Matter

Eyjólfur Kjalar Emilsson, on Plotinus’ Doctrine of Badness as Matter in Ennead I.8. [51]

Torstein Theodor Tollefsen, on Proclus, Philoponus, and Maximus: The Paradigm of the World and Temporal Beginning

III. Metaphysics

Lars Fredrik Janby, on Christ and Pythagoras: Augustine’s Early Philosophy of Number

Daniel J. Tolan, on The Impact of Ὁμοούσιον on the Divine Ideas

Panagiotis G. Pavlos, on Theurgy in Dionysius the Areopagite

Dimitrios A. Vasilakis, On the Meaning of Hierarchy in Dionysius the Areopagite

Sebastian Mateiescu, on The Doctrine of Immanent Realism in Maximus the Confessor

Jordan Daniel Wood, on That and How Perichōresis Differs from Participation: The Case of Maximus the Confessor

IV. Ethics

Emma Brown Dewhurst, on Apophaticism in the Search for Knowledge: Love as a Key Difference in Neoplatonic and Christian Epistemology

Adrian Pirtea, on The Origin of Passions in Neoplatonic and Early Christian Thought: Porphyry of Tyre and Evagrius Ponticus

Tomas Ekenberg, on Augustine on Eudaimonia as Life Project and Object of Desire

The book is part of the Routledge Studies in the Philosophy and Theology in Late Antiquity, directed by Mark Edwards and Lewis Ayres.

Check it out:

https://www.routledge.com/Platonism-and-Christian-Thought-in-Late-Antiquity/Pavlos-Janby-Emilsson-Tollefsen/p/book/9781138340954