Από τον ελληνοτουρκικό διάλογο στους χάρτες του Νταβούτογλου: Τι ακριβώς συζητούσαν οι Διερευνητικές Επαφές;

Επί δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις, και δη το διακομματικό και διακυβερνητικό μπλοκ του κατευνασμού και του φοβικού μινιμαλισμού, παρουσίαζαν τις Διερευνητικές ως ένα τεχνικό μηχανισμό επικοινωνίας

Ανήμερα της δημοσίευσης όσων είπε ο Αχμέτ Νταβούτογλου σε συνέντευξή του στην Καθημερινή της Κυριακής (14 Ιουνίου 2026), επεσήμανα την ανάγκη να καταστεί σαφές στην ελληνική κοινή γνώμη τί απαιτεί και επιδιώκει η Τουρκία από την Ελλάδα, σύμφωνα με τον Νταβούτογλου, και πώς η «Γαλάζια Πατρίδα» έχει μεθοδευθεί ως η επί του πεδίου νεοθωμανική αναθεωρητική αξίωση εις βάρος του ελλαδικού και Κυπριακού Ελληνισμού.

Οι Διερευνητικές Επαφές και η επίσημη αφήγηση της «τεχνικής διαδικασίας»

Ωστόσο, δύο ημέρες αργότερα, στην εκπομπή του Γιώργου Σαχίνη, τόνισα ότι το πλέον αποκαλυπτικό σημείο όσων είπε ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας δεν αφορά ούτε τη «Γαλάζια Πατρίδα», ούτε το ζήτημα της επέκτασης των ελληνικών ΕΧΥ και το τουρκικό casus belli, ούτε καν την περιβόητη φράση του για «το κοινό Αιγαίο». Αφορά κατ᾽ εξοχήν τις Διερευνητικές Επαφές. Δηλαδή, το ερώτημα: «Τί ακριβώς συζητούν οι ελληνικές κυβερνήσεις με την Τουρκία επί 25 χρόνια;». Και εξηγούμαι.

Επί δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις, και δη το διακομματικό και διακυβερνητικό μπλοκ του κατευνασμού και του φοβικού μινιμαλισμού, παρουσίαζαν τις Διερευνητικές ως ένα τεχνικό μηχανισμό επικοινωνίας. Μια διαδικασία, δηλαδή, χαμηλής πολιτικής έντασης, που λειτουργούσε ως απαραίτητος δίαυλος ελληνοτουρκικού διαλόγου δίχως όμως να παράγει δεσμεύσεις και να προδικάζει αποτελέσματα, πολλώ δε μάλλον δίχως να διαμορφώνει τετελεσμένα. Τουλάχιστον, αυτό έλεγαν.

Ωστόσο, οι αναρίθμητες δηλώσεις θεσμικών και μη θιασωτών των Διερευνητικών Επαφών, πολιτικών και τεχνοκρατών, αιρετών και εξωκοινοβουλευτικών, και λοιπών προσώπων με ενεργό ανάμιξη σε αυτές, καθώς και διαφόρων θεωρητικών, αναλυτών, δημοσιογράφων, και λοιπών εκπροσώπων του λόμπι του κατευνασμού, μαρτυρούν μια διαφορετική πραγματικότητα που τόσο ο γράφων όσο και πολλοί άλλοι έχουν συστηματικά επισημάνει.

Δεν σκοπεύω επί του παρόντος να απαριθμήσω όλα όσα ελπίζω κάποτε να συγκεντρωθούν σε επίκαιρη έκδοση με τίτλο: «Το Αλφαβητάρι του Κατευνασμού στα Ελληνοτουρκικά: Απάνθισμα μειοδοτικών θέσεων στον ελληνικό δημόσιο λόγο κατά τον 21ο αιώνα». Εν προκειμένω αυτό που με απασχολεί είναι η τελείως «διαφορετική πραγματικότητα» που έρχεται να αποκαλύψει με τις διατυπώσεις του στην Καθημερινή ο πρώην Πρωθυπουργός και πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας.

Οι τέσσερις λέξεις του Νταβούτογλου που αλλάζουν το ερώτημα

Ο Νταβούτογλου δεν μίλησε για γενικές συζητήσεις μεταξύ των δύο χωρών, ούτε για απλή ανταλλαγή απόψεων, ή θεωρητικές προσεγγίσεις και διερευνήσεις. Προέβη σε δημόσια παραδοχή τεσσάρων παραμέτρων που εξ όσων είμαι σε θέση να θυμάμαι επιβεβαιώνονται για πρώτη φορά τόσο ρητά και κατηγορηματικά από την τουρκική πλευρά.

Οι λέξεις-κλειδιά του Νταβούτογλου, «ιδιωτικές συνομιλίες», «χάρτες», «δικαιώματα προσδιορισμένα μεταξύ των δύο πλευρών», και «σημαντική πρόοδος», είναι εξαιρετικά βαριές διατυπώσεις που αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς προέρχονται όχι από κάποιο δημοσιογράφο ή αναλυτή, αλλά από έναν άνθρωπο που συν τοις άλλοις υπήρξε κεντρικός διαμορφωτής της τουρκικής στρατηγικής στον 21ο αιώνα.

Οι χάρτες δεν είναι ουδέτερα τεχνικά εργαλεία

Προτού προχωρήσω, ας μου επιτραπεί να επισημάνω κάτι περί χαρτών. Οι χάρτες δεν είναι ουδέτερα τεχνικά εργαλεία. Στα Ελληνοτουρκικά, κάθε χάρτης ενσωματώνει πολιτικές παραδοχές. Η κάθε γραμμή που χαράσσεται πάνω σε ένα χάρτη προϋποθέτει μια ορισμένη αντίληψη περί κυριαρχίας, δικαιοδοσίας, και κατανομής δικαιωμάτων, η οποία και αντικατοπτρίζεται στην εκάστοτε τέτοια χάραξη. Επομένως, ας έχουμε υπόψη ότι ο Νταβούτογλου δεν μιλά για θεωρητικές συζητήσεις, αλλά για συγκεκριμένες αποτυπώσεις.

Το βασικό ερώτημα: τι ακριβώς συζητούσαν οι Διερευνητικές;

Από κει και πέρα, σαφώς, οι δηλώσεις ενός Τούρκου πολιτικού δεν συνιστούν αδιαμφισβήτητη περιγραφή της πραγματικότητας, ιδίως όταν γνωρίζουμε τους συνήθεις μηχανισμούς της τουρκικής προπαγάνδας. Αυτό όμως δεν αρκεί για να παρακαμφθούν τα ακόλουθα κρίσιμα ερωτήματα:

Τί ακριβώς εννοεί ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας; Σε ποιούς χάρτες αναφέρεται; Ποιά δικαιώματα θεωρεί ότι «προσδιορίστηκαν»; Ποιά ήταν η φύση της προόδου την οποία επικαλείται; Και κυρίως: Γιατί η ελληνική κοινωνία δεν γνωρίζει σχεδόν τίποτε για μια διαδικασία που διήρκεσε περισσότερο από δύο δεκαετίες και αφορά, όπως διαφαίνεται, τον πυρήνα των ελληνοτουρκικών διαφορών;

Στο τελευταίο ερώτημα ιδίως, έχει κατά καιρούς δοθεί ως απάντηση η επίκληση της εμπιστευτικότητας, ότι δηλαδή καμία σοβαρή διαπραγμάτευση δεν διεξάγεται δημοσίως. Αντιπαρερχόμενος ωστόσο την προβληματικότητα που η ομολογία περί ύπαρξης διαπραγματεύσεων ευθύς εξαρχής ενέχει, θέλω να σταθώ σε μια κρίσιμη λεπτομέρεια.

Η διακριτικότητα η οποία διασφαλίζει ενδεχομένως τις προϋποθέσεις μιας παραγωγικής συζήτησης δεν μπορεί να συνεπάγεται τη διαμόρφωση ενός πλαισίου ακύρωσης και εκμηδενισμού της δημόσιας λογοδοσίας σε ζητήματα τόσο κρίσιμα όπως τα Ελληνοτουρκικά. Υπό την έννοια αυτή, οι δηλώσεις Νταβούτογλου επαναφέρουν με ένταση ένα ερώτημα που επί χρόνια τίθεται από αμερόληπτους Έλληνες αναλυτές και ειδικούς, το οποίο σκοπίμως κάποιοι επιχειρούν να θέσουν στο περιθώριο:

Ποιό ακριβώς ήταν το αντικείμενο των Διερευνητικών Επαφών;

Διότι αν πράγματι υπήρχαν χάρτες, αν συζητούνταν συγκεκριμένες αποτυπώσεις δικαιωμάτων και αν είχε επιτευχθεί «σημαντική πρόοδος», τότε δεν μιλάμε για απλή ανταλλαγή απόψεων, αλλά για μια διαδικασία που κατά την τουρκική τουλάχιστον αντίληψη είχε αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το πρώτο μεγάλο πολιτικό πρόβλημα που αναδεικνύει η συνέντευξη Νταβούτογλου.

Επί ένα τέταρτο του αιώνα, η ελληνική κοινή γνώμη καλούνταν να εμπιστευθεί ότι όλα βαίνουν καλώς, ότι οι Διερευνητικές είναι απλώς ένας δίαυλος επικοινωνίας, ότι δεν παράγονται δεσμεύσεις και ότι δεν τίθεται κανένα ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η εικόνα όμως που περιγράφει ο Τούρκος θεωρητικός του Στρατηγικού Βάθους είναι εντελώς διαφορετική. Μιλά για μια διαδικασία που μόνον αδιάφορη και ουδέτερη δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς η ελληνική πλευρά φέρεται να έχει συμβάλει στη σημείωση προόδου επί μιας συζήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων που, κατά τον ίδιο, είχε αποτυπωθεί σε χάρτες και είχε οδηγήσει στον προσδιορισμό ορισμένων δικαιωμάτων μεταξύ των δύο πλευρών.

Οι παράμετροι που θέτει ο Νταβούτογλου με αυτές τις παραδοχές του είναι καίριες. Διότι, αν ο ίδιος είναι ανακριβής, η Αθήνα και η ελληνική κυβέρνηση οφείλουν να το πουν, να τον καταγγείλουν δηλαδή, να τον διαψεύσουν. Αν όμως είναι ακριβής, τότε η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να εξηγήσει στην ελληνική κοινή γνώμη τί ακριβώς συνέβη. Όσο η ελληνική κυβέρνηση σιωπά, επιτρέποντας σε εκφραστές του λόμπι του κατευνασμού να χειρίζονται διάφορες διαρροές προς εξυπηρέτηση συμφερόντων και αντιλήψεων που δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με την υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, τόσο εκχωρεί αποκλειστικά στην τουρκική πλευρά το δικαίωμα της ερμηνείας. Και αυτό μας φέρνει στο σημείο ακριβώς στο οποίο η συνέντευξη Νταβούτογλου αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική πλευρά.

Από τον διάλογο στη διαπραγμάτευση: το πολιτικό πρόβλημα της Αθήνας

Επί δύο και πλέον δεκαετίες ανδρώθηκε στην Αθήνα μια ολόκληρη σχολή σκέψης η οποία αντιμετώπιζε τα Ελληνοτουρκικά πρωτίστως ως πρόβλημα ελλείμματος διαλόγου. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ένταση στο Αιγαίο δεν οφείλεται σε αδιανόητες πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις, μονομερείς και αναθεωρητικές, που αμφισβητούν ευθέως την ελληνική εθνική κυριαρχία και επιβουλεύονται την ίδια την ύπαρξη του ελληνικού κράτους, αλλά στην αδυναμία των δύο πλευρών να οικοδομήσουν επαρκή εμπιστοσύνη, να αναζητήσουν δημιουργικές λύσεις και να επενδύσουν σε ένα διαρκή πολιτικό διάλογο!

Μέσα σε αυτό το κλίμα και τρόπο σκέψης αναπτύχθηκε σταδιακά ένα ολόκληρο λεξιλόγιο κατευνασμού, το οποίο οι διακομματικοί και υπερκομματικοί εκφραστές του έχουν διανθίσει με πληθώρα ευφυολογημάτων. Σταχυολογώ ενδεικτικά: «Θάλασσα που ενώνει», «Κοινός χώρος», «Αμοιβαία συμφέροντα», «Δύο πλευρές του Αιγαίου», «Ιστορικός συμβιβασμός», «Τουρκικά παράλια του Αιγαίου», «Το Αιγαίο δεν είναι γαλάζια λίμνη», «Έντιμος συμβιβασμός», και ούτω καθεξής. Οι έννοιες αυτές μάλιστα παρουσιάζονται διαρκώς ως εκφράσεις ρεαλισμού και πολιτικής ωριμότητας.

Έρχεται όμως εκ νέου τώρα ο Νταβούτογλου και μας υπενθυμίζει ότι, ενώ στην Αθήνα συζητούσαμε συχνά πώς θα προσαρμοσθεί η Ελλάδα σε μια νέα εποχή συνεννόησης, η Άγκυρα ουδέποτε εγκατέλειψε τις βασικές στρατηγικές επιδιώξεις της. Δεν έχει μεταβάλει ούτε κατ᾽ ελάχιστον τις θέσεις της, ούτε για το Αιγαίο, ούτε για τη Θράκη, ούτε για την Κύπρο, ούτε για την Ανατολική Μεσόγειο. Μάλιστα, όλα αυτά συνιστούν πυλώνες της τουρκικής στρατηγικής θεώρησης του ευρύτερου γεωπολιτικού χώρου.

Οπότε, ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας εμφανίζεται εκ νέου να θεωρεί αυτονόητο ότι οι ελληνικές θέσεις μπορούν να τεθούν στο τραπέζι μιας πολιτικής διαπραγμάτευσης, ακριβώς επειδή, κατ᾽ αυτόν, τοιούτο ήταν το πνεύμα μέσα στο οποίο κινήθηκαν επί χρόνια οι Διερευνητικές. Και ξέρετε ποιό είναι το τραγικό στοιχείο σε όλο αυτό; Ότι όχι μόνον δεν μπορεί κανείς να τον διαψεύσει, αλλά ενισχύεται στα λεγόμενά του από δημόσιες τοποθετήσεις Ελλήνων αξιωματούχων.

Από τον Παπανδρέου στον Αποστολίδη: οι ελληνικές παραδοχές

Οι δηλώσεις Νταβούτογλου αποκτούν ακόμη περισσότερη σημασία, αν συνδυαστούν με παλαιότερες τοποθετήσεις του Γιώργου Παπανδρέου. Ο Έλληνας πρώην Πρωθυπουργός έχει υποστηρίξει δημοσίως ότι το 2003 οι δύο πλευρές είχαν φτάσει πολύ κοντά σε σύμπτωση απόψεων. Κι επομένως, όταν η ελληνική πλευρά μιλά για «σχεδόν συμφωνία» και ο Νταβούτογλου για «σημαντική πρόοδο», η ανάγκη διευκρινίσεων καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη.

Επιπλέον, θυμίζω στον αναγνώστη, δήλωση του επικεφαλής της ελληνικής πλευράς των τελευταίων κύκλων των Διερευνητικών Επαφών, πρέσβη επί τιμή και πρώην αρχηγού της ΕΥΠ, Παύλου Αποστολίδη. Ο οποίος σε συνέντευξή του στην Καθημερινή της Κυριακής 3 Νοεμβρίου 2024, δήλωνε αναφορικά με την επέκταση των ελληνικών εθνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια (ή τη μέση γραμμή) τα εξής: «Νομικά είναι εφικτό, αλλά αν γίνει, τότε δεν θα υπάρχει περιεχόμενο συζήτησης για την υφαλοκρηπίδα, διότι δεν θα υπάρχει πλέον υφαλοκρηπίδα για να συζητηθεί. Αν πάμε παντού στα 12 μίλια τότε κλείνει όλο το Αιγαίο, γίνεται σχεδόν ολόκληρο ελληνικά χωρικά ύδατα και υφαλοκρηπίδα και μένει για την Τουρκία μόνο ένα περίπου 5%. Άρα, σε αυτή την περίπτωση, δεν έχει νόημα κάποιο συνυποσχετικό γι᾽ αυτό το 5%».

Ενώ σε άλλο σημείο της ίδιας συνέντευξης αναφέρει ότι: «γινόταν μια άτυπη ανταλλαγή απόψεων για τα σημεία που η όποια επέκταση πέραν των 6 μιλίων εκατέρωθεν θα μπορούσε να συναντήσει θετική υποδοχή ή ενδεχόμενες αντιρρήσεις από τη μια ή την άλλη χώρα». Και προσθέτει: «Όσον αφορά στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε στη συνέχεια να προχωρήσουμε μονομερώς στην τμηματική επέκταση, αλλού στα 8, αλλού στα 10 και αλλού στα 12 μίλια, εφόσον θα υπήρχε ανταπόκριση και από την άλλη πλευρά».

Αν τώρα, αντιπαραβάλει κανείς τις διατυπώσεις Νταβούτογλου στη συνέντευξη της περασμένης Κυριακής με τις θέσεις της ελληνικής πλευράς όπως διατυπώθηκαν ανωτέρω δια στόματος Αποστολίδη, διαπιστώνει όχι μόνον τον κοινό παρονομαστή τους, αλλά κυρίως ότι ο Νταβούτογλου ερμηνεύει και επαληθεύει πράγματα που αφορούν όχι την Άγκυρα, αλλά την Αθήνα.

Το κυριότερο που αφορά στην Αθήνα είναι κάτι που δυστυχώς δεν το κρύβει ούτε η ελληνική πλευρά: ότι η άσκηση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν περνά από την αποδοχή των τουρκικών θέσεων ως αφετηρία διαπραγμάτευσης! Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της συνεχούς αναφοράς Νταβούτογλου σε «κοινά συμφέροντα», «πολιτική βούληση», «αμοιβαία κατανόηση» και «ιδιωτικές συνομιλίες», «δικαιώματα και ευθύνες στο Αιγαίο» που έχουν «τόσο η Τουρκία όσο και η Ελλάδα». 

Πίσω από μια γλώσσα φαινομενικά συμφιλιωτική κρύβεται το κρίσιμο γεγονός ότι οι Διερευνητικές ήταν το πλαίσιο θεμελίωσης για την Ελλάδα των βασικών τουρκικών παραδοχών. Παραδοχές οι οποίες, όπως μαρτυρά και ο Έλληνας επικεφαλής Πρέσβης Αποστολίδης, είχαν ήδη γίνει δεκτές ως νόμιμο σημείο εκκίνησης.

Το ερώτημα που μένει στην Αθήνα: στρατηγική συνέπεια ή στρατηγική αυταπάτη;

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το πολύτιμο εξαγόμενο των όσων επαναδιατύπωσε ο Νταβούτογλου στην Καθημερινή, δεν αφορά την Τουρκία, η οποία εξάλλου σπανίως αποκρύπτει τις στρατηγικές της επιδιώξεις. Αφορά πρωτίστως τις αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν επί χρόνια στην ελληνική δημόσια σφαίρα και επιχειρήθηκε να επιβληθούν στην ελληνική κοινή γνώμη ως πατριωτικό καθήκον πατριωτικών κυβερνήσεων. Ότι δηλαδή, η διαρκής συζήτηση αρκεί για να μεταβάλει τις τουρκικές επιδιώξεις. Ή ότι η καλή θέληση μπορεί να υποκαταστήσει τους συσχετισμούς ισχύος. Ή ότι το πρόβλημα είναι ο ελληνικός «μαξιμαλισμός» (βλ. Χρήστος Ροζάκης) και όχι οι διακηρυγμένες τουρκικές διεκδικήσεις. Ο Νταβούτογλου έρχεται να μας υπενθυμίσει ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή, οι τουρκικές θέσεις παραμένουν αμετάβλητες. Και άρα, το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα έχει τη διάθεση να αποκτήσει την ίδια στρατηγική συνέπεια με την Τουρκία.

Επιπλέον, καθίσταται σαφές ότι οι αναφορές Νταβούτογλου σε «χάρτες» αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας διαχρονικής συζήτησης που ενδέχεται να έχει θεμελιώσει τη λογική συνδιαχείρισης και κατανομής δικαιωμάτων στο Αιγαίο, για την οποία ο ίδιος ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας είπε, βεβαίως, ότι δεν θα είναι 50-50. Θυμίζω, στο σημείο αυτό, και προκειμένου ο αναγνώστης να διαπιστώσει το εύρος της ταύτισης θέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τη σχετική δήλωση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στον Αλέξη Παπαχελά: «Οι βασικές παράμετροι μιας Συμφωνίας είναι απλές, πάρα πολύ απλές. Η υφαλοκρηπίδα θα μοιραστεί λογικά. Εμείς θα πάρουμε το μεγάλο μέρος, οι Τούρκοι θα πάρουν το μικρό. Και περίπου θα έχουμε συμφωνήσει, και θα αφήσουμε το Δικαστήριο να τη χαράξει τη γραμμή».

Ασφαλώς, από τις προ εικοσαετίας περίπου εκτιμήσεις του πατέρα του σημερινού Έλληνα Πρωθυπουργού μέχρι την επιβεβαίωσή τους προχθές από τον Νταβούτογλου μεσολαβεί μια απόσταση για την οποία η ελληνική κοινωνία γνωρίζει ελάχιστα. Η Τουρκία, στο κάτω της γραφής, είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί μαζί της, λέει και επιδιώκει τα ίδια πράγματα επί δεκαετίες.

Επομένως, το ερώτημα είναι αν στην Ελλάδα υπήρξε ποτέ αντίστοιχη στρατηγική διαύγεια, αντίστοιχη συνέχεια και αντίστοιχη ειλικρίνεια απέναντι στους Έλληνες πολίτες για το τι ακριβώς συζητείται, τι ακριβώς έχει τεθεί υπό μυστική διαπραγμάτευση (ο Νταβούτογλου μιλά για ιδιωτικές συζητήσεις), και ποια είναι τα όρια πέρα από τα οποία μια εθνική θέση παύει να είναι διαπραγματεύσιμη. 

Διότι η δημοκρατία προϋποθέτει ενημερωμένους πολίτες και όχι μόνον ενημερωμένους διαπραγματευτές. Όπως ακριβώς η εθνική κυριαρχία προϋποθέτει την άσκησή της ως χρέος ιερό και όχι απλώς την επίκλησή της ως δικαίωμα δικανικό. Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα που αφήνει πίσω της η συνέντευξη Νταβούτογλου.

Πηγή:

https://www.neakriti.gr/apopseis/2184967_apo-ton-ellinotoyrkiko-dialogo-stoys-hartes-toy-ntaboytogloy-ti-akribos-syzitoysan

Είναι τα Τέμπη και το Αιγαίο οι δυο όψεις του ιδίου νομίσματος συγκάλυψης; Ο Υπουργός Εξωτερικών έχει ανάμειξη και στα δύο μεγάλα αυτά θέματα για τον Ελληνισμό

Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Υπουργό Εξωτερικών (Υπουργό Επικρατείας όταν συνέβησαν τα Τέμπη) Γιώργο Γεραπετρίτη.

Θα περίμενε κανείς από μια κυβέρνηση η οποία εξελέγη το 2019 με την υπόσχεση του επικεφαλής της να ενώσει όλους τους Έλληνες, αν μη τι άλλο, να έχει μετά από έξι σχεδόν χρόνια προβεί σε υλοποίηση αυτής της υπόσχεσης. Είχε, εξάλλου, όλα τα σχετικά εχέγγυα.

Διαδεχόταν μια κυβέρνηση συνασπισμού η οποία εκτέλεσε κάθε έξωθεν εντολή που έλαβε για την ολοκλήρωση του εγκλήματος παραχώρησης του ελληνικότατου ονόματος της Μακεδονίας στο γειτονικό κρατίδιο των Σκοπίων, αγνοώντας τόσο το μεγαλοϊδεατισμό του τελευταίου όσο και τις επιταγές της ιστορίας και ταυτότητας του Ελληνισμού.

Επιπλέον, ανανέωσε τη λαϊκή εντολή το 2023 με το ποσοστό του 41% το οποίο, ωστόσο και δυστυχώς, έγινε σημαία κομπασμού, πολλαπλασιαστής της γνωστής αλαζονείας της εξουσίας και όπλο εξύβρισης κάθε Έλληνα πολίτη που ασκούσε το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου να ασκεί κριτική στα έργα και τις ημέρες μιας κυβέρνησης μεγάλων αξιώσεων, από τον στρατό είτε πληρωμένων επί τούτου οργάνων του κομματικού και συστημικού κατεστημένου, είτε από ιδεοληπτικούς ανόητους που θεωρούν τον Πρωθυπουργό ως σχεδόν τη Δευτέρα Παρουσία του Θεού επί γης.

Έξι χρόνια μετά, ωστόσο, κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ούτε ότι στην Ελλάδα του 21ου αιώνα που έβγαινε στο ξέφωτο 50 σχεδόν χρόνων μεταπολίτευσης θα συνέβαινε μια τέτοια ανεπανάληπτη τραγωδία όπως αυτή των Τεμπών, ούτε ότι μια κυβέρνηση τέτοιων προδιαγραφών θα έφθανε στο σημείο να συγκαλύπτει -για λόγους που παραμένουν άγνωστοι- αυτήν την καταστροφή.

Πλην όμως, η ανεπανάληπτη σε όγκο και έκταση μαζική συνάθροιση (26/1/2025) Ελλήνων σε όλη την Ελλάδα, την Κύπρο, την Κωνσταντινούπολη, σχεδόν όλες τις πρωτεύουσες και μεγάλες πόλεις της δυτικής και βόρειας Ευρώπης αλλά και στην Αμερική εμφάνισε επενέργειες χιονοστιβάδας.

Είναι προφανές ότι η ανοχή και η μεγαλοκαρδία της πλειοψηφίας των Ελλήνων απέναντι σε μια καταστροφή που ξεπερνά τα όρια της φαντασίας, καθώς δεν ήταν φυσική -είχαμε βεβαίως και τέτοιες πολλές με συνέπειες και σε όλη την εξαγωγική ικανότητα της χώρας και στις επιχειρησιακές δυνατότητες του στρατεύματος- αλλά είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια πολλών δεκάδων ζωών νέων Ελλήνων, έχει πλέον τελειώσει.

Ο ελληνικός λαός διαπιστώνει πλέον όχι απλώς τη διαδικασία συγκάλυψης μιας τραγωδίας για την οποία υπάρχουν στοιχεία που συνηγορούν στην κατεύθυνση χαρακτηρισμού της ως εγκλήματος, αλλά και μια απόπειρα συγκάλυψης της ίδιας της συγκάλυψης, που λαμβάνει χώρα τις τελευταίες ημέρες.

Κι αν ήταν μόνον τα Τέμπη, που φυσικά πρόκειται για ένα ασύλληπτα καταστροφικό συμβάν για το οποίο δεν χωρούν λόγια να το περιγράψουν όσες γραμμές κι αν γραφούν, θα έλεγε κανείς ότι συνέβη ένα τραγικό κακό και η ελληνική Δικαιοσύνη την οποία όλοι εμπιστευόμαστε θα πράξει το καθήκον της ώστε η αλήθεια να λάμψει και οι ένοχοι να τιμωρηθούν παραδειγματικά, ενώ και αυτή η «περίβλεπτη» κυβέρνηση θα δρομολογήσει όλες τις απαραίτητες πολιτικές ώστε να διασφαλίσει ότι τέτοιο κακό δεν θα ξανασυμβεί.

«Δαιμονικές» συμπτώσεις

Πλην όμως, υπάρχουν κάποιες σχεδόν «δαιμονικές» συμπτώσεις οι οποίες αναδεικνύονται μέσα από την τραγωδία των Τεμπών και τη συγκάλυψή της, που δεν αφήνουν σε ησυχία οιονδήποτε νοήμονα πολίτη, και αφορούν το σύνολο του Ελληνισμού.

Διότι την ίδια στιγμή που τα τελευταία δύο χρόνια η κυβέρνηση Μητσοτάκη κάνει ό,τι μπορεί για να διασωθεί από τη δίκαιη οργή των γονέων 57 νέων ανθρώπων, με πρωτοστάτες την απερίγραπτη Μαρία Καρυστιανού, τον Νίκο Πλακιά, τον Παύλο Ασλανίδη, και όλους τους γονείς -ας μου συγχωρεθεί που δεν αναγράφω όλων τα ονόματα εδώ- οργή που πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε «θέληση για δικαιοσύνη» και «εξιχνίαση του εγκλήματος», την ίδια στιγμή η ίδια κυβέρνηση στο ίδιο διάστημα και με τους ίδιους ανθρώπους πολιτεύεται με τρόπο καταστροφικό για τα εθνικά συμφέροντα του Ελληνισμού.

Και είναι δύσκολο πλέον, ο στοιχειωδώς νοήμων πολίτης να παραβλέψει ορισμένες συμμετρίες που αναδύονται στα ζητήματα των Τεμπών και του Αιγαίου, τόσο ισχυρές που να τον νομιμοποιούν να μιλά για δύο όψεις του ιδίου νομίσματος.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι Υπουργός των Εξωτερικών της Ελλάδας τελεί αυτή τη στιγμή εις εκ των πρωτεργατών της κυβέρνησης που ως Υπουργός Επικρατείας και δεξί χέρι του Πρωθυπουργού πρωτοστάτησε στη συγκάλυψη του δυστυχήματος στα Τέμπη, ο Γιώργος Γεραπετρίτης, τον οποίον το πανελλήνιο θυμάται να προσπαθεί ενώπιον των καμερών να πείσει ότι ο «τοπικός σταθμός ελέγχου της Λάρισας» είναι ο «σταθμός τοπικής τηλεδιοίκησης». Και να εξοργίζεται ιστάμενος ενώπιον χάρτινων μακετών ελέγχου – ω της γελοιότητος! – όταν ο δημοσιογράφος τον ανάγκαζε να υπερασπιστεί το ψεύδος του…

Δεν είναι λοιπόν, καθόλου τυχαίο, ότι αυτός ο άνθρωπος τέσσερις μήνες μετά την τραγωδία των Τεμπών τοποθετήθηκε στην ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών για να υπερασπιστεί τον μινιμαλισμό των δικών του (;) κόκκινων γραμμών των 6 ναυτικών μιλίων Εθνικών Χωρικών Υδάτων στο Αιγαίο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ανέλαβε ο ίδιος να συγκαλύψει την άλλη εθνική καταστροφή που έλαβε χώρα στην Κάσο, όπου μπορεί μεν να μην θρηνήσαμε ανθρώπινες ζωές αλλά υπέστημεν καταστροφική ήττα επί του πεδίου όσον αφορά στην εφαρμογή των κυριαρχικών δικαιωμάτων της πατρίδας μας.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι με την ίδια διάθεση ψεύδους, συγκάλυψης και παραπλάνησης του ελληνικού λαού, η ίδια κυβέρνηση – που πλέον σε κατάσταση πανικού προσπαθεί να κρατηθεί στα όρια της αξιοπρέπειας αναγκάζοντας τον επικεφαλής της Πρωθυπουργό να μετέρχεται κάθε δυνατή δικαιολογία σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις του, για την οποία καταφανώς δεν ήταν προετοιμασμένος καθώς αδυνατούσε να φαντασθεί πού μπορεί να φθάσει η δύναμη μιας μάνας κι ενός πατέρα των οποίων το παιδί εξαϋλώθηκε – επιδιώκει να πείσει τους Έλληνες ότι εργάζεται για την προστασία της εθνικής κυριαρχίας της πατρίδας τους, ότι η Διακήρυξη των Αθηνών ήταν μια πράξη πατριωτισμού έναντι της Τουρκίας, τη στιγμή που εφαρμόζει την ίδια μέθοδο συγκάλυψης για να κρύψει από τους Έλληνες τη γκριζοποίηση του Αιγαίου.

Μυστική διπλωματία

Γκριζοποίηση την οποία βλέπουμε διαρκώς να προχωρά, απότοκο της μυστικής διπλωματίας της κυβέρνησης και της ανικανότητας των πολιτικών ελίτ να υπηρετήσουν το εθνικό συμφέρον.

Κι αν στην περίπτωση των Τεμπών η κυβερνητική δικαιολογία είναι ότι οι γονείς των νεκρών υποκινούνται από δυνάμεις της αντιπολίτευσης – προφανώς όσοι ανόητοι τα λένε αυτά δεν έχουν χάσει σπλάχνα τους σε φοβερές τραγωδίες, κι εύχομαι να μην τους συμβεί ποτέ – στην περίπτωση του Αιγαίου πολλά από τα πυρά (ίσως και τα πλέον επώδυνα) είναι από ανθρώπους οι οποίοι έφεραν δεκάδες χιλιάδες, για να μην πω εκατοντάδες χιλιάδες ψήφους, στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας!

Άνθρωποι που ανήκουν στη Νέα Δημοκρατία, και που αφιέρωσαν όλη τους τη ζωή στην παράταξη αυτή, όπως ο Αντώνης Σαμαράς, ο Κώστας Καραμανλής, ο Προκόπης Παυλόπουλος, ο Γιάννης Βαληνάκης και πολλοί άλλοι.

Δεν γνωρίζουμε πού θα καταλήξει η ιστορία με τα Τέμπη. Γνωρίζουμε μόνον ότι αυτές οι ψυχές δεν γυρίζουν πίσω. Μας δείχνει όμως κάτι αυτή η συγκάλυψη. Ότι οι άνθρωποι που τόλμησαν τόσο ανόσια να πολιτευθούν σε βάρος της ιερής μνήμης αυτών των εξαϋλωμένων νέων, είναι οι ίδιοι άνθρωποι που φέρουν την ευθύνη και για την εθνική ζημία που έχει προκληθεί στην εθνική κυριαρχία της Ελλάδας και την προάσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της.

Κι επομένως, ως ελάχιστο καθήκον και χρέος όλων μας στην ιερή μνήμη των 57 ανθρώπων μας που εξαϋλώθηκαν στα Τέμπη, οφείλουμε να μην επιτρέψουμε η συγκάλυψη των Τεμπών να καταπνίξει και την ελληνικότητα του Αιγαίου. Ενός Αιγαίου που ήδη έχει γκριζαριστεί στα Ίμια και την Κάσο από ελληνικές κυβερνήσεις. Μια «σοσιαλιστική» και μια «δεξιά».

Δημοσιεύθηκε στην Hellas Journal την Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2025. Αναδημοσιεύθηκε από τις anixneuseis.gr, το Olympia.gr και το geopolitico.gr.

HellasJournal.com
Anixneuseis.gr
Olympia.gr
Geopolitico.gr