῾῾Σαν να ήταν η πρώτη· σαν να ήταν η τελευταία· σαν να ήταν η μόνη᾽᾽ *

Όσλο, Πάσχα 2020

Πανδημία. Δημόσια υγεία. Ανθρωπισμός. Αυτό είναι το νέο τρίπτυχο στο όνομα του οποίου ο ελληνικός λαός στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και η Ορθοδοξία σχεδόν εν συνόλω, ζει μια πρωτόγνωρη, ανήκουστη και εντελώς παράλογη κατάσταση. Την πρώτη στην ιστορία του Ελληνισμού, προχριστιανικού και χριστιανικού, κατάργηση της πραγματικότητας της Εκκλησίας. Δηλαδή, της κλήσεως και συνάξεως επί τω αυτώ. 

Από πού να αρχίσει και πού να σιγήσει κανείς;

Από τον από πολύ νωρίς, περίεργα νωρίς, καταχρηστικό χαρακτηρισμό του φαινομένου του κορωνοϊού ως ῾῾πανδημία᾽᾽;

Από τα όσα ταλανίζουν την Πολιτεία και την Εκκλησία τούτες τις Τρισάγιες ημέρες; 

Την υπερδεκαετή συστηματική υπονόμευση του συστήματος Δημόσιας Υγείας λόγω μιας αλληλουχίας καταστροφικών κυβερνητικών επιλογών και την αφαίμαξη του ελληνικού ιατρικού δυναμικού με την αναγκαστική μετανάστευση πολλών εκατοντάδων ικανότατου ιατρικού προσωπικού, λόγω και των κατ᾽ ουσίαν πτωχευτικών δανειακών συμβάσεων του πρόσφατος παρελθόντος; 

Την ανεπανάληπτη, στην ιστορία της χριστιανοσύνης, καταφυγή σε έωλα κοσμικά παιχνίδια λογικής, την υποταγή της εκκλησιαστικής εμπειρίας και αλήθειας σε ορθολογίζοντα επιχειρήματα που όχι μόνον αμφισβητούν επί της ουσίας τον Θεανθρώπινο Λόγο αλλά και αδικούν και τον ανθρώπινο ορθό λόγο, καταστρατηγώντας ταυτόχρονα την κοινωνική ορθοπραξία που απορρέει απ᾽ αυτόν και την εμπιστοσύνη που ένα κράτος οφείλει να επιδεικνύει προς τον πολίτη του;

Από την μεταμοντέρνα, άκρως προβληματικής φύσεως, μανιχαϊστική αποθέωση της έννοιας ῾῾δημόσια υγεία᾽᾽, η οποία ενώ έχει καταστεί μόνιμη επωδός στο δημόσιο διάλογο και γίγνεσθαι, εστιάζει αποκλειστικά και μονομερώς στο σώμα, αγνοώντας σχεδόν επιδεικτικά τις ανάγκες του συνόλου ανθρώπου ως σωματοψυχή, ανάγκες που η υπερδισχιλιετής Ορθόδοξη παράδοση κατεξοχήν γνωρίζει να θεραπεύει; 

Από την παντελώς αστοιχείωτη – σε πείσμα όλων των μετανεωτερικών ευχολογίων περί καταπολέμησης των διακρίσεων και σε ειρωνεία των αντίστοιχων ιδεολογιών που συντεταγμένα οι κυβερνήσεις τηρούν με ευλαβική πίστη – και ψευδή διάκριση μεταξύ σώματος και ψυχής; Διάκριση η οποία διέπει όχι μόνον το αρμοδίως επιφορτισμένο Υπουργείο Υγείας, αλλά και, όπως και εν τοις πράγμασι αποδεικνύεται, και τμήμα της θεσμικής Εκκλησίας;

Από την σύγχυση και τη ζάλη η οποία κλυδωνίζει την ελληνική κοινωνία που για άλλη μια φορά σπεύδει να λατρέψει, μέρες Λαμπρής, επίγειους σάρκινους θεούς, στο πρόσωπο των κατά τα άλλα συμπαθέστατων αγωνιστών και διαχειριστών της κατάστασης, κ.κ. Τσιόδρα και Χαρδαλιά; Ωσάν ο αρχαίος βασιλεύς του άλλου μεγάλου γένους της γης να μην μας είχε προειδοποιήσει, χιλιετίες τώρα, ῾῾μὴ πεποίθατε ἐπ᾽ ἄρχοντας, ἐπὶ ὑιούς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία᾽᾽;

Από την παραληρηματική μανία των ΜΜΕ, ελληνικών και διεθνών, κρατικών και κυβερνητικών, ιδιωτικών και συστημικών, τα οποία στιγμή δεν χάνουν να επιχειρούν συστηματικά και με το αζημίωτο να πολλαπλασιάσουν τον φόβο ενός λαού (εννοώ τον ελληνικό λαό και παρακάμπτω εδώ τον αστραπιαία – χάρη στην παγκοσμιοποίηση – μεταδιδόμενο στην οικουμένη πανζουρλισμό), ο οποίος άγεται και φέρεται από ορισμένες μετριότητες της δημοσιογραφίας, καλοπροαίρετους ῾῾μαθητευόμενους μάγους᾽᾽ ή/και επαγγελματίες αλλοιωτές της αλήθειας;

Από τον παραλογισμό μιας Πολιτείας, η οποία επιβάλλει στους πολίτες, ῾῾για το καλό τους᾽᾽, πρωτόγνωρες πρακτικές αστυνόμευσης, καταστρατήγηση θεμελιωδών Αρχών του Συντάγματος, μονόχνωτη διαχείριση του προβλήματος, διαχείριση εξαρτώμενη από την απαράμιλλη βεβαιότητα ότι η πρακτική που ακολουθείται είναι μονόδρομος (ωσάν είτε να υπήρχε από καιρό έτοιμο το πλάνο δράσης, είτε ως ομολογώντας εμμέσως την απειρία που απολήγει σε ολοκληρωτικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας τύπου ῾῾πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι᾽᾽); Και όλα αυτά, με τη γνωστή πρακτική των μετα-κοινοβουλετικών αποφάσεων, των μετα-δημοκρατικών μεθόδων της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου και των σχετικών διαδικασιών εξπρές, όπως συμβαίνει πάντοτε κατά την τελευταία δεκαετία, όποτε ο λαός επείγει να ῾῾σωθεί από μεγάλο κακό᾽᾽;

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, βλέπει κανείς τον θεσμό της Εκκλησίας να αμφιταλαντεύεται, κατά τον μήνα Μάρτη τουλάχιστον, μεταξύ αυτοκατάργησης – με τη μη πραγματοποίηση της Θείας Λειτουργίας επί δύο εβδομάδες – ακύρωσης, δηλαδή, του λόγου ύπαρξης της Εκκλησίας, που δεν είναι άλλος από τον καθαγιασμό και την Αναφορά της κτίσεως στον Θεό διαμέσου του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Μια Εκκλησία να παλεύει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και να καταλήγει να ῾῾λειτουργεί᾽᾽ – ειρήσθω έτσι, καταχρηστικά, μιας και ελλείψει μετοχής και ῾῾έργου του λαού᾽᾽ η παραμυθία με μετανεωτερικές θεολογίες της παρούσας απουσίας του λαού από τα στασίδια του για λόγους αγαπητικής κενώσεως είναι ιδιαίτερα δημοφιλής σήμερα – ῾῾των θυρών κεκλεισμένων᾽᾽ δια τον φόβον του κορωνοϊού, όπως περίπου συνέβαινε κατά τον καιρό των διωγμών στους πρώτους αιώνες. Και ας αρέσκεται η πολιτική ορθότητα των ημερών στο να ξορκίζει τη λέξη διωγμός. Η έννοια ῾῾διωγμός᾽᾽ άλλωστε, είναι ζήτημα σημασιολογίας της ελληνικής γλώσσας, όχι πρόβλημα της ελληνικής κυβέρνησης, τώρα ειδικά που σύσσωμος ο πλανήτης την εγκωμιάζει.

Πάσχα, λοιπόν, Κυρίου Πάσχα, σε άδειους ναούς. Για πρώτη φορά στην ιστορία. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα κατασκευασμένη από τον παραλογισμό και την ανοησία που τυραννάει την ανθρωπότητα από καταβολής της. Ή, σωστότερα, από την στιγμή που ο άνθρωπος εξοβελίζει τον Θεό από την ζωή του και από τον κόσμο. Ένας άνθρωπος, ο οποίος μέσα στη ζάλη του νομίζει ότι, μαθηματικά και στατιστικά, έχει λιγότερες πιθανότητες να κολλήσει τον κορωνοϊό από μια από τις κατά μέσο όρο 5.000 συσκευασίες προϊόντων που εκτίθενται στα διάφορα καταστήματα κάλυψης διατροφικών αναγκών του ιδίου και των δεκάδων συνανθρώπων του που βρίσκονται ταυτόχρονα στο κατάστημα, απ᾽ ότι στην εκκλησία των λίγων εικονισμάτων και του ενός κεριού! 

Γι᾽ αυτό και ένα τέτοιο ανόητο κράτος αποφάσισε να στέλνει τους πολίτες στα σούπερ μάρκετ και τα όργανα της τάξης στους ναούς. Αλλά, βέβαια, όπως είπαν ορισμένοι, ο κορωνοϊός είναι ο αόρατος εχθρός, και άρα πολεμάμε κάθε τί αόρατο, αλλά το ορατό το αγκαλιάζουμε. Πανουργία του λόγου, όπως θα έλεγε κι ο Χέγκελ, μιας και όλοι γνωρίζουμε ότι η Εκκλησία επί δυό χιλιάδες χρόνια τώρα μόνον αόρατους εχθρούς πολεμά αλλά ποτέ ως τώρα δεν ιδιώτευσε. Σώμα, λοιπόν, μόνον, και όχι και ψυχή. Σάρκα λοιπόν, μόνον, και όχι και πνεύμα.

Είναι πολλά τα ερωτήματα. Και σίγουρα, θα αυξάνονται όσο όλοι μας, ιερατείο, άρχοντες και λαός θα συνειδητοποιούμε μέρα με τη μέρα τι συμβαίνει. Υπάρχει ωστόσο ένα ερώτημα, το οποίο είναι καίριο, επιτακτικό:

Είναι ή δεν είναι ο κόσμος τούτος η δημιουργία του Θεού, τότε, τώρα, διαρκώς και πάντοτε; Διότι, αν είναι, πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν η Ορθόδοξη Εκκλησία, και δη η ελληνική, η οποία, ειρήσθω, αποκλήθηκε προφητικά από τον ίδιο τον Χριστό – τουλάχιστον δυό φορές μες στην Μεγάλη Εβδομάδα, σύμφωνα με τη γραφή του Ματθαίου και του Ιωάννου – ως ο δέκτης της Βασιλείας του Θεού, η οποία και θα φέρει τους καρπούς Της, πώς είναι δυνατόν να έχει εκχωρήσει εαυτήν σε μια ακόμη εκδοχή της πτωτικής φύσεως και του πεπτωκότος κόσμου που καθρεφτίζει ο συγκεκριμένος κορωνοϊός; 

Πώς είναι δυνατόν η Εκκλησία να φέρεται ως άλλη μια φοβισμένη εγκόσμια Αρχή, παραιτούμενη του λόγου υπάρξεώς της; 

Εάν ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αληθεύει καλώντας τον άνθρωπο μεσίτη Θεού και κόσμου, πώς η σύγχρονη Ορθόδοξη Εκκλησία αντιλαμβάνεται πλέον αυτή τη μεσιτεία, αυτή τη μεσολάβηση, ιδίως όταν η κτίση κράζει, για άλλη μια φορά σήμερα, και επώδυνα κραυγάζει τις πληγές και τα βάσανά της; 

Πώς είναι δυνατόν να ακούμε από επίσημα χείλη το επιχείρημα ότι, ῾῾είναι μόνον για το φετινό Πάσχα᾽᾽ που οι Χριστιανοί θα παραμείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους; 

Είναι, άραγε, αυτό μια επιτυχημένη απόπειρα χαϊδέματος της ψυχής των πιστών, οι οποίοι και χρείαν έχουσιν του Ζώντος Ύδατος, και υποφέρουν από την παρανοϊκή αυτή μεταμοντέρνα κουλτούρα που διακρίνει μεταξύ ψυχής και σώματος;

Πριν από σαράντα περίπου χρόνια, σε ένα τοίχο στο ιερό κάποιου Μητροπολιτικού ναού στην Ελλάδα, υπήρχε μια κορνίζα με τις ακόλουθες τρεις φράσεις, σε κάθετη διάταξη:

῾῾Σαν να ήταν η πρώτη·

Σαν να ήταν η τελευταία·

Σαν να ήταν η μόνη.᾽᾽

Ο εφημέριος ιερέας του ναού, ένα απλό γεροντάκι από ένα χωριό της Πελοποννήσου, ο αείμνηστος π. Δημήτριος Θεοδωρόπουλος, είχε τότε εξηγήσει σε ένα μικρό παιδί που δεν μπορούσε να αντιληφθεί το νόημα αυτού του Δελφικού αινίγματος: ῾῾Παιδί μου, αυτό είναι για να θυμίζει στον Λειτουργό, σε εμένα, και στον καθένα, πώς πρέπει να προσεγγίζουμε, να τελούμε, να εορτάζουμε, και να μετέχουμε του Μυστηρίου των Μυστηρίων, της Θείας Λειτουργίας, της Ευχαριστίας.᾽᾽

Αν αυτό είναι το ήθος του Ορθόδοξου Λειτουργού· αν αυτή είναι η πίστη της Εκκλησίας· αν αυτός εδώ είναι ο κόσμος που ο Θεός δημιούργησε και δημιουργεί, ή μάλλον συνδημιουργεί με τον άνθρωπο· εάν η Βασιλεία του Θεού έχει ήδη αρχίσει, εδώ και τώρα, και δεν είναι κλειδωμένη στα ντουλάπια ενός φαντασιακού επέκεινα που γίνεται άλλοθι για μια παντοτινή αναβολή της κατάφασής μας στην θέωση – αυτήν που εορτάζουμε και ομολογούμε τώρα το Πάσχα και πάντοτε – ακόμη και του πλέον απομακρυσμένου όντος· 

Τότε πώς είναι δυνατόν να στεκόμαστε με τόση παθητικότητα, τέτοιο πνεύμα ηττοπάθειας και ενδοκοσμικού συμβιβασμού, ο οποίος προϋποθέτει κι επιβάλλει έκπτωση της Αλήθειας με την συνδρομή μιας σειράς καινοφανών, παντελώς ανύπαρκτων στην μακρά πατερική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεολογημάτων που επιχειρούν να δικαιολογήσουν τον τρόπο με τον οποίο μοιάζουμε να έχουμε παραδοθεί σε μια παγκόσμια παράλυση, προκληθείσα από ένα ιό δημιουργημένο, αμφισβητούμενης ή άγνωστης προέλευσης;

Πράγματι, θα υπάρξουν ίσως περισσότερα Πάσχα να εορτάσουμε σε αυτή τη ζωή. Και θα υπάρξουν ασφαλώς. Αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι δικαιολογία, ούτε καν λόγος, να αποστερούμε τον άνθρωπο από την μετοχή στη Ζωή, εδώ και τώρα. Η Εκκλησία και η εκκλησία δεν είναι το γραφείο μας, στο οποίο μπορούμε να πάμε ή να μην πάμε, αναλόγως των περιστάσεων. Από τη στιγμή που έχουμε προσχωρήσει σε μια τέτοια αντίληψη, η οποία απολήγει – έστω και ως καταφυγή σε απέλπιδους καιρούς – σε μια πρακτική που ψευδώς φαντάζει ως μονόδρομος, έχουμε υποτάξει την Εκκλησία στον κόσμο· έχουμε εκκοσμικεύσει την Εκκλησία. Έχουμε αποστερήσει τους εαυτούς μας ενός δώρου με το οποίο μόνον λογικά πρόβατα έχουν προικισθεί, και έχουμε υποβαθμίσει την Εκκλησία, εκούσια και μοιραία, από αυλή λογικών προβάτων σε περιθωριακό χώρο – προσωρινά κλειστόν – μεταφυσικής ψευδο-ανάτασης για φοβισμένα πλήθη.

Η Εκκλησία είναι Ζωή. Είναι η ζωή μας. Αυτό δεν είναι σύνθημα ενός αναρχικού, ούτε ενός χίπι, μολονότι αμφότεροι χωρούν στην Εκκλησία. Αυτό είναι η πραγματικότητα, τόσο σκληρή ορισμένες φορές που, απομακρύνοντας κανείς τον άνθρωπο από τον αναπνευστήρα της Εκκλησίας, του προκαλεί μια δύσπνοια και μια ζάλη ασύγκριτα πιο σοβαρή απ᾽ αυτή που ο οποιοσδήποτε κορωνοϊός μπορεί να προκαλέσει· μια ασφυξία που καταλήγει σε θάνατο πρωτόγνωρο.

Εάν πράγματι ακούμε Εκείνον ο οποίος ήλθε, Σταυρώθηκε και Αναστήθηκε, και εφόσον αληθινά πιστεύουμε ότι ήλθε ῾῾ἴνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσόν ἔχωσι᾽᾽ (Ιω. 10, 10)· εάν αληθινά αγαπούμε αυτόν τον κόσμο, τον Κόσμο Του, τότε δεν μπορούμε, να αποστερούμε τον κόσμο από την Θεία Λειτουργία. Εξάλλου, η Ορθοδοξία, όπως προφητικά είχε δει ο Ηράκλειτος (Αποσπάσματα 50 και 53), παραμένει Ορθόδοξη μόνον δημοσίᾳ· όχι όταν κωφεύει χάριν των μικρών και μπρος στα μεγάλα ιδιωτεύει. 

Χριστός Ανέστη!

* Το παρόν αποτελεί τμήμα κειμένου που θα δημοσιευθεί στα αγγλικά από το Public Orthodoxy, ιστοσελίδα του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Fordham της Νέας Υόρκης, USA.

Τὸ Θαυμαστὸ Τελευταῖο Προπύργιο τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (μέρος 1ο)

Νορβηγικὸ ἀφιέρωμα στὸ Ἅγιον Ὄρος

Κείμενο: Øystein Silouan Lid, ἕλληνικὴ μετάφραση: Παναγιώτης Παῦλος, Φωτογραφίες: Torbjørn Fink

Στὴν ἀνάρτηση αὐτὴ ἀναπαράγω ἕνα ὄμορφο ἀφιέρωμα τὸ ὁποῖο δημοσιεύθηκε στὴν νορβηγικὴ ἐφημερίδα Dagen, μὲ ἕδρα τὴν πόλη τοῦ Bergen. Τὸ πρωτότυπο κείμενο, τὸ ὁποῖο εἶναι πραγματικὰ ἕνας ὕμνος γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔχει τίτλο: ‘Mirakla i Romarrikets siste utpost‘. Γράφηκε ἀπὸ τὸν Νορβηγὸ δημοσιογράφο Øystein Silouan Lid, ὁ ὁποῖος ταξίδεψε στὸν Ἄθωνα τον Μάιο τοῦ 2016. Τὴν ἑλληνικὴ μετάφραση τοῦ ἀφιερώματος, καὶ τὴν συγκεκριμένη ἐκδοχὴ ἀπόδοσης τοῦ τίτλου, τὴν ἐτοίμασα προκειμένου τὸ ἀφιέρωμα αὐτὸ να γίνει προσβάσιμο στὸ ἑλληνικὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ, κάτι τὸ ὁποῖο καὶ ἔγινε χάρις στὸν δημοσιογράφο Παναγιώτη Σαββίδη, ὁ ὁποῖος ἐπιμελήθηκε τὴν πρώτη δημοσίευση τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου στὴν ἐφημερίδα Τὸ Πρῶτο Θέμα. Εἶμαι εὐγνώμων πρὸς τὸν Øystein Silouan Lid γιὰ τὴν ἄδειά του να ἐπαναδημοσιεύσω τὸ ἀφιέρωμα ἐδῶ. Οἱ φωτογραφίες ποὺ συμπεριλαμβάνω στὴν ἀνάρτηση αὐτὴ εἶναι λήψεις τοῦ Torbjørn Fink, ὁ ὁποῖος συμμετεῖχε στὸ προσκύνημα, καὶ τὸν ὁποῖο ἐπίσης εὐχαριστῶ.

Το δισέλιδο ᾽σαλόνι᾽ τοῦ ἀφιερώματος τῆς νορβηγικῆς ἐφημερίδας Dagen.

Στὰ τέλη Μαΐου (σσ. 2016) χορηγήθηκε σὲ 10 Νορβηγοὺς ἀκρόαση στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ τελευταῖο ἀπομεινάρι τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Οἱ μοναχοὶ ποὺ διαβιοῦν ἐδῶ διηγοῦνται θαυμαστὰ καὶ ἐξαίσια γεγονότα ὡς ἀναπόσπαστο κομμάτι τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Τὸ Ἅγιον Ὄρος θεωρεῖται ὡς αὐτὸς ὁ τόπος στὸν πλανήτη γῆ, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐλάχιστα ἀλλάξει στὸ διάβα τῶν αἰώνων. Οἱ Ὀρθόδοξοι μοναχοὶ ποῦ διαμένουν ἐδῶ ζοῦν ὅπως ἀκριβῶς καὶ κατὰ τοὺς μεσαιωνικοὺς χρόνους, μὲ προσευχὴ καὶ ἐργασία. Ἔρχονται γιὰ νὰ ἀφιερώσουν τὴν ζωή τους ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Θεὸ καὶ τὸ τελευταῖο ποὺ ἐπιιθυμοῦν εἶναι ἡ δύσβατη αὐτὴ χερσόνησος νὰ μετατραπεῖ σὲ τουριστικὴ ἀτραξιόν. Ὡστόσο, ἡ μοναστικὴ πολιτεία τῆς βόρειας Ἑλλάδας ἀσκεῖ ἀξιοσημείωτη ἔλξη σὲ ἀνθρώπους ἀπ᾽ ὅλο τὸν κόσμο.

Ὅταν, τὸ 2009, τὸ διάσημο τηλεοπτικὸ μαγκαζίνο «60 minutes» τοῦ CBS αἰτήθηκε ἀδείας προκειμένου νὰ ἔρθει καὶ νὰ ἐτοιμάσει ἕνα θέμα στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἡ ἀπάντηση ἤταν κατηγορηματικὰ ἀρνητικὴ. Χρειάστηκαν δύο χρόνια διαπραγματεύσεων προτοῦ τελικῶς ἕνα ἀπὸ τὰ Μοναστήρια δώσει θετικὴ ἀπόκριση. Δὲν ἤταν, λοιπόν, χωρὶς φόβο καὶ ρίγος ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ρεπόρτερ τῆς «Dagen» πάτησε τὸ πόδι τοῦ στὴν Δάφνη, καὶ ἐν συνεχείᾳ στὶς Καρυές, τὸ διοικητικὸ κέντρο τοῦ Ἄθωνα, προτοῦ κατευθύνει τὰ βήματά του πρὸς τὸ ἀρχαῖο μοναστήρι τῶν Ἰβήρων.

Ὁ πύργος τῆς μονῆς τῶν Ἰβήρων, ὅπως ξεπροβάλει ἀπὸ τὸ μονοπάτι.

Τὸ δάσος στὶς δύο πλευρὲς τοῦ μονοπατιοῦ μοιάζει μὲ ζούγκλα. Ἄγρια ἐδώδιμα μπιζέλια, ἄνιθος καὶ ρίγανη φύονται σὲ διάφορα σημεῖα. Ἔξαφνα, διαπιστώνουμε τὴν θαυμάσια εὐωδία θυμιάματος μυρωδιὰ εὔκολα ἀναγνωρίσιμη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία. Ὡστόσο, εἴμαστε ἐδῶ, στὴν μέση τοῦ δάσους, καὶ κανεὶς δὲν αἰωρεῖ τὸ θυμιατό…

Μικρὰ σημεῖα καὶ θαυμάσια σὰν αὐτὸ συμβαίνουν διαρκῶς ἐδῶ στὸν Ἄθωνα, λέει ὁ Παναγιώτης Παῦλος, ἐρευνητὴς τῆς Φιλοσοφίας στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Ὄσλο καὶ, ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὁ ὁδηγός μας ἐδῶ. Δὲν εἴμαστε μακριὰ ἀπὸ τὸ κελὶ τοῦ Ἁγίου Παϊσίου (1924-1994), ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον διακεκριμένους πνευματικὰ ἄνδρες τῆς μοναστικῆς χερσονήσου. Ἐνόσω ζοῦσε χιλιάδες ἄνθρωποι ἔρχονταν νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν, διαβαίνοντας αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ μονοπάτι. Θεραπεύονταν ἀπ᾽ ὅλα τὰ εἴδη ἀσθενειῶν, ἀπαλλάσσονταν ἀπὸ δαιμονικὲς δυνάμεις καὶ λάμβαναν πνευματικὴ καθοδήγηση. Λέγεται ὅτι καὶ ἡ παρουσία του μόνον μποροῦσε νὰ μεταβάλλει τὶς καρδιὲς τῶν προσκυνητῶν, οἱ ὁποίοι προσέρχονταν νὰ τὸν συναντήσουν, καὶ νὰ τοὺς ἐλκύει πρὸς τὸν Χριστό. Ὁ Παναγιώτης ἤταν καὶ ὁ ἴδιος ἕνας ἀπὸ τοὺς πάμπολλους ἀνθρώπους ποὺ ἦρθαν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸ κελὶ τοῦ Ἁγίου στὸ δάσος, καὶ εἶναι φίλος τοῦ μοναχοῦ ποὺ σήμερα ζεῖ ἐδῶ – τοῦ πατρὸς Ἀρσενίου.


– Χριστὸς Ἀνέστη! ἀναφωνεῖ ὁ Παναγιώτης καὶ σύντομα ἕνας ἄνδρας μὲ μακριὰ γενιάδα ἐμφανίζεται στὴν πόρτα τῆς εἰσόδου. Ὁ π. Ἀρσένιος χαιρετᾶ ἔνθερμα τὸν παλαιὸ φίλο του καὶ τοὺς Νορβηγοὺς μὲ εὐγένεια, προτοῦ τοὺς διηγηθεῖ λίγα ἀπὸ τὰ πολυάριθμα γεγονότα θαυμαστῶν σημείων τὰ ὁποία ἔχουν συμβεῖ ἀκριβῶς ἐδῶ, στὸ κελλὶ του. Ἕνα φαινόμενο τὸ ὁποῖο ὁ πατὴρ Ἀρσένιος μᾶς ἀναφέρει, εἶναι ἡ ἰκανότητα τοῦ Ἁγίου Παϊσίου νὰ γνωρίζει τί ἐπρόκειτο οἱ ἐπισκέπτες νὰ τὸν ρωτήσουν, προτοῦ οἱ ἴδιοι ἀνοίξουν τὰ στόματά τους.


– Κάποτε, ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος ἕνας δικηγόρος. Δὲν πίστευε τὶς ἱστορίες γιὰ τὸν γέροντα Παΐσιο καὶ ἀποφάσισε νὰ τὸν θέσει σὲ δοκιμασία. Σχεδίασε νὰ τοῦ συστηθεῖ ὡς γιατρός, ἀντὶ γιὰ δικηγόρος. Ὅταν ἔφθασε, λοιπόν, στὴν εἴσοδο ἔτυχε νὰ περιμένει ἤδη μιὰ ὀμάδα πενήντα ἀνθρώπων ποὺ εἴχαν ὅλοι ἔρθει γιὰ νὰ δοῦν τὸν Ἅγιο. Ὁ Ἄγιος Παΐσιος ἄνοιξε τὴν πόρτα, κοίταξε τὸν δικηγόρο κατάματα καὶ τοῦ εἶπε: ῾Νὰ φύγεις, καὶ νὰ πάρεις καὶ τὰ ψέμματά σου μαζί σου στὴν αἴθουσα τοῦ δικαστηρίου᾽. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ποτὲ δὲν ἀμφέβαλε ξανά, λέει ὁ πατὴρ Ἀρσένιος.

Τὸ περιεχόμενο τοῦ ἀφιερώματος τῆς νορβηγικῆς ἐφημερίδας Dagen.

Ἡ μορφὴ τῆς Χριστιανοσύνης ποὺ διατηρεῖται στὸν Ἄθωνα ἔχει μᾶλλον μοναδικὴ ἱστορία. Ὕστερα ἀπὸ τὴν πτώση τῆς πρωτεύουσας τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας στὸν κατοχικὸ Μουσουλμανικὸ στρατὸ τὸ 1453, τὸ Ὄρος Ἄθως κατέστη τὸ τελευταῖο ἀπομένον προπύργιο τοῦ Imperium Romanum. Ἤδη, κατὰ τὸ ἔτος 972 εἶχε ἐδραιωθεῖ μία αὐτοδιοίκητη μοναστικὴ πολιτεία ἔντὸς τῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Τσιμισκῆ τὸν 1ο. Σήμερα, ἡ «Αὐτόνομη Μοναστικὴ Πολιτεία τοῦ Ἁγίου Ὄρους» εἶναι ἡ μόνη πολιτεία ὅπου τὸ λάβαρο τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας – ὁ χαρακτηριστικὸς δικέφαλος ἀετὸς – μπορεῖ ἀκόμη νὰ ἰδωθεῖ νὰ κυματίζει στὸν ἄνεμο, στὰ ἄκρα τῆς ἐπίσημης σημαίας.

Σήμερα τὸ Ὄρος Ἄθως θεωρεῖται ὡς τὸ πνευματικὸ κέντρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Στὰ εἴκοσι λειτουργικῶς ἐνεργὰ μοναστήρια του διαμένουν κάπου 2.000 μοναχοί, ἔχοντας ἀφιερώσει τὶς ζωές τους στὴν προσευχή ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου.

– Ὁ λόγος ποὺ βρίσκουν οἱ μοναχοὶ πίσω ἀπὸ τὴν μοναστικὴ κλήση τους εἶναι τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸ Εὐαγγέλιο (Κατὰ Ματθαῖον, 19). Ἀφοροῦν ἔνα βίο μοναχικὸ χάριν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, καὶ προσκαλοῦν τὸν ἄνθρωπο νὰ πωλήσει τὰ ὑπάρχοντά του, νὰ δωρήσει στοὺς πτωχοὺς καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστό, λέει ὁ πατήρ Γιοχάννες, ὁ ἱερέας τῆς Νορβηγικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Ἀγίου Νικολάου στὸ Όσλο, καὶ πνευματικὸς ὁδηγὸς τῶν μελῶν τῆς προσκυνηματικῆς ὀμάδας.

Ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Γιοχάννες (ἀριστερά) ἐφημέριος τῆς Ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ Ὄσλο, καὶ ὁ ἱεροδιάκονος π. Σεραφείμ (δεξιά), καθοδὸν πρὸς τὸ ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, στὰ ὅρια τοῦ Ἄθωνα.

Συνεχίζεται…



The Miraculous Last Outpost of the Roman Empire (Part I)

A pilgrim tour from Norway to Mount Athos

Text by Øystein Silouan Lid, and pictures by Torbjørn Fink.
The majestic rocky Mount Athos, a natural outpost.

In this post I reproduce a beautiful article originally published in Norwegian, in the newspaper Dagen, from Bergen. It is about a tribute to Mount Athos, titled: ‘Mirakla i Romarrikets siste utpost‘ (‘The Miraculous Last Outpost of the Roman Empire’), written by the journalist Øystein Silouan Lid, who happened to travel to the Holy Mountain, in May 2016. The English translation was prepared by the author on the occasion of its publication on the portal pemptousia.com, in August 2016. I am grateful to Øystein Silouan Lid for his permission to reproduce it here. The pictures I am using for this post are property of Torbjørn Fink, one of the members of the pilgrims group, to whom I am grateful as well.

The Church of Protaton, in Karyes, the capital of Mount Athos (photo by Torbjørn Fink).

This summer [2016 -ed.] ten Norwegians were granted an audience at The Holy Mountain, the last remaining part of the Roman Empire. The monks who live here tell stories of miracles and wonders as a normal part of everyday life. Mount Athos has been called the one place on planet earth that has changed least over the centuries. The Orthodox monks who dwell here, live as they did during medieval times, praying and working. They come to dedicate their lives completely to God, and the last thing they want is for the hard-to-reach peninsula to become a tourist attraction. Nevertheless, the monastic republic in northern Greece has a remarkable pull on people from all over the world.

When the famous CBS news magazine 60 minutes in 2009 asked permission to come do a story on The Holy Mountain, the request was categorically denied. It took two years of negotiating before one of the monasteries finally said yes. It was therefore not without trepidation that the Norwegian journalist set foot in Karyes, the administrative centre of Mount Athos, before setting off on foot towards the ancient monastery of Iviron.

East-north view of the Iviron Monastery.

The forest on each side of the footpath has a jungle-like appearance. Wild edible peas, dill and oregano grow in several places. Suddenly we notice the wonderful fragrance of incense – the smell is easily recognized from the Orthodox liturgy. Yet here we are, in the middle of the forest, and no one is swinging the censer. 

On the path from Karyes to Iviron Monastery.

Small signs and wonders such as these happen all the time here on Athos, says Panagiotis Pavlos. He is a scholar of philosophy at the University of Oslo, and presently our local guide. We are not far from the house of saint Paisios (1924-1994), regarded as one of the holiest men of the monastic peninsula. While he was alive people came by the thousands to visit him – on this very path. They were healed from all kinds of diseases, delivered from demons, and received spiritual counsel. It was said that his mere presence could change the hearts of the pilgrims who came to see him, and draw them towards Christ. Panagiotis was himself one of the many people who came to visit the saint’s kellion (monastic cell) in the forest, and is a friend of the monk who lives here today – father Arsenios.

– Christos anesti (Christ is risen)! Panagiotis cries out, and before long a man with a flowing beard is seen in the doorway.

Father Arsenios greets his old friend warmly and the Norwegians politely, before telling a few of the numerous stories of signs and wonders which took place right here in his cabin. A phenomenon father Arsenios tells us about, is the ability of saint Paisios to know what the guests would ask him, before even opening their mouths. 

– Once, a lawyer came to Mount Athos. He didn’t believe the stories about Paisios, and decided to put him to the test. He planned to present himself as a doctor, instead of a lawyer. When he arrived at the gate he found himself in a group of 50 people who all had come to see the saint. Elder Paisios opened his door, looked the lawyer straight in the eye, and said: “Go away, and take your lies with you to the court room”. The man never doubted again, says father Arsenios.

The kind of Christianity preserved on Athos has a rather unique history. After the capitol of the Roman Empire fell to the occupying Muslim army in 1453, Mount Athos became the last remaining outpost of Imperium Romanum. Already in the year 972 it had been established as a self-governing monastic state within the empire by the emperor John the First, Tzimiskes. 

Today the «Autonomous Monastic State of the Holy Mountain» is the only republic where the banner of the Eastern Roman Empire – the characteristic double eagle – still can be seen waiving in the wind on top of official flag poles.

Mount Athos is today considered to be the spiritual centre of the Orthodox Church. Over 2.000 monks reside in the 20 operative monasteries, having dedicated their lives to prayer for the entire world.

Aproaching the Holy Mountain.

 

–The monks find the reason behind their monastic calling in the words by Jesus Christ (Matthew 19) regarding a life of celibacy for the sake of the kingdom of God, about selling all belongings, giving to the poor, and following Christ, says father Johannes, the priest in St. Nicholas Orthodox Church in Norway, as well as the spiritual guide of the group.

Fr. Johannes, fr. Seraphim and Øystein Lid, at the south gate of Iviron Monastery.

To be continued…

Κομματικὴ ἰδιοτέλεια τοῦ καθ᾽ ἕκαστον καὶ πολιτικὴ ἀνιδιοτέλεια τοῦ καθ᾽ ὅλου

* Τὸ παρακάτω κείμενο γράφηκε ἐδῶ, στὸ Ὄσλο, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2015, μὲ ἀφορμὴ τὴν πολιτικὴ κατάσταση πραγμάτων στὴν Ἑλλάδα, μὲ τὸν ἀρχικὸ τίτλο: ̔Ἐν ὅψει τῆς 25ης Γενάρη 2015 ̓. Ξανακοιτάζοντάς το ὅμως σήμερα, διαπιστώνω ὅτι δυστυχῶς, παραμένει ἐπίκαιρο. Τὸ μόνο ποὺ ἔχει ἐπισυμβεῖ εἶναι ἡ ἐπὶ τὰ χείρω ἐξέλιξη πολλῶν πολιτικῶν πραγμάτων ἐν Ἑλλάδι τοῦ 2019 – πράγματα ποὺ ὅταν κανεὶς τὰ ἐπισημαίνει ταυτοποιείται αὐτομάτως τουλάχιστον ὡς πάσχων τὴν ἔλλειψη διεθνιστικοῦ ἀλτρουισμοῦ – καὶ ἡ συνήθης κυκλικὴ ἀντιστροφὴ ρόλων, ποὺ ὁ ἀναγνώστης ἀμέσως θὰ ἀντιληφθεὶ. Ἑπομένως, τὸ τηρῶ αὐτούσιο παρὰ τὸ φαινομενικῶς ἄκαιρον ὁρισμένων σημείων του⋅ ἄλλωστε, γνωρίζουμε καλὰ ἤδη ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Θουκυδίδη ὅτι στὸ διάβα τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας εἶναι πάγιες οἱ κρίσιμες στιγμὲς στὶς ὁποῖες ὁ λαὸς καλεῖται ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ ἀποδεικνύει τὸ βαθμὸ ἐπαγρύπνισής του.

Ἀφουγκραζόμενος τὸν Γολγοθᾶ τὸν ὁποῖο ἀνέρχεται ἡ πλειοψηφία τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ζώντας ἀπὸ ἀπόσταση τὴν ἀγωνία ἐκατομμυρίων ἀνθρώπων ποὺ δίνουν καθημερινὰ μάχες ἀγωνιζόμενοι γιὰ τὰ στοιχειώδη σὲ ἕνα σχεδὸν ἐν συνόλῳ καταρρακωμένο κράτος (παρὰ τοὺς πασιφανῶς οὐτοπικοὺς περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἰσχυρισμοὺς τῆς παραπαίουσας, γιὰ μία ἀκόμη φορά, δυστυχῶς, πολιτικῆς ἠγεσίας), αἰσθάνεσαι τὰ χιλιάδες χιλιόμετρα ἀπόστασης ποὺ σὲ χωρίζουν ἀπὸ τὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου ἐξ αἴφνης νὰ μηδενίζονται. Ἐλλείψει ἄλλων δυνάμεων συνδρομῆς πρὸς τοὺς ἀναξιοπαθοῦντες ἀναζητᾶς τρόπους ἔμμεσης στήριξης. Αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση σὲ ὁδηγεῖ νὰ συλλογισθεῖς ζητήματα ποὺ νιώθεις ὅτι πρέπει -ἂν ὄχι νὰ ἀπαντηθοῦν- τουλάχιστον νὰ τεθοῦν ἀπὸ κάθε πολίτη, ὁ οποῖος γιὰ μία ἀκόμη φορὰ θὰ ἐπιδιώξει τὴν προσεχὴ Κυριακὴ νὰ ἐνσαρκώσει μὲ τὴν ψῆφο του μια ελπίδα σωτηρίας.

Ἡ κρισιμότητα τῶν περιστάσεων καὶ ἡ τραγικότητα τῆς φάσης αὐτῆς τῆς ἱστορίας ποὺ διανύουμε προκαλοῦν τὴν διατύπωση ἑνὸς ἀσυνήθους, καίριου, ὡστόσο, ἐρωτήματος: γιὰ ποιὸ λόγο οἱ Ἕλληνες πολίτες δὲν λαμβάνουν σοβαρὰ ὑπ’ ὄψιν τὴν ξεκάθαρη θέση τοῦ Ἰσραηλίτη ἄρχοντα καὶ βασιλέως τῆς ἀρχαιότητας Δαυίδ, ὁ οποῖος προτρέπει καὶ παροτρύνει: ῾μὴν πιστεύετε σὲ ἄρχοντες, σὲ παιδιὰ ἀνθρώπων⋅ είναι αδύνατον αὐτοὶ νὰ σᾶς προσφέρουν σωτηρία᾽ (Ψαλμός 145, 3: ‘Μὴ πεποίθατε ἐπ ̓ ἄρχοντας ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία’); Φαίνεται ὅτι ἡ προτροπὴ αὐτὴ τοῦ Δαυίδ φέρει ἕνα καίριο πολιτικὸ περιεχόμενο, ἀπολύτως χρήσιμο καὶ συνάμα ̔φωτογραφικά ̓ ταιριαστὸ στοὺς Ἕλληνες.

Ὁ λόγος;

Διαθέτουμε ὡς λαὸς μία μοναδική, πανίσχυρη ἰκανότητα –τόσο ἰσχυρὴ ποὺ ὅταν δὲν τὴν ἐλέγχουμε μᾶς ὁδηγεῖ μαθηματικὰ στὸν ἀφανισμό- νὰ προσκολλώμαστε σχεδὸν ψυχοπαθολογικὰ στοὺς ἡγέτες μας. Αὐτὴ ἡ προσκόλληση εὐθύνεται κατὰ κύριο λόγο γιὰ δύο τινά. Ἀφ ̓ ἑνός, γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐξακολουθοῦμε νὰ λατρεύουμε τὰ πολιτικὰ πρόσωπα –ἡ ἀνάλυση αὐτὴ ὑπερβαίνει κάθε συγκεκριμένο πολιτικὸ χῶρο- μολονότι ἡ ἱστορία ἤδη καταγράφει ἐγκληματικὲς εὐθύνες εἰς βάρος ὅλων ὅσοι ἔχουν προδώσει ἐπανειλημμένα ὡς τώρα –καὶ συνεχίζουν νὰ τὸ πράττουν- τὶς ὑγιεῖς προσδοκίες τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνῶ ἔχουν ἀναδείξει μὲ τὴν πολιτικὴ πράξη -καὶ ἐνίοτε φαυλότητά- τους τὶς χειρότερες ἀδυναμίες του. Ἀφ ̓ ἑτέρου, γιὰ τὸ ὅτι εἴμαστε συχνὰ ἀνίκανοι νὰ ἀπομονώσουμε ὅποιον ἡ συνείδησή μας μᾶς καταμαρτυρᾶ ὅτι βλάπτει τὸν τόπο. Ἐδῶ ὁ ̔τόπος ̓ θὰ πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ̔χώρου ̓. Εἶναι καίριο νὰ μὴν βλάπτεται ὁ τόπος, καθὼς ἔχει μεγίστη σημασία ὡς χῶρος, ὅπως ἔχει πολλαπλὰ ἐπισημάνει καὶ ὁ Παναγιώτης Κονδύλης, παρὰ τὶς ἐσφαλμένες δημόσιες ἐκτιμήσεις ἑνὸς πρώην Πρωθυπουργοῦ ἀλλὰ καὶ ἑνὸς ἄλλου ἀρχηγοῦ νεοσύστατου κόμματος, οἱ ὁποῖοι προκρίνουν μίαν ἀκαθόριστη ἔννοια ̔εὐημερίας τοῦ λαοῦ ̓ ἀκόμη καὶ εἰς βάρος τῆς γῆς του, χωρὶς νὰ φαίνεται νὰ ἀντιλαμβάνονται τὸν ἐγκληματικὸ κίνδυνο αὐτοῦ τοῦ στοιχειώδους λογικοῦ σφάλματος.

Ἡ τυφλὴ προσκόλληση σὲ ἀνθρώπους στοὺς ὁποίους ἡ ἀνάθεση τῆς μοίρας τοῦ τόπου γίνεται μὲ κύριο κριτήριο τὸν ἐνθουσιασμό, τὴν συναισθηματικὴ ἔξαρση καὶ τὴ συνακόλουθη ψυχολογικὴ ἐξάρτηση τοῦ ψηφοφόρου ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ ῾ἡγέτη᾽, ἀπορρέουν ἀπὸ μία θεμιτή, ἀνιδιοτελῆ κατ ̓ ἀρχήν, συμπάθεια, εὐπιστία καὶ τυφλὴ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸ (πολιτικό) πρόσωπο, στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι χαρακτηριστικὰ τῆς ἀρετῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν γένει. Αὐτὴ ἡ ἀρετὴ ὅμως συχνὰ μετατρέπεται σὲ ἰδιοτελῆ προσκόλληση ἡ ὁποία συνεπάγεται τὴν ἐν τέλει τύφλωση τοῦ πολίτη, ὁ ὁποῖος τότε πλέον εὐθύνεται γιὰ τὸ παράδοξο τῶν ἡμερῶν νὰ διεκδικοῦν ἐκ νέου τὴν ψῆφο τῶν Ἑλλήνων πολιτικὰ ὄντα τὰ ὁποῖα ἔχουν ὁδηγήσει τὸν λαὸ σὲ βιωμένη καταστροφή.

Ἕνα δεύτερο ζήτημα ποὺ τίθεται σὲ συνάρτηση μὲ τὰ προηγούμενα εἶναι: ἔχουμε, ἄραγε, οἱ Ἕλληνες συνείδηση τοῦ διακυβεύματος τὸ ὁποῖο ἡ πολιτικὴ πράξη καὶ ἐν προκειμένῳ τὸ συνταγματικὸ δικαίωμα τῆς 25ης Ἰανουαρίου καλεῖται νὰ διαχειριστεῖ; Ἔχουμε ἰδία γνώση, ἐπίγνωση τοῦ διακυβεύματος, ἤ ἀποκοιμόμαστε στὴ ναρκωτικὴ μαγεία τοῦ πλεονάζοντος πολιτικοῦ ψεύδους; Ἑνὸς ψεύδους ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ σχετικοποιήσει τὸ διακύβευμα ἀλλοιώνοντάς το καὶ προσαρμόζοντάς το στα μέτρα καὶ σταθμὰ τῆς ἑκάστοτε πολιτικῆς ἰσχύος τῶν κομμάτων;

Ὁ βασιλέας καὶ προφήτης Δαυίδ φαίνεται νὰ ἔχει σαφῆ γνώση καὶ συνείδηση τοῦ πολιτικοῦ παιγνίου, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι παράδοξα εὐθύς, ὅταν αὐτός, ἕνας πανίσχυρος ἄρχοντας ὁ ἴδιος, προειδοποιεῖ τὸν λαό του ὅτι μὲ τοὺς ἄρχοντες δὲν ὑπάρχει σωτηρία.

Γιατί;

Διότι σωτηρία σημαίνει ἀκεραιότητα. Ἡ ἀκεραιότητα ὅμως σημαίνει ἑνότητα, ἡ ὁποία πάντως προϋποθέτει τὸ ὅλον. Τὸ ὅλον, ὅμως, de facto δὲν μπορεῖ νὰ ὑπηρετεῖται ἀπὸ κομματικοὺς σχηματισμούς. Διότι αὐτοί ἀποδέχονται ἐκ τῶν πραγμάτων μόνον θεωρητικὰ τὸ ῾῾ἡ ἰσχὺς ἐν τῇ ἑνώσει᾽᾽, καθὼς στὴν πολιτικὴ πράξη τους υἱοθετοῦν τὸ ῾῾ἡ ἰσχὺς ἐν τῇ πολώσει᾽᾽, ὑπηρετώντας ἔτσι τὸ ῾῾διαίρει καὶ βασίλευε᾽᾽ πρὸς ὤφελος τῶν ξένων ἰσχυρῶν παικτῶν (συμμάχων). Ἔτσι, ὅμως, προφανῶς, δὲν ὑπάρχει σωτηρία.

Σκεπτόμενος κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο, μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀξιολογήσει καὶ νὰ ἐκτιμήσει τὶς προθέσεις καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντας ὑπάρξει ποτὲ ὡς τῶρα σὲ κυβερνητικὲς θέσεις, ἤ, ἔστω, σὲ κόμματα ἐξουσίας, ἐπιζητοῦν ἤδη τὴν ψῆφο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπιστρατεύοντας τὴν ὑπόσχεση γιὰ ῾῾κυβέρνηση ὅλου τοῦ λαοῦ᾽᾽, ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Αὐτὸ εἶναι εὐχῆς ἔργο, βεβαίως. Φαίνεται, ὅμως, εἶτε οἱ τοιοῦτοι νὰ ἐθελοτυφλοῦν εἶτε νὰ ἀγνοοῦν καὶ αὐτοὶ ὅτι κυβέρνηση τοῦ ὅλου καὶ κόμμα -ἔστω καὶ ἐκ πολλῶν συνιστωσῶν συνιστάμενο- δὲν μποροῦν νὰ συνυπάρξουν. Ἡ αὐτοδυναμία ὅταν ἐπιδιώκεται εἰς βάρος ἄλλων, μολονότι θεωρεῖται ἐπιτυχία αὐτοῦ ποὺ τὴν ἐξασφαλίζει, συνιστᾶ ἀδυναμία καὶ ἀποτυχία γιὰ τὸ ὅλον. Ἡ πολιτικὴ ρητορεία, ἄλλωστε, τοῦ δικομματισμοῦ τὸ ἀπέδειξε αὐτὸ περίτρανα ἐπὶ δεκαετίες, ἀφοῦ στὸ ἰδεολογικό της ῾῾ὅλον᾽᾽ δὲν χώρεσε τὸ ὀντολογικὸ ῾῾καθ’ ἕκαστον᾽᾽, μὲ συνέπεια, τὰ ἰδεολογήματα ΠΑΣΟΚ καὶ ΝΔ, ἀριστερᾶς–δεξιᾶς, διεθνισμοῦ- ἐθνικισμοῦ, προόδου–συντηρητισμοῦ, σοσιαλισμοῦ-φιλελευθερισμοῦ, νὰ ἔχουν πλέον ὁδηγήσει τὸν λαὸ στὴν ταπείνωση, τὸν ἐξευτελισμὸ καὶ τὴν ἐξαθλίωση.

Ἴσως εἶναι πιὰ καιρός, μὲ τὴν συμπλήρωση 190 χρόνων κομματικοῦ πολιτικοῦ βίου στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο καὶ 40 χρόνων μεταπολίτευσης, νὰ συνειδητοποιήσουμε καὶ νὰ ἀναλογιστοῦμε ἔμπρακτα ὅτι, αὐτὸς ὁ λαὸς ἀξίζει σωτηρίας, ἀξίζει ἑνότητας καὶ, ἄρα, ἔχουμε χρέος ὡς ῾῾καθ᾽ ἕκαστον᾽᾽ νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὸ ῾῾καθ’ ὅλου᾽᾽.

Ἀξίζει, ὡς πολίτες φέροντες ψῆφο νὰ ὑπηρετήσουμε παντί τρόπῳ τὴν πάσης φύσεως ἀκεραιότητα αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ἀντιμετωπίζοντας δανειστὲς καὶ πάσης φύσεως σωτῆρες μὲ μία πυγμὴ, παύοντας νὰ ἀναθέτουμε παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον σὲ ὁλίγιστους, ὁλιγάρχες καὶ ὁλιγαρχομένους, σὲ ἀνθρώπους τῶν ὁποίων οἱ ἰδεολογικὲς ἀγκυλώσεις καὶ στρεβλώσεις, ὁ πολιτικὸς ἀμοραλισμός, ἡ ἔλλειψη ἠθικῆς ἀκεραιότητας καὶ σοφίας δὲν τοὺς ἐπιτρέπουν νὰ δοῦν τὸ ὅλον στὸ κάθε ἐπιμέρους, μὲ συνέπεια νὰ εἶναι ἀδιάφοροι καὶ ἀνίκανοι γιὰ τὴ σωτηρία τῶν μὴ ταυτιζομένων μὲ τὴν δική τους ἑτερότητα.

Ἀς ἐπιβάλουμε, ἐπιτέλους, στὸ βαθμὸ ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ψῆφο μας, τὸ τέλος τῆς κομματοκρατίας καὶ τοῦ κατακερματισμοῦ, κραυγάζοντας στοὺς ἐκπροσώπους μας στὸ Ἑλληνικὸ Κοινοβούλιο ὅτι ὀφείλουν στὸν ἑλληνικὸ λαό, αὐτοὺς ποὺ εἶναι τῶρα ἐδῶ, ὅσους ἔφυγαν καὶ ἐκείνους ποὺ εἶναι νά ̓ρθουν, τὸ χρέος τῆς ἑνότητας.

Σκέψεις αναφορικά με το αν ο άγαμος κλήρος (και ο μοναχισμός εν γένει) απέχει ουσιωδώς από τα του εγγάμου βίου

Αφορμή για το σύντομο αυτό σημείωμα στάθηκε το κείμενο ῾῾Αρκεί άραγε μόνο η γνώση;᾽᾽ του π. Χρήστου Αιγίδη, που δημοσιεύθηκε στη romfea.gr, την Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018. Ως αιτία, στέκεται η συχνά απαντώμενη από τον γράφοντα αντίληψη περί του ότι ο άγαμος κλήρος (ή/και ο μοναχισμός) δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, κι επομένως να συμβουλεύει ορθά και επαρκώς τους εγγάμους, καθότι είναι άμοιρος των ιδιαζουσών συνθηκών και των προκλήσεων που ο έγγαμος βίος παρουσιάζει.

Καταρχήν, να σημειώσω ότι η αντιδιαστολή βιώματος και γνώσεως που εγείρεται στον συμπερασμό ότι ῾῾όλοι οι Πατέρες συμφωνούν ότι η Πνευματική Ζωή είναι κυρίως βίωμα και όχι γνώση᾽᾽ μαρτυρεί αφενός μια ελλιπή αντίληψη του βιώματος και ασφαλώς μια τεχνητή, δηλαδή μη ρεαλιστική, απεικόνιση του τί είναι γνώση εντός της Ορθόδοξης παράδοσης. Δεν θέλω να κουράσω τον αναγνώστη. Αλλά ανακαλώ, έτσι πολύ πρόχειρα, αυτό που ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης γράφει στο Περί Θείων Ονομάτων, ότι, δηλαδή, κανείς ῾῾πάσχει καὶ μανθάνει τὰ θεία᾽᾽.

Προς αποφυγή παρεξηγήσεως η οποία ενδέχεται να προκληθεί από την συμπύκνωση του επιχειρήματος που προκύπτει με την καταφυγή μου στον Αρεοπαγίτη, θα ήθελα να εξηγηθώ ως εξής. Ασφαλώς, ο Αρεοπαγίτης, όταν μιλάει περί πάθους και μαθήσεως των θείων, αναφέρεται στο πώς ο Θεός γνωρίζεται: όχι ως γνώση θετική, θετικιστική, αλλά ως βίωμα, ως Πρόσωπο. Και ασφαλώς, μπορεί καταρχήν, να ξενίσει τον αναγνώστη το ότι επικαλούμαι την συγκεκριμένη αίσθηση κι εμπειρία του Αρεοπαγίτη στο ζήτημα που θίγει ο π. Αιγίδης στο κείμενό του, και το οποίο με παρακίνησε σε αυτό το σημείωμα, δηλαδή σε όλα τα του γάμου δύσκολα. Αλλά, μήπως, εν συνεχεία, θα διαφωνήσει κανείς ότι, εντός της Ορθόδοξης αλήθειας, ζωής και παράδοσης, ο Γάμος είναι το Μυστήριο εκείνο το οποίο οδηγεί, διαμέσου της Σταυρικής δοτικότητας εκάστου εις τον άλλον, στη θέα του Θεού; Όπως εξίσου οδηγεί στο ίδιο Τέλος ο Μοναχικός βίος; Αν δεν υπάρχουν πολλοί διαφωνούντες, τότε με χαρά θα μπορούσα να συμπεράνω κι εγώ με τους συμφωνούντες ότι, το βίωμα είναι γνώση και η αληθής γνώση βίωμα, όχι μόνον στο Χώρο της Θεολογίας αλλά και στο χώρο της Οικονομίας, δηλαδή της καθημερινής ανθρώπινης πραγματικότητας.

Αν, τώρα, το βίωμα είναι γνώση και η γνώση βίωμα και, αν αυτό ισχύει στο χώρο του κτιστού, δηλαδή στο χώρο εκείνο τον έμπλεω Θείας Ενέργειας, τότε ποιος είναι εκείνος που θα μπορούσε να αρνηθεί μια τέτοια γνώση στους ανθρώπους, απλώς και μόνον επειδή προέρχεται από την ῾῾άλλη εκδοχή του βίου᾽᾽, την έγγαμη ή την μοναστική, αναλόγως;

Έρχομαι σε ένα δεύτερο σημείο. Λέει ο π. Αιγίδης: ῾῾Πώς θα σας φαινόταν λοιπόν αν σε κάποιο Μοναχικό Συνέδριο ανέπτυσσε Εισήγηση ένας Έγγαμος Κληρικός και σαρκικός πατέρας πολλών παιδιών με θέμα ῾Το κάλλος της Παρθενίας᾽ ή ῾Τα Μοναχικά Ιδεώδη᾽.

Η αλήθεια είναι, ότι διαβάζοντας αυτό το ερώτημα, υιοθετώ αμέσως την επακόλουθη διατύπωση του συγγραφέα, αλλά σε διαφορετική κατεύθυνση: ῾῾Μόνο που το βλέπω ή το ακούω μου φαίνεται πολύ παράξενο ή ακόμα και παράταιρο᾽᾽. Η αίσθηση που μού γεννιέται εδώ είναι κάπως περίεργη και εικάζω ότι προκαλείται από το γεγονός ότι η εν λόγω παραδοχή, ούτε λίγο ούτε πολύ, αποδέχεται ότι και εντός του Σώματος της Εκκλησίας υπάρχουν Τεχνοκράτες: οι μεν της εγγάμου οι δε της αγάμου ερωτικής ζωής. Και έτσι, όπως η σύγχρονη μορφή οικονομίας έχει εξουθενώσει την πολιτική φύση της κοινωνίας εκβιάζοντας την θέσπιση των οικονομο-τεχνοκρατών ως αποκλειστικώς αρμοδίων περί της πόλεως, εξίσου, η σύγχρονη εκδοχή της Ποιμαντικής, έχω την εντύπωση ότι, πάει να εξουθενώσει την Θεοειδώς παρακατιανή φύση της κοινωνίας προσώπων. Και για να μην παρεξηγηθώ, διαβάζοντας την λέξη ῾῾παρθενία᾽᾽ φέρω κατά νου το όλον της παρθενίας, σώματος και ψυχής.

Επιπλέον: ποιά είναι, πράγματι, η διαφορά μοναχού και λαϊκού; Είναι μόνον, και απλώς, η χρήση ή μη χρήση της φύσεως κατά ορισμένο τρόπο; Και αν κάτι τέτοιο ίσχυε, τότε, πώς θα έπρεπε να κατανοήσουμε το ότι ῾῾μοναχός ἐστι ὁ πάντων χωρισθεὶς καὶ πάσι συνηρμοσμένος᾽᾽; Μήπως, παραδείγματος χάριν, ο ορισμός αυτός δεν αφορά και αυτήν ακριβώς την πρόκληση που αντιμετωπίζει, στο δικό του μέτρο, ο γονιός που καλείται να ισορροπήσει κατά την αναχώρηση των παιδιών του; Ή, μήπως, για να πάω πολύ νωρίτερα, δεν είναι αυτός ο κατεξοχήν θεμελιώδης, αξιωματικός τρόπος της ανιδιοτελούς αγάπης στον οποίο καλούνται οι σύζυγοι να αγωνιστούν και να διαπρέψουν, χωριζόμενοι όχι τόπω από τον άλλον αλλά τρόπω από την ανάγκη χρήσης του άλλου;

Επί του πρακτικότερου πεδίου: Αν, ας υποθέσουμε, υπάρχει κάποιου είδους ανάγκη για σαφή ῾῾κατανομή συμβουλευτικών αρμοδιοτήτων βάσει καταλληλότητας᾽᾽, βάσει τύπου βίου (εγγάμου ή μοναστικού), τότε έχω την εξής πολύ απλή απορία. Πώς θα δικαιολογήσουμε την απειρία πλήθους ευεργετικών λόγων, συμβουλών, προτροπών για τη δημιουργία, σύσταση, διαφύλαξη και άνθιση οικογενειών που -ας μην πάμε πολύ μακριά- σύγχρονοι Όσιοι (άγαμοι), της εποχής μας, έδωσαν κατ᾽ ιδίαν μεν σε συνανθρώπους μας, εν δήμω δε διαμέσου της αγιοκατάταξής τους και της γνωστοποίησης σε όλους του βίου και των λόγων τους; Αλλά, και πόσοι άλλοι Άγιοι (έγγαμοι) δεν καθίστανται καθημερινά υπόδειγμα μοναχικού βίου για τους αγάμους, μοναχούς ή/και λαϊκούς; Τα ονόματα είναι πολλά. Ενδεικτικά, όλοι τους γνωρίζουμε: Άγιοι Πορφύριος, Παΐσιος, Ιάκωβος, Αρχιεπίσκοπος Λουκάς…

Κάτι τελευταίο. Για τα Συνέδρια. Κάποτε κάποιος είπε ότι στα συνέδρια κρύπτεται καλά το Αληθές. Νομίζω ότι, αν, πέραν της γενίκευσης, η πρόταση έχει αλήθεια, αυτή συνοψίζεται, έχω την αίσθηση, στο ότι τα Θαυμάσια, όπως ακριβώς ῾η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί᾽ κατά τον Ηράκλειτο, ενεργούνται κυρίως εν κρυπτώ. Και άρα, ασφαλώς θα μού φαινόταν κι εμένα περίεργο, αν όχι απογοητευτικό, αν υπήρχαν μοναχοί που θα προσέβλεπαν στη συμμετοχή τους σε κάποιο Μοναστικό συνέδριο, ώστε να μάθουν για τα περί του βίου τους από κάποιον έγγαμο. Είμαι, ωστόσο, απολύτως βέβαιος, ότι υπάρχουν πολλοί μοναχοί, στο Άγιο Όρος και σε άλλους τόπους, που όχι μόνον ῾μαθαίνουν᾽ για τις δυσκολίες του εγγάμου βίου, αλλά και μαθαίνουν από αυτές.

Αυτά που γράφω ανωτέρω, τελούν, ασφαλώς, υπό δύο αιρέσεις: α) μέχρις ότου βρεθεί κάποιος να μας διαβεβαιώσει ποιά εκκοπή θελήματος είναι πιο επώδυνη: αυτή που προκαλείται από τον Γέροντα ή από τον/την/τα σύζυγο/παιδιά, και β) το ότι όλοι, άπαντες, έχουμε επίγνωση ότι ο δρόμος μας είναι η αγιότητα…


* Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στον ιστότοπο romfea.gr.