Σε αυτό το επεισόδιο του νορβηγικού Podcast Praktverk συναντάμε στο Όσλο τον Νορβηγό Ορθόδοξο ιερέα π. Johannes Solberg και τον Έλληνα ερευνητή φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Όσλο Panagiotis Pavlos σε μια συζήτηση για τον Χριστό Παντοκράτορα — όχι μόνο ως τον Κυρίαρχο των πάντων, αλλά ως Εκείνον που βαστάζει, στηρίζει και διακονεί ολόκληρη την κτίση.
Η συζήτηση είναι στα Νορβηγικά αλλά μπορείτε να ενεργοποιήσετε ελληνικούς υπότιτλους σε προβολή YouTube από τον υπολογιστή σας.
Χρονικά σημεία:
00:00 Χριστός Παντοκράτωρ – κυρίαρχος των πάντων και διάκονος 00:33 Παρουσίαση του Panagiotis Pavlos 01:26 Φιλοσοφία, μουσική και βυζαντινή ψαλτική 05:04 Βυζαντινή μουσική, λαϊκή μουσική και παράδοση 08:38 Νορβηγία, Ελλάδα και εθνικός χαρακτήρας 12:45 Ιεραρχία, αυθεντία και οι συγκρούσεις της εποχής μας 16:20 Η χριστιανική εξουσία ως ταπείνωση 20:24 Παντοκράτωρ, Ecce Homo και σύγχρονες παρεξηγήσεις 23:40 Ο νοετικός άνθρωπος και η απώλεια της μυστικής εμπειρίας 27:15 Ορθολογισμός, μεταμοντερνισμός και αγώνας για εξουσία 32:36 Η Ελλάδα ανάμεσα στην πίστη, την παράδοση και τη νεωτερικότητα 33:02 Στηρίξτε το «Tro i tiden» μέσω VIPPS 36:30 Ηθική των σχέσεων, πολιτική και πολιτισμική σύγκρουση 45:10 Είναι ο Χριστός πραγματικά η αλήθεια για εμάς; 48:35 Αλήθεια, κοινότητα και εκκλησία 52:15 Η Ενσάρκωση και η μεταμόρφωση του κόσμου 55:10 Ο σκοπός της ζωής, ο θάνατος και η οντολογική θεραπεία 57:50 Κοινότητα, αλήθεια και η ταυτότητα του ανθρώπου 01:07:28 Ο Παντοκράτωρ με ανοιχτές αγκάλες 01:08:40 Ταπείνωση, ηγεσία και αληθινή αυθεντία 01:11:15 Πόνος, κακό και ο δρόμος προς την ταπείνωση 01:13:03 Επίλογος
Η συζήτηση ξεκινά από τη σύγχρονη αναστάτωση γύρω από την ιεραρχία, την αυθεντία, την εξουσία και τη νομιμότητα, και εισέρχεται στην πρόσφατη δημόσια συζήτηση μεταξύ του Asle Toje και της Hilde Sandvik για τον Χριστό Παντοκράτορα σε αντιπαραβολή με το Ecce Homo — τον Χριστό ως τον πάσχοντα και ευάλωτο. Ποια εικόνα του Χριστού αναδύεται σήμερα στο πολιτικό τοπίο; Ένας Θεός δύναμης ή αυτοθυσίας, όπως αναρωτιέται η Sandvik;
Συμμετέχουν: Audun Janøy πατήρ Johannes Solberg Panagiotis Pavlos
(Μετάφραση από τα Νορβηγικά): «Μια βαθιά ρήξη διαπερνά τη Δύση, ανάμεσα στους προοδευτικούς και τους συντηρητικούς λαϊκιστές. Πρόκειται για μια ουσιαστική σύγκρουση αξιών, στην οποία είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς κοινό έδαφος. Είναι η Αριστερά που μισεί τη Δεξιά — και όχι το αντίστροφο.
Ρίχνοντας μια ματιά πίσω στην ιστορία, μπορούμε να εντοπίσουμε παραλληλισμούς: η διάσπαση μεταξύ του Δυτικού και του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους το 476 μ.Χ. σήμανε το τέλος της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Βρίσκεται άραγε η Δυτική Ευρώπη μπροστά σε κάτι αντίστοιχο; Ίσως αξίζει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά στο ενδεχόμενο η ιστορία να επαναληφθεί. Γίνεται συχνά λόγος για εμφύλιο πόλεμο και δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς διάφορα σενάρια. Το μίσος απέναντι στον Τράμπ είναι βαθύ και παρουσιάζει ανορθολογικά χαρακτηριστικά.
Συζητούμε με τον φιλόσοφο Παναγιώτη Παύλο. Ένας Έλληνας γνωρίζει εκ των έσω τον διχασμό της ευρωπαϊκής κουλτούρας, καθώς και τη σχέση της με την Ανατολή και την Αμερική.»
Παρακολουθήστε τη συνέντευξη με ελληνικούς υπότιτλους ΕΔΩ:
Στιγμιότυπο από την Εκπομπή ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ, με τον Γιώργο Σαχίνη και καλεσμένο τον Γιάννη Σμαραγδή, για την ταινία «Καποδίστριας», Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025.
Στο ακόλουθο βίντεο μπορείτε να παρακολουθήστε την παρέμβασή μου στη χθεσινή (5/12/2025) εκπομπή της ΚΡΗΤΗ TV, «Αντιθέσεις» με τον Γιώργο Σαχίνη, στη συνέντευξη – έκπληξη με τον Ηρακλειώτη σκηνοθέτη της μεγάλης οθόνης Γιάννη Σμαραγδή, λίγα εικοσιτετράωρα μετά την εντυπωσιακή υποδοχή της νέας του ταινίας «Καποδίστριας» στη παγκόσμια πρεμιέρα της για τον Ελληνισμό στη Νέα Υόρκη και λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες ανά την Ελλάδα.
Ολόκληρη την εκπομπή ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ της Παρασκευής 5 Δεκεμβρίου 2025 με τον Γιώργο Σαχίνη και καλεσμένο του τον Γιάννη Σμαραγδή, σκηνοθέτη της ταινίας «Καποδίστριας», μπορείτε να την παρακολουθήσετε από το κανάλι της εκπομπής στο YouTube, εδώ:
Με αφορμή την κηδεία του Διονύση Σαββόπουλου, ορισμένες σκέψεις για τον μεγάλο αυτόν Έλληνα, δηλαδή τον όντως Έλληνα.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος. Φωτογραφία από τη σελίδα του στο Facebook.
Τούτες τις στιγμές που στην Ελλάδα, στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών, λαμβάνει χώρα η εξόδιος ακολουθία του, και με αφορμή την κηδεία του Διονύση Σαββόπουλου, σημειώνω ορισμένες σκέψεις για τον μεγάλο αυτόν Έλληνα, δηλαδή έναν όντως Έλληνα.
Τον Διονύση Σαββόπουλο τον πρωτογνώρισα με αφορμή τη συναυλία του στην Ξάνθη μαζί με την Ελευθερία Αρβανιτάκη, στην περιοδεία που έκανε κατά την κυκλοφορία του δίσκου «Το κούρεμα». Είχαν φροντίσει οι γονείς μου να μας πάνε στο Δημοτικό Αμφιθέατρο της Ξάνθης εκείνη τη βραδιά, νομίζω ήταν τέλη του ᾽89, αρχές του ᾽90, δεν θυμάμαι ακριβώς.
Οι ίδιοι γνώριζαν την αξία του Σαββόπουλου: επί αρκετά χρόνια επιμελούνταν και παρουσίαζαν εκπομπή στο Ραδιόφωνο της ΦΕΞ [Φιλοπρόοδη Ένωση Ξάνθης], στην Ξάνθη, με τα τραγούδια του Νιόνιου να έχουν την τιμητική τους. Και είχαν την τιμητική τους διότι δεν ήταν απλώς τραγούδια. Αλλά πλούτος λογοτεχνίας, φιλοσοφίας, ποίησης, ανθρωπολογίας, κοινωνιολογίας, συμπυκνωμένης εμπειρίας Ελληνισμού, και οδοδείκτες. Με μια φράση, είναι φορείς και φορτίο του Ελληνικού πνεύματος στη συνέχεια και ολότητά του, από τον Όμηρο ως τους Πατέρες της Εκκλησίας, κι ως τον Παπαδιαμάντη, τον Ελύτη, τον Σεφέρη και όλους τους άλλους.
«Φορτηγό», «Το Περιβόλι του Τρελού», «Μπάλλος», «Το Βρώμικο Ψωμί», «Δέκα Χρόνια Κομμάτια», «Η Ρεζέρβα», «Τραπεζάκια Έξω», όλα αυτά είχαν προηγηθεί του Κουρέματος, και είχαν ήδη προλάβει να τυπωθούν αμέτρητοι στίχοι τους και μελωδίες στη μνήμη και την ψυχή ενός μικρού παιδιού, που επιπλέον είχε την τύχη να ακούει εβδομαδιαία τους γονείς του στο ραδιόφωνο να αναπτύσσουν μια πρωτότυπη φιλοσοφία κι ερμηνευτική αποκωδικοποίηση του ελληνικού τραγουδιού όπως αυτή έβγαινε αβίαστα μέσα από την τεράστια, ήδη, έως τότε, προσφορά του «Νιόνιου», αλλά και άλλων μεγάλων, του Μίκη, του Μαρκόπουλου, και ούτω καθεξής.
Αυτό που θυμάμαι ωστόσο, να μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση ήδη με τη θέα της αφίσας εκείνες τις ημέρες πριν τη συναυλία στην Ξάνθη, ήταν το ίδιο το κούρεμα του Σαββόπουλου, το οποίο αργότερα ερμήνευσα ως ένα ακόμη βήμα αυτοέκθεσής του, και «απογύμνωσης» του καλλιτέχνη, ο οποίος φαινόταν να μην θέλει να μείνει δέσμιος ούτε καν του προσωπείου και του ρόλου που είχε με μαεστρία κτίσει και με τα οποία είχε ήδη καθιερωθεί επί δεκαετίες στην ελληνική κοινωνία. Θυμάμαι ότι εκείνη η συναυλία περιείχε άπειρη πληροφορία, ρουφούσα κάθε της δευτερόλεπτο.
Ούτε φυσικά οι «Κωλοέλληνες», αυτό το αφοπλιστικό άσμα κυνικής ειλικρίνειας, ομολογίας και προφητείας, για τις μελαμψές κοντοπόδαρες φυλές, τα τζάκια, και τα μαγαζάκια που λυμαίνονται και καταστρέφουν το σπίτι τους, την Ελλάδα, καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Ήταν όλα αυτά και άλλα, αλλά κυρίως δύο στιγμές, μια πολιτικής και μια θεολογικής τάξεως.
Η πρώτη, η πολιτική, όταν έπαιξε «Το Μητσοτάκ», αυτό το παράξενο, απόλυτα αινιγματικό για το παιδικό μου μυαλό καταγγελτικό άσμα για έναν άνθρωπο μουλιάπα, χαρά Θεού, άσμα το οποίο, όπως και πολλά άλλα, έθετε τα θεμέλια της ερμηνείας κι επαλήθευσής του στο μέλλον. Το μέλλον που τώρα είναι παρόν.
Έχουν περάσει έκτοτε κάτι παραπάνω από 35 χρόνια, κι ακόμη δεν έχω βρει στη σύγχρονη ελληνική ποίηση παρόμοιο στίχο που να συμπυκνώνει με τέτοια δυναμική ρηξικέλευθης διαλεκτικής ερμηνείας την πεμπτουσία της Ελληνορθόδοξης ασκητικής εμπειρίας και παράδοσης: πώς και γιατί το ανώτερο κενώνει και υποτάσσει τον εαυτό του για χάρη των κατωτέρων. Πώς ο αληθινά ισχυρός είναι ο ταπεινότερος όλων, όχι με μια ηθική, ηθικιστική, δικανική αντίληψη. Αλλά πραγματικά, οντολογικά, διότι έτσι λειτουργούν τα πράγματα αυτού του κόσμου που έφτιαξε ο Θεός.
Και είναι εντυπωσιακό, που σήμερα, την μέρα της κηδείας του Διονύση Σαββόπουλου τούτη την ώρα, σε ένα Μοναστήρι της Θράκης τελείται το σαρανταήμερο μνημόσυνο του Γέροντα Βασίλειου Ιβηρίτη. Του οποίου τα κείμενα είναι εντυπωσιακό θεολογικό επισφράγισμα αυτής της αλήθειας που είδε ο Διονύσης Σαββόπουλος από το δικό του δρόμο, και την εξέφρασε ως έτερος κήρυκας του Λόγου. Φεύγουν οι μεγάλοι αντάμα, φαίνεται, ωσάν ο ένας ν᾽ ανοίγει τον δρόμο και μετά να φροντίζει να παραλαμβάνει τον άλλον, τον φίλο του προς τη Βασιλεία. Το άξιζε αυτό ο κυρ – Διονύσης, διότι γνώριζε και κήρυττε ότι ο αληθινός εαυτός σου είναι ο άλλος.
Φύσα Θάλασσα πλατιά, να πάρεις τον Διονύση μας στα Πέρα Μέρη, εκεί απ᾽ όπου έρχεται το Αγέρι που όπου θέλει πνέει…
*Το κείμενο αυτό γράφηκε στο Όσλο, την ώρα που στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών ελάμβανε χώρα η εξόδιος ακολουθία του Διονύση Σαββόπουλου, το Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025. Δημοσιεύθηκε στο NewsBreak.gr με τίτλο «Για τον Διονύση Σαββόπουλο», και στο SLpress.gr στην παρούσα μορφή με την επιμέλεια του Σταύρου Λυγερού.Εδώ έχω ενσωματώσει χρήσιμους υπερσυνδέσμους στα τραγούδια που παραπέμπω ή υπονοώ, και αλλού, για διευκόλυνση του αναγνώστη.
Σχίζεις το ασημόχρυσο πέλαγος στα πόδια του Άθωνος να προφθάσεις την εξόδιο ακολουθία του Γέροντος Βασιλείου Ιβηρίτου, και μέσα από αναρίθμητους ιλιγγιωδώς ιπτάμενους λογισμούς ο νούς σου καρφώνεται μια στιγμή στο ιδιόμελο του Εσπερινού της Κυριακής των Βαΐων: «Σήμερον η χάρις του Αγίου Πνεύματος ημάς συνήγαγε…».
Επί σαράντα χρόνια η μορφή του πατρός Βασιλείου χαράχθηκε μέσα σου τόσο οικεία, ώστε να νιώθεις όχι ότι πηγαίνεις στο Άγιον Όρος αλλά ότι επιστρέφεις σε αυτό. Δεν τον κατανοούσες καταλαβαίνοντας τη γλώσσα του αλλά κοινωνούσες από το βίωμα, αλλότριο και υπερκόσμιο, που την άρθρωνε και την εμπλούτιζε. Η ομιλία κι η γραφή του σε χρόνο ενεστώτα, όπως τα λειτουργικά κείμενα, καθώς «ο χρόνος είναι κινητή εικόνα της αιωνιότητας» που στην Εκκλησία βρίσκει τα όντα σε «αεικίνητο στάση» και «στάσιμο ταυτοκινησία».
Κοντά του ανέπνεες ελευθερία άλλης τάξης που δεν περιχαρακώνεται σε λογικές προτάσεις. Το πρόσωπό του εξέπεμπε τέτοια χάρη πρωτόγνωρης δύναμης και γλυκύτητας που ξεχνούσες τον εαυτό σου και σου θύμιζε πώς περιγράφει ο Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης την εκστατικότητα του θείου έρωτος στο «Περί Θείων Ονομάτων». Σπανίως μια ανθρώπινη μορφή σε ελκύει με τρόπο του επέκεινα εκπέμποντας ιλαρή αγαθότητα και κάλλος όχι περιγράψιμο αλλά μετεχόμενο. Μετοχή αλλόκοτη ως ξένη, και επιθυμητή ως απολύτως συγγενής.
Δεν σου έδινε ντιρεκτίβες, μάλλον σου μιλούσε με τρόπο άλλου -κατά Χριστόν- Ηρακλείτου, όπως το μαντείο των Δελφών που ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει. Αποφατικότητα των καταφάσεων και κατάφαση των αποφάσεων συναμφοτέρως, όπως το θεσπίζει ο Άγιος Μάξιμος Ομολογητής στη «Μυσταγωγία», ανώτερα μαθηματικά άλλης λογικής, Ορθόδοξης κατ’ αντιστροφήν διαλεκτικής. Γράφει στα «Αποτυπώματά» του: «Όταν ένας άγιος σου μιλά για την κόλασι, οσφραίνεσαι την ευωδία του παραδείσου. Όταν ένας πλανεμένος σου περιγράφει τον παράδεισο, παγώνεις από την κρυάδα της κολάσεως». Ευφυία απαράμιλλη ιλιγγιώδους αντίστιξης, αλληλοσυμπλοκής λόγου αποφατικού και καταφατικού εφάμιλλη.
Ο Γέροντας Βασίλειος δεν ήταν φιλόσοφος, επιστήμων, τεχνίτης, διανοούμενος, ποιητής, ως φορέας κατατετμημένης γνώσης ειδικής, αλλά ως υποδοχέας των ομόκεντρων εκφάνσεων της παρουσίας του Ενός «ού εστι χρεία». Δεν ήταν θεολόγος ως «θεολογών» αλλά ως φανερωτής -όσο σου ήταν δυνατόν- του Θεού Λόγου Χριστού. Ως λειτουργός δεν προέβαλλε εαυτόν αλλά αποκάλυπτε τη λογική λατρεία της Θείας Ευχαριστίας ως ιερουργούμενη θεουργία.
Σε αγαπούσε τόσο που καθώς ασχολιόταν μαζί σου, αισθανόσουν το είναι σου να παίρνει αξία και νόημα τέτοιο που μόνος σου εσύ δεν μπορούσες να του προσδώσεις. Ήταν λόγος, ώστε από θεατής της αγιότητας να σου έρθει όρεξη να γίνεις μέτοχος. Κάποτε η λάμψη του θείου έρωτος στο πρόσωπό του αντανακλούσε μέσα σου λούζοντάς σε με τέτοιο φως ελευθερίας, που να μην θέλεις να αντισταθείς στη δρόσο του Πνεύματος.
Δεν σου προσέβαλλε το έλλογον του αυτεξουσίου αλλά σε απάλλασσε από το άλογον του ακουσίου. Δεν σου μετέδιδε πληροφορία αλλά εμπειρία. Δεν σου διαμόρφωνε τη σκέψη αλλά σε μυούσε στην αληθή ελευθερία. Δεν επεδίωκε να σου δώσει κάτι δικό του αλλά να σε βοηθήσει εσύ να κοινωνήσεις την Πηγή του Παντός. Δεν σε παρέπεμπε στα γραπτά και τις κατακτήσεις του πνεύματός του αλλά σε μυούσε στον πλούτο των άλλων, των μεγάλων.
Δεν σου μιλούσε για να καταλάβεις αλλά για να αναλάβεις. Δεν σε καθοδηγούσε ως οπαδό αλλά σου ανέπαυε τον λογισμό. Δεν παραμελούσε τίποτε και κανένα αλλά σε όλους και όλα έβλεπε την Χριστοείδεια και Θεοείδειά τους. Αφού και το κακό ακόμη εφίεται του Αγαθού, καθώς έλκει το είναι του από αυτό, όπως μαρτυρεί ο Αρεοπαγίτης. Δεν τον ενδιέφερε να σε εντάξει σε σχολή σκέψης αλλά να βοηθήσει τη σκέψη σου να σχολάσει· «Σχολάσατε και γνώτε…»
Δεν σε έκρινε γι’ αυτό που είσαι αλλά σε διέκρινε γι’ αυτό που ο Χριστός θέλει να γίνεις. Δεν σε τακτοποιούσε στα μικρά, σε άπλωνε στα μεγάλα. Δεν σου έλυνε απορία διανοητική, σου χάριζε εμπειρία ασκητική. Δεν σου δίδασκε τα θεία αλλά τα έπασχε φανερώνοντάς τα κατά το μερίδιο της δικής σου αντοχής. Δεν κήρυττε στους κτιστούς τον Άκτιστο αλλά υπηρετούσε το γεφύρωμά τους.
Τον ευγνωμονείς όχι για τις απαντήσεις που σου έδωσε αλλά για τα ανεξήγητα που σου μίλησε. Πονάς με την κοίμησή του. Αλλά χαίρεσαι με τη βεβαιότητα ότι είναι παρών, όπως υποσχέθηκε σε ένα μοναχό της Μονής της Παναγίας Πορταΐτισσας λίγο πριν το τέλος: «Εγώ θα φύγω αλλά εδώ θα γυρίζω. Θα τα παρακολουθώ όλα χωρίς να μ’ ενοχλείτε· χωρίς να σας ενοχλώ».
Έπρεπε να φύγει, ώστε να αντιληφθείς ότι το δεύτερο ενικό του προφορικού και γραπτού λόγου του ήτανε κάλυψη και απόκρυψη εμπειρίας πρώτου προσώπου. Νύν πάντα πεπλήρωται Φωτός, Γέροντα Βασίλειε!