Συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας «Η Φωνή της Ελλάδας» και την εκπομπή «Έλληνες Παντού» με τον Θανάση Χούπη, το Σάββατο 20 Ιουνίου 2026.
Μπορείτε να την ακούσετε σε αυτόν τον σύνδεσμο από το κανάλι μου στο YouTube:
Επί δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις, και δη το διακομματικό και διακυβερνητικό μπλοκ του κατευνασμού και του φοβικού μινιμαλισμού, παρουσίαζαν τις Διερευνητικές ως ένα τεχνικό μηχανισμό επικοινωνίας
Ανήμερα της δημοσίευσης όσων είπε ο Αχμέτ Νταβούτογλου σε συνέντευξή του στην Καθημερινή της Κυριακής (14 Ιουνίου 2026), επεσήμανα την ανάγκη να καταστεί σαφές στην ελληνική κοινή γνώμη τί απαιτεί και επιδιώκει η Τουρκία από την Ελλάδα, σύμφωνα με τον Νταβούτογλου, και πώς η «Γαλάζια Πατρίδα» έχει μεθοδευθεί ως η επί του πεδίου νεοθωμανική αναθεωρητική αξίωση εις βάρος του ελλαδικού και Κυπριακού Ελληνισμού.
Οι Διερευνητικές Επαφές και η επίσημη αφήγηση της «τεχνικής διαδικασίας»
Ωστόσο, δύο ημέρες αργότερα, στην εκπομπή του Γιώργου Σαχίνη, τόνισα ότι το πλέον αποκαλυπτικό σημείο όσων είπε ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας δεν αφορά ούτε τη «Γαλάζια Πατρίδα», ούτε το ζήτημα της επέκτασης των ελληνικών ΕΧΥ και το τουρκικό casus belli, ούτε καν την περιβόητη φράση του για «το κοινό Αιγαίο». Αφορά κατ᾽ εξοχήν τις Διερευνητικές Επαφές. Δηλαδή, το ερώτημα: «Τί ακριβώς συζητούν οι ελληνικές κυβερνήσεις με την Τουρκία επί 25 χρόνια;». Και εξηγούμαι.
Επί δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις, και δη το διακομματικό και διακυβερνητικό μπλοκ του κατευνασμού και του φοβικού μινιμαλισμού, παρουσίαζαν τις Διερευνητικές ως ένα τεχνικό μηχανισμό επικοινωνίας. Μια διαδικασία, δηλαδή, χαμηλής πολιτικής έντασης, που λειτουργούσε ως απαραίτητος δίαυλος ελληνοτουρκικού διαλόγου δίχως όμως να παράγει δεσμεύσεις και να προδικάζει αποτελέσματα, πολλώ δε μάλλον δίχως να διαμορφώνει τετελεσμένα. Τουλάχιστον, αυτό έλεγαν.
Ωστόσο, οι αναρίθμητες δηλώσεις θεσμικών και μη θιασωτών των Διερευνητικών Επαφών, πολιτικών και τεχνοκρατών, αιρετών και εξωκοινοβουλευτικών, και λοιπών προσώπων με ενεργό ανάμιξη σε αυτές, καθώς και διαφόρων θεωρητικών, αναλυτών, δημοσιογράφων, και λοιπών εκπροσώπων του λόμπι του κατευνασμού, μαρτυρούν μια διαφορετική πραγματικότητα που τόσο ο γράφων όσο και πολλοί άλλοι έχουν συστηματικά επισημάνει.
Δεν σκοπεύω επί του παρόντος να απαριθμήσω όλα όσα ελπίζω κάποτε να συγκεντρωθούν σε επίκαιρη έκδοση με τίτλο: «Το Αλφαβητάρι του Κατευνασμού στα Ελληνοτουρκικά: Απάνθισμα μειοδοτικών θέσεων στον ελληνικό δημόσιο λόγο κατά τον 21ο αιώνα». Εν προκειμένω αυτό που με απασχολεί είναι η τελείως «διαφορετική πραγματικότητα» που έρχεται να αποκαλύψει με τις διατυπώσεις του στην Καθημερινή ο πρώην Πρωθυπουργός και πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας.
Οι τέσσερις λέξεις του Νταβούτογλου που αλλάζουν το ερώτημα
Ο Νταβούτογλου δεν μίλησε για γενικές συζητήσεις μεταξύ των δύο χωρών, ούτε για απλή ανταλλαγή απόψεων, ή θεωρητικές προσεγγίσεις και διερευνήσεις. Προέβη σε δημόσια παραδοχή τεσσάρων παραμέτρων που εξ όσων είμαι σε θέση να θυμάμαι επιβεβαιώνονται για πρώτη φορά τόσο ρητά και κατηγορηματικά από την τουρκική πλευρά.
Οι λέξεις-κλειδιά του Νταβούτογλου, «ιδιωτικές συνομιλίες», «χάρτες», «δικαιώματα προσδιορισμένα μεταξύ των δύο πλευρών», και «σημαντική πρόοδος», είναι εξαιρετικά βαριές διατυπώσεις που αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς προέρχονται όχι από κάποιο δημοσιογράφο ή αναλυτή, αλλά από έναν άνθρωπο που συν τοις άλλοις υπήρξε κεντρικός διαμορφωτής της τουρκικής στρατηγικής στον 21ο αιώνα.
Οι χάρτες δεν είναι ουδέτερα τεχνικά εργαλεία
Προτού προχωρήσω, ας μου επιτραπεί να επισημάνω κάτι περί χαρτών. Οι χάρτες δεν είναι ουδέτερα τεχνικά εργαλεία. Στα Ελληνοτουρκικά, κάθε χάρτης ενσωματώνει πολιτικές παραδοχές. Η κάθε γραμμή που χαράσσεται πάνω σε ένα χάρτη προϋποθέτει μια ορισμένη αντίληψη περί κυριαρχίας, δικαιοδοσίας, και κατανομής δικαιωμάτων, η οποία και αντικατοπτρίζεται στην εκάστοτε τέτοια χάραξη. Επομένως, ας έχουμε υπόψη ότι ο Νταβούτογλου δεν μιλά για θεωρητικές συζητήσεις, αλλά για συγκεκριμένες αποτυπώσεις.
Το βασικό ερώτημα: τι ακριβώς συζητούσαν οι Διερευνητικές;
Από κει και πέρα, σαφώς, οι δηλώσεις ενός Τούρκου πολιτικού δεν συνιστούν αδιαμφισβήτητη περιγραφή της πραγματικότητας, ιδίως όταν γνωρίζουμε τους συνήθεις μηχανισμούς της τουρκικής προπαγάνδας. Αυτό όμως δεν αρκεί για να παρακαμφθούν τα ακόλουθα κρίσιμα ερωτήματα:
Τί ακριβώς εννοεί ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας; Σε ποιούς χάρτες αναφέρεται; Ποιά δικαιώματα θεωρεί ότι «προσδιορίστηκαν»; Ποιά ήταν η φύση της προόδου την οποία επικαλείται; Και κυρίως: Γιατί η ελληνική κοινωνία δεν γνωρίζει σχεδόν τίποτε για μια διαδικασία που διήρκεσε περισσότερο από δύο δεκαετίες και αφορά, όπως διαφαίνεται, τον πυρήνα των ελληνοτουρκικών διαφορών;
Στο τελευταίο ερώτημα ιδίως, έχει κατά καιρούς δοθεί ως απάντηση η επίκληση της εμπιστευτικότητας, ότι δηλαδή καμία σοβαρή διαπραγμάτευση δεν διεξάγεται δημοσίως. Αντιπαρερχόμενος ωστόσο την προβληματικότητα που η ομολογία περί ύπαρξης διαπραγματεύσεων ευθύς εξαρχής ενέχει, θέλω να σταθώ σε μια κρίσιμη λεπτομέρεια.
Η διακριτικότητα η οποία διασφαλίζει ενδεχομένως τις προϋποθέσεις μιας παραγωγικής συζήτησης δεν μπορεί να συνεπάγεται τη διαμόρφωση ενός πλαισίου ακύρωσης και εκμηδενισμού της δημόσιας λογοδοσίας σε ζητήματα τόσο κρίσιμα όπως τα Ελληνοτουρκικά. Υπό την έννοια αυτή, οι δηλώσεις Νταβούτογλου επαναφέρουν με ένταση ένα ερώτημα που επί χρόνια τίθεται από αμερόληπτους Έλληνες αναλυτές και ειδικούς, το οποίο σκοπίμως κάποιοι επιχειρούν να θέσουν στο περιθώριο:
Ποιό ακριβώς ήταν το αντικείμενο των Διερευνητικών Επαφών;
Διότι αν πράγματι υπήρχαν χάρτες, αν συζητούνταν συγκεκριμένες αποτυπώσεις δικαιωμάτων και αν είχε επιτευχθεί «σημαντική πρόοδος», τότε δεν μιλάμε για απλή ανταλλαγή απόψεων, αλλά για μια διαδικασία που κατά την τουρκική τουλάχιστον αντίληψη είχε αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το πρώτο μεγάλο πολιτικό πρόβλημα που αναδεικνύει η συνέντευξη Νταβούτογλου.
Επί ένα τέταρτο του αιώνα, η ελληνική κοινή γνώμη καλούνταν να εμπιστευθεί ότι όλα βαίνουν καλώς, ότι οι Διερευνητικές είναι απλώς ένας δίαυλος επικοινωνίας, ότι δεν παράγονται δεσμεύσεις και ότι δεν τίθεται κανένα ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η εικόνα όμως που περιγράφει ο Τούρκος θεωρητικός του Στρατηγικού Βάθους είναι εντελώς διαφορετική. Μιλά για μια διαδικασία που μόνον αδιάφορη και ουδέτερη δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς η ελληνική πλευρά φέρεται να έχει συμβάλει στη σημείωση προόδου επί μιας συζήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων που, κατά τον ίδιο, είχε αποτυπωθεί σε χάρτες και είχε οδηγήσει στον προσδιορισμό ορισμένων δικαιωμάτων μεταξύ των δύο πλευρών.
Οι παράμετροι που θέτει ο Νταβούτογλου με αυτές τις παραδοχές του είναι καίριες. Διότι, αν ο ίδιος είναι ανακριβής, η Αθήνα και η ελληνική κυβέρνηση οφείλουν να το πουν, να τον καταγγείλουν δηλαδή, να τον διαψεύσουν. Αν όμως είναι ακριβής, τότε η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να εξηγήσει στην ελληνική κοινή γνώμη τί ακριβώς συνέβη. Όσο η ελληνική κυβέρνηση σιωπά, επιτρέποντας σε εκφραστές του λόμπι του κατευνασμού να χειρίζονται διάφορες διαρροές προς εξυπηρέτηση συμφερόντων και αντιλήψεων που δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με την υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, τόσο εκχωρεί αποκλειστικά στην τουρκική πλευρά το δικαίωμα της ερμηνείας. Και αυτό μας φέρνει στο σημείο ακριβώς στο οποίο η συνέντευξη Νταβούτογλου αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική πλευρά.
Από τον διάλογο στη διαπραγμάτευση: το πολιτικό πρόβλημα της Αθήνας
Επί δύο και πλέον δεκαετίες ανδρώθηκε στην Αθήνα μια ολόκληρη σχολή σκέψης η οποία αντιμετώπιζε τα Ελληνοτουρκικά πρωτίστως ως πρόβλημα ελλείμματος διαλόγου. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ένταση στο Αιγαίο δεν οφείλεται σε αδιανόητες πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις, μονομερείς και αναθεωρητικές, που αμφισβητούν ευθέως την ελληνική εθνική κυριαρχία και επιβουλεύονται την ίδια την ύπαρξη του ελληνικού κράτους, αλλά στην αδυναμία των δύο πλευρών να οικοδομήσουν επαρκή εμπιστοσύνη, να αναζητήσουν δημιουργικές λύσεις και να επενδύσουν σε ένα διαρκή πολιτικό διάλογο!
Μέσα σε αυτό το κλίμα και τρόπο σκέψης αναπτύχθηκε σταδιακά ένα ολόκληρο λεξιλόγιο κατευνασμού, το οποίο οι διακομματικοί και υπερκομματικοί εκφραστές του έχουν διανθίσει με πληθώρα ευφυολογημάτων. Σταχυολογώ ενδεικτικά: «Θάλασσα που ενώνει», «Κοινός χώρος», «Αμοιβαία συμφέροντα», «Δύο πλευρές του Αιγαίου», «Ιστορικός συμβιβασμός», «Τουρκικά παράλια του Αιγαίου», «Το Αιγαίο δεν είναι γαλάζια λίμνη», «Έντιμος συμβιβασμός», και ούτω καθεξής. Οι έννοιες αυτές μάλιστα παρουσιάζονται διαρκώς ως εκφράσεις ρεαλισμού και πολιτικής ωριμότητας.
Έρχεται όμως εκ νέου τώρα ο Νταβούτογλου και μας υπενθυμίζει ότι, ενώ στην Αθήνα συζητούσαμε συχνά πώς θα προσαρμοσθεί η Ελλάδα σε μια νέα εποχή συνεννόησης, η Άγκυρα ουδέποτε εγκατέλειψε τις βασικές στρατηγικές επιδιώξεις της. Δεν έχει μεταβάλει ούτε κατ᾽ ελάχιστον τις θέσεις της, ούτε για το Αιγαίο, ούτε για τη Θράκη, ούτε για την Κύπρο, ούτε για την Ανατολική Μεσόγειο. Μάλιστα, όλα αυτά συνιστούν πυλώνες της τουρκικής στρατηγικής θεώρησης του ευρύτερου γεωπολιτικού χώρου.
Οπότε, ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας εμφανίζεται εκ νέου να θεωρεί αυτονόητο ότι οι ελληνικές θέσεις μπορούν να τεθούν στο τραπέζι μιας πολιτικής διαπραγμάτευσης, ακριβώς επειδή, κατ᾽ αυτόν, τοιούτο ήταν το πνεύμα μέσα στο οποίο κινήθηκαν επί χρόνια οι Διερευνητικές. Και ξέρετε ποιό είναι το τραγικό στοιχείο σε όλο αυτό; Ότι όχι μόνον δεν μπορεί κανείς να τον διαψεύσει, αλλά ενισχύεται στα λεγόμενά του από δημόσιες τοποθετήσεις Ελλήνων αξιωματούχων.
Από τον Παπανδρέου στον Αποστολίδη: οι ελληνικές παραδοχές
Οι δηλώσεις Νταβούτογλου αποκτούν ακόμη περισσότερη σημασία, αν συνδυαστούν με παλαιότερες τοποθετήσεις του Γιώργου Παπανδρέου. Ο Έλληνας πρώην Πρωθυπουργός έχει υποστηρίξει δημοσίως ότι το 2003 οι δύο πλευρές είχαν φτάσει πολύ κοντά σε σύμπτωση απόψεων. Κι επομένως, όταν η ελληνική πλευρά μιλά για «σχεδόν συμφωνία» και ο Νταβούτογλου για «σημαντική πρόοδο», η ανάγκη διευκρινίσεων καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη.
Επιπλέον, θυμίζω στον αναγνώστη, δήλωση του επικεφαλής της ελληνικής πλευράς των τελευταίων κύκλων των Διερευνητικών Επαφών, πρέσβη επί τιμή και πρώην αρχηγού της ΕΥΠ, Παύλου Αποστολίδη. Ο οποίος σε συνέντευξή του στην Καθημερινή της Κυριακής 3 Νοεμβρίου 2024, δήλωνε αναφορικά με την επέκταση των ελληνικών εθνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια (ή τη μέση γραμμή) τα εξής: «Νομικά είναι εφικτό, αλλά αν γίνει, τότε δεν θα υπάρχει περιεχόμενο συζήτησης για την υφαλοκρηπίδα, διότι δεν θα υπάρχει πλέον υφαλοκρηπίδα για να συζητηθεί. Αν πάμε παντού στα 12 μίλια τότε κλείνει όλο το Αιγαίο, γίνεται σχεδόν ολόκληρο ελληνικά χωρικά ύδατα και υφαλοκρηπίδα και μένει για την Τουρκία μόνο ένα περίπου 5%. Άρα, σε αυτή την περίπτωση, δεν έχει νόημα κάποιο συνυποσχετικό γι᾽ αυτό το 5%».
Ενώ σε άλλο σημείο της ίδιας συνέντευξης αναφέρει ότι: «γινόταν μια άτυπη ανταλλαγή απόψεων για τα σημεία που η όποια επέκταση πέραν των 6 μιλίων εκατέρωθεν θα μπορούσε να συναντήσει θετική υποδοχή ή ενδεχόμενες αντιρρήσεις από τη μια ή την άλλη χώρα». Και προσθέτει: «Όσον αφορά στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε στη συνέχεια να προχωρήσουμε μονομερώς στην τμηματική επέκταση, αλλού στα 8, αλλού στα 10 και αλλού στα 12 μίλια, εφόσον θα υπήρχε ανταπόκριση και από την άλλη πλευρά».
Αν τώρα, αντιπαραβάλει κανείς τις διατυπώσεις Νταβούτογλου στη συνέντευξη της περασμένης Κυριακής με τις θέσεις της ελληνικής πλευράς όπως διατυπώθηκαν ανωτέρω δια στόματος Αποστολίδη, διαπιστώνει όχι μόνον τον κοινό παρονομαστή τους, αλλά κυρίως ότι ο Νταβούτογλου ερμηνεύει και επαληθεύει πράγματα που αφορούν όχι την Άγκυρα, αλλά την Αθήνα.
Το κυριότερο που αφορά στην Αθήνα είναι κάτι που δυστυχώς δεν το κρύβει ούτε η ελληνική πλευρά: ότι η άσκηση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν περνά από την αποδοχή των τουρκικών θέσεων ως αφετηρία διαπραγμάτευσης! Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της συνεχούς αναφοράς Νταβούτογλου σε «κοινά συμφέροντα», «πολιτική βούληση», «αμοιβαία κατανόηση» και «ιδιωτικές συνομιλίες», «δικαιώματα και ευθύνες στο Αιγαίο» που έχουν «τόσο η Τουρκία όσο και η Ελλάδα».
Πίσω από μια γλώσσα φαινομενικά συμφιλιωτική κρύβεται το κρίσιμο γεγονός ότι οι Διερευνητικές ήταν το πλαίσιο θεμελίωσης για την Ελλάδα των βασικών τουρκικών παραδοχών. Παραδοχές οι οποίες, όπως μαρτυρά και ο Έλληνας επικεφαλής Πρέσβης Αποστολίδης, είχαν ήδη γίνει δεκτές ως νόμιμο σημείο εκκίνησης.
Το ερώτημα που μένει στην Αθήνα: στρατηγική συνέπεια ή στρατηγική αυταπάτη;
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το πολύτιμο εξαγόμενο των όσων επαναδιατύπωσε ο Νταβούτογλου στην Καθημερινή, δεν αφορά την Τουρκία, η οποία εξάλλου σπανίως αποκρύπτει τις στρατηγικές της επιδιώξεις. Αφορά πρωτίστως τις αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν επί χρόνια στην ελληνική δημόσια σφαίρα και επιχειρήθηκε να επιβληθούν στην ελληνική κοινή γνώμη ως πατριωτικό καθήκον πατριωτικών κυβερνήσεων. Ότι δηλαδή, η διαρκής συζήτηση αρκεί για να μεταβάλει τις τουρκικές επιδιώξεις. Ή ότι η καλή θέληση μπορεί να υποκαταστήσει τους συσχετισμούς ισχύος. Ή ότι το πρόβλημα είναι ο ελληνικός «μαξιμαλισμός» (βλ. Χρήστος Ροζάκης) και όχι οι διακηρυγμένες τουρκικές διεκδικήσεις. Ο Νταβούτογλου έρχεται να μας υπενθυμίσει ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή, οι τουρκικές θέσεις παραμένουν αμετάβλητες. Και άρα, το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα έχει τη διάθεση να αποκτήσει την ίδια στρατηγική συνέπεια με την Τουρκία.
Επιπλέον, καθίσταται σαφές ότι οι αναφορές Νταβούτογλου σε «χάρτες» αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας διαχρονικής συζήτησης που ενδέχεται να έχει θεμελιώσει τη λογική συνδιαχείρισης και κατανομής δικαιωμάτων στο Αιγαίο, για την οποία ο ίδιος ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας είπε, βεβαίως, ότι δεν θα είναι 50-50. Θυμίζω, στο σημείο αυτό, και προκειμένου ο αναγνώστης να διαπιστώσει το εύρος της ταύτισης θέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τη σχετική δήλωση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στον Αλέξη Παπαχελά: «Οι βασικές παράμετροι μιας Συμφωνίας είναι απλές, πάρα πολύ απλές. Η υφαλοκρηπίδα θα μοιραστεί λογικά. Εμείς θα πάρουμε το μεγάλο μέρος, οι Τούρκοι θα πάρουν το μικρό. Και περίπου θα έχουμε συμφωνήσει, και θα αφήσουμε το Δικαστήριο να τη χαράξει τη γραμμή».
Ασφαλώς, από τις προ εικοσαετίας περίπου εκτιμήσεις του πατέρα του σημερινού Έλληνα Πρωθυπουργού μέχρι την επιβεβαίωσή τους προχθές από τον Νταβούτογλου μεσολαβεί μια απόσταση για την οποία η ελληνική κοινωνία γνωρίζει ελάχιστα. Η Τουρκία, στο κάτω της γραφής, είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί μαζί της, λέει και επιδιώκει τα ίδια πράγματα επί δεκαετίες.
Επομένως, το ερώτημα είναι αν στην Ελλάδα υπήρξε ποτέ αντίστοιχη στρατηγική διαύγεια, αντίστοιχη συνέχεια και αντίστοιχη ειλικρίνεια απέναντι στους Έλληνες πολίτες για το τι ακριβώς συζητείται, τι ακριβώς έχει τεθεί υπό μυστική διαπραγμάτευση (ο Νταβούτογλου μιλά για ιδιωτικές συζητήσεις), και ποια είναι τα όρια πέρα από τα οποία μια εθνική θέση παύει να είναι διαπραγματεύσιμη.
Διότι η δημοκρατία προϋποθέτει ενημερωμένους πολίτες και όχι μόνον ενημερωμένους διαπραγματευτές. Όπως ακριβώς η εθνική κυριαρχία προϋποθέτει την άσκησή της ως χρέος ιερό και όχι απλώς την επίκλησή της ως δικαίωμα δικανικό. Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα που αφήνει πίσω της η συνέντευξη Νταβούτογλου.
Μια πρώτη ανάλυση της συνέντευξης του πρώην Πρωθυπουργού και Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας στην «Καθημερινή»
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Αχμέτ Νταβούτογλου μιλά για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Είναι όμως ίσως η πρώτη φορά που το κάνει με τρόπο που αποκαλύπτει τόσο καθαρά ότι η τουρκική στρατηγική σκέψη δεν έχει μεταβληθεί ούτε κατ’ ελάχιστον. Έχει απλώς αλλάξει λεξιλόγιο.
Η συνέντευξη του πρώην Πρωθυπουργού και Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας στη σημερινή «Καθημερινή» της Κυριακής δεν αξίζει τόσο διότι προσθέτει νέα δεδομένα, αλλά διότι προσθέτει κάτι πολύ σημαντικότερο: επιβεβαίωση. Και κυρίως, διότι αποδομεί μια άκρως βολική ερμηνεία που δυστυχώς κυριαρχεί εδώ και πολύ καιρό στην Αθήνα: ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» αποτελεί συγκυριακή υπερβολή, επικοινωνιακό σύνθημα ή προϊόν εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης.
Ο ίδιος ο άνθρωπος που είναι από τους βασικούς αρχιτέκτονες της σύγχρονης τουρκικής στρατηγικής σκέψης (βλ. Στρατηγικό Βάθος), δεν απορρίπτει τη «Γαλάζια Πατρίδα». Την εξηγεί. Την κανονικοποιεί. Και τελικά τη νομιμοποιεί ως τρόπο σκέψης.
«Δεν είναι νόμος», μας λέει σήμερα στην «Καθημερινή». «Δεν είναι δόγμα. Είναι εννοιολογική προσέγγιση».
Αλλά εδώ ακριβώς εμφανίζεται η πρώτη κρίσιμη αντίφαση. Διότι μια «εννοιολογική προσέγγιση» που διατρέχει ολόκληρη την επιχειρηματολογία για το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και τον ρόλο της Τουρκίας στον θαλάσσιο χώρο εν γένει, και όχι μόνον, δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ουδέτερη ορολογία.
Αν τελικά δεν είναι δόγμα, τότε γιατί λειτουργεί ως αφετηρία όλων των βασικών στρατηγικών παραδοχών της Τουρκίας εις βάρος της Ελλάδας; Αν δεν είναι πολιτική γραμμή, γιατί επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τον απολύτως περιορισμένο θαλάσσιο χώρο της στο Αιγαίο, αλλά και ευρύτερα, στη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο;
Η νέα συνέντευξη και η αποπολιτικοποίηση του πολιτικού
Η νέα συνέντευξη Νταβούτογλου επιχειρεί στην πράξη να αποπολιτικοποιήσει κάτι που λειτουργεί κατεξοχήν πολιτικά. Και μάλιστα το πράττει με μια ένταση που διατρέχει όλο το κείμενο.
Σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Νταβούτογλου επαναλαμβάνει διαρκώς ότι η Τουρκία είναι «ναυτικό κράτος» (η επιχειρηματολογία περί ναυτικής ταυτότητας της Τουρκίας εντάσσεται σε μια σύγχρονη γεωπολιτική κατασκευή, η οποία όμως δεν αποτυπώνει πλήρως την ιστορικά πολυπαραγοντική πραγματικότητα ενός θαλάσσιου χώρου στον οποίο η ελληνική ναυτική παρουσία υπήρξε και παραμένει διαχρονική και καθοριστική), ότι διαθέτει «θαλάσσια πατρίδα» και ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί περιορισμούς στην πρόσβασή της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Γεωγραφία και Διεθνές Δίκαιο
Για τον Νταβούτογλου, ωστόσο, αφετηρία δεν είναι το διεθνές δίκαιο, αλλά η γεωγραφία. Δεν είναι οι συνθήκες, αλλά οι ακτογραμμές. Δεν είναι καν το υφιστάμενο καθεστώς, αλλά η γεωπολιτική αναγκαιότητα όπως την αντιλαμβάνεται η Τουρκία.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η θεμελιώδης διαφορά. Ο Νταβούτογλου δεν επιχειρεί να αποδείξει ότι η Τουρκία έχει δίκιο και το Δίκαιο με το μέρος της. Επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το δίκαιο στη γεωπολιτική λογική. Αυτή η μετατόπιση δεν είναι απλώς ρητορική, αλλά θεμελιώδης τουρκική μεθοδολογία.
Το «κοινό Αιγαίο»
Η πλέον χαρακτηριστική έκφραση αυτής της λογικής είναι η αναφορά στο «κοινό Αιγαίο», την οποία φρόντισε ο Διευθυντής της Καθημερινής -προς τιμήν του- να αναδείξει σε πηχυαίο τίτλο (πιθανόν με την ελπίδα να συμβάλει στην αφύπνιση των Αθηνών…).
Πρόκειται όντως για μια φράση που επιφανειακά μοιάζει συναινετική. Στην πραγματικότητα όμως μετατοπίζει τελείως το πλαίσιο: από το ερώτημα των κυριαρχικών δικαιωμάτων στο ερώτημα της συνδιαχείρισης. Από το «τι ανήκει σε ποιον» στο «πώς θα το διαχειριστούμε από κοινού». Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές αφετηρίες.
Η ρητορική συμμετρίας
Και εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη στοιχείο που συχνά αποφεύγεται στη δημόσια συζήτηση. Η ρητορική περί «κοινού θαλάσσιου χώρου» δεν απαντάται μόνο στην τουρκική επιχειρηματολογία. Εμφανίζεται, με διαφορετική στόχευση, και σε ικανή μερίδα του ελληνικού δημόσιου λόγου και στις βασικές θέσεις εκπροσώπων του ελλαδικού πολιτικού συστήματος κατευνασμού και των παρελκομένων του, όπου το Αιγαίο περιγράφεται ως «θάλασσα που ενώνει», «θάλασσα που μοιραζόμαστε», «δύο πλευρές του Αιγαίου» και πλείστες παρόμοιες εκφράσεις εκούσιας εκχώρησης και απόταξης του γεωγραφικού «φόρτου» που ταλανίζει τις ελλαδικές ελίτ.
Αυτή η φαινομενική σύγκλιση όρων, ωστόσο, αποκρύπτει μια κρίσιμη διαφορά: άλλο η συνεργασία κυριαρχιών και άλλο η εξομοίωση κυριαρχικών καθεστώτων. Είναι σε αυτήν ακριβώς τη λογική που η συνέντευξη Νταβούτογλου χτίζει παράλληλα και συστηματικά μια εικόνα συμμετρίας: δύο πλευρές, δύο κράτη, δύο ισότιμοι παίκτες, ένα κοινό Αιγαίο.
12 ναυτικά μίλια και στρατηγική πρόσληψη
Αυτή η συμμετρία δεν αφορά μια ουδέτερη περιγραφή της πραγματικότητας. Είναι σαφέστατη πολιτική επιλογή που μεταφέρει τη συζήτηση από το καθεστώς δικαίου στο πεδίο της διαπραγμάτευσης.
Είναι σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, εξάλλου, στο οποίο εντάσσονται και οι αναφορές του Τούρκου πρώην Πρωθυπουργού στα 12 ναυτικά μίλια, με όλο το ασύστολο ψεύδος με το οποίο τις διανθίζει.
Ο Νταβούτογλου, όπως και η Τουρκία εν συνόλω, δεν προσεγγίζει την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων ως ζήτημα εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Την προσεγγίζει ως εξέλιξη με γεωπολιτικό κόστος που η Τουρκία δεν μπορεί να αποδεχθεί. Η διαφορά αυτή όμως δεν είναι τεχνική. Είναι θεμελιώδης.
Οι Διερευνητικές Επαφές
Επιπλέον, η συνέντευξη Νταβούτογλου είναι συγκλονιστική στην ενότητα που αφορά τις Διερευνητικές Επαφές Ελλάδας και Τουρκίας, όπου γίνεται λόγος για «ιδιωτικές συνομιλίες», «χάρτες» και «προσδιορισμένα δικαιώματα».
Ανεξαρτήτως ερμηνείας, η ίδια η διατύπωση από έναν πρώην Πρωθυπουργό και πρώην υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας ανοίγει εύλογα ερωτήματα για το εύρος και τη φύση αυτών των διαδικασιών, αλλά και για το πώς αποτυπώθηκαν στην ελληνική δημόσια συζήτηση, καθώς έρχεται να επιβεβαιώσει όλα όσα περί μυστικής διπλωματίας έχουν καταλογιστεί στις ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων 25 ετών από διαπρεπείς Έλληνες αναλυτές.
Κυπριακό και περιφερειακή αρχιτεκτονική
Στο Κυπριακό, η συνέχεια της τουρκικής στρατηγικής σκέψης είναι εξίσου εμφανής. Η επιμονή Νταβούτογλου στη «φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν» δεν αφορά το παρελθόν, αλλά τη διατήρηση μιας συγκεκριμένης αντίληψης για τη λύση του ζητήματος, ανεξαρτήτως της απόρριψής του το 2004.
Ακόμη και η κριτική προς τη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ εντάσσεται στην ίδια λογική: την άρνηση μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής στην οποία η Τουρκία δεν βρίσκεται στο κέντρο.
Εν κατακλείδι
Το συνολικό συμπέρασμα είναι σαφές. Ο Νταβούτογλου δεν παρουσιάζει μια νέα στρατηγική, αλλά περιγράφει τη συνέχεια, και την πεμπτουσία, μιας παλιάς.
Αυτό ίσως είναι και το πιο σημαντικό στοιχείο της συνέντευξης: η αξιοσημείωτη σταθερότητα μιας στρατηγικής αντίληψης της Τουρκίας, που επιβιώνει ανεξαρτήτως προσώπων, κυβερνήσεων και συγκυριών.
Η σημασία της δεν βρίσκεται στο αν γίνεται αποδεκτή ή απορρίπτεται. Βρίσκεται στο ότι είναι συνεκτική.
Αυτή η συνέπεια υπενθυμίζει κάτι που συχνά λείπει από την ελληνική κατανόηση και πράξη: ότι η τουρκική στρατηγική σκέψη δεν είναι αποσπασματική. Είναι διαρκής. Γι’ αυτό ακριβώς δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως συγκυριακό φαινόμενο.
Ελένη Θεοχάρους και Παναγιώτης Παύλος, Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024, Holmenkollen Park, Όσλο – Νορβηγία
Εφ᾽όλης της ύλης συνέντευξη στην ιστοσελίδα Hellas Journal και στον ανταποκριτή της στο Όσλο, Παναγιώτη Παύλο, παραχώρησε η Ελένη Θεοχάρους ανήμερα των 50 χρόνων από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 στην Κύπρο, με το οποίο δρομολογήθηκε η ολέθρια τουρκική εισβολή και κατοχή της Μεγαλονήσου.
Παναγιώτης Παύλος: Εδώ, στο Όσλο, στο ιστορικό ξενοδοχείο Scandic Holmenkollen Park με 150 χρόνια ζωής, στο κτήριο Drage στο οποίο επί γερμανικής κατοχής ήταν η έδρα των SS, είναι εξαιρετική η τιμή, η χαρά αλλά και η συγκίνηση που σήμερα, 15 Ιουλίου του 2024, βρίσκεται μαζί μας η Ελένη Θεοχάρους.
Μια Ελληνίδα από την Κύπρο, για την οποία μπορεί κανείς να πει πάρα πολλά. Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο να εκφράζει τόσο γνήσια αγάπη, τέτοια λαχτάρα για την Ελλάδα στη θέα της ελληνικής σημαίας, στη θέα του κτηρίου της Ελληνικής Πρεσβείας που αντιπροσωπεύει την παρουσία της χώρας μας, της πατρίδας μας, στη Νορβηγία. Και μάλιστα, με ένα τρόπο που δείχνει ακριβώς ότι δεν υπάρχουν Κύπριοι και Έλληνες, ο Ελληνισμός είναι ένας. Υπάρχουν οι Έλληνες της Κύπρου και οι Έλληνες της μητροπολιτικής Ελλάδας.
Η Ελένη Θεοχάρους προέρχεται από μια οικογένεια αγωνιστών της οποίας όλα τα μέλη συμμετείχαν στην ΕΟΚΑ, έφηβοι και ενήλικες αδιακρίτως. Μάχιμη η ίδια από την παιδική της ηλικία ήταν μόλις δεκαπέντε ετών περίπου όταν με επιστολή που έστειλε στην ιστορική εφημερίδα «Ελευθερία» της Λευκωσίας το 1968 απάντησε στη δήλωση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ότι δεν μπορούμε πάντα να επιτυγχάνουμε το ευκταίο γι᾽ αυτό η σώφρων πολιτική είναι να παραμένεις εις το εφικτό, γράφοντας ότι «η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού, αλλά η τέχνη του να μετατρέπεις το ευκταίο σε εφικτό».
Έχει βραβευθεί ως ποιήτρια, έχει τρεις ιατρικές ειδικότητες, έχει χειρουργήσει χιλιάδες ασθενείς, είναι καθηγήτρια χειρουργικής και έχει διατελέσει επί δύο θητείες τόσο βουλευτής στο Κοινοβούλιο της Κύπρου όσο και ευρωβουλευτής στις Βρυξέλλες.
Η ίδια ενσαρκώνει, νομίζω, μια σημαία του Ελληνισμού. Όχι μόνον για τον Ελληνισμό της Κύπρου αλλά και τον όπου γης Ελληνισμό. Έχει μια συγκλονιστική παρουσία που ελάχιστοι άνθρωποι έχουν κατορθώσει σε τόπους ιστορικής παρουσίας του Ελληνισμού έξω από τα ελλαδικά σύνορα.
Να αναφέρουμε απλώς το γεγονός ότι η ίδια έχει ιδιαίτερη σχέση με την Αρμενία, το Ναγκόρνο Καραμπάχ, τα Βαλκάνια, την Κριμαία, έχοντας χειρουργήσει τραυματίες πολέμου σε όλες τις μεγάλες συγκρούσεις των τελευταίων 40 ετών, με παρουσία στο Αφγανιστάν, στο Κιργιστάν, στη Λιβύη, στο Ιράκ, στο Κουρδιστάν.
Ήταν Ειδική Απεσταλμένη του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τάσσου Παπαδόπουλου, όταν της ανέθεσε να εξηγήσει το σκεπτικό του Όχι στο Σχέδιο Ανάν σε όλες τις χώρες της κεντρικής Ασίας.
Έχει ζήσει πολλές ζωές στα 70 της χρόνια. Η Ελένη Θεοχάρους διαρκώς δονείται και δεν ησυχάζει από την αγωνία και την αγάπη για τον Ελληνισμό, για την Κύπρο. Διότι όπως η κουβέντα θα μας δώσει ελπίζω την ευκαιρία να αναδείξουμε, το ζήτημα του Ελληνισμού αυτή τη στιγμή είναι συνολικό. Δεν είναι μόνον η Κύπρος. Πολύ σωστά έχει ειπωθεί ότι, αν πέσει η Κύπρος, ακολουθεί το Αιγαίο και η Θράκη.
Θα κάνουμε μιαν συζήτηση που θα εστιάσει σε ιστορικά γεγονότα, όπως οι αποφράδες ημέρες που ζούμε, αλλά κυρίως θα εστιάσουμε στο δια ταύτα. Διότι δεν έχει νόημα να γνωρίζουμε τα γεγονότα, αν δεν μας βοηθούν να συντάξουμε μιαν εθνική στρατηγική για το μέλλον.
Ελένη Θεοχάρους: Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Παύλε. Θα ξεκινήσουμε τη συζήτηση με την ακύρωση του Αγώνα της ΕΟΚΑ που την βίωσα στα πολύ μικρά μου χρόνια, όταν δονούσε την κάθε ελληνική ψυχή στην Κύπρο η ΕΝΩΣΗ! Η ακύρωση της Ένωσης και η σταδιακή έκπτωση που οδήγησε στην τραγική σημερινή κατάσταση, είναι αυτό που με έφερε κοντά σε κάθε λαό που αγωνιζόταν για την αυτοδιάθεση και την ελευθερία του.
Ένιωθα από ένα σημείο και μετά την υποχρέωση ότι, ναι, θα το κάνω, θα προσπαθήσω να το κάνω, όσο κι αν μπορεί να ακούγεται εγωιστικό αυτό. Άλλωστε, έχω ακούσει ύβρεις και διαβολές που δεν περιγράφονται. Ωστόσο, σας λέω ποιο είναι το πραγματικό νόημα μιας πορείας όπως καθ᾽ υπερβολήν την έχετε περιγράψει.
Το δεύτερο που θέλω να σας πω είναι ότι, ναι, σήμερα είναι η 15η Ιουλίου, είναι μια αποφράδα μέρα. Όταν ξεκίνησε το πραξικόπημα που ανέτρεψε τη νόμιμη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και έδωσε ευκαιρία στην από καιρού προετοιμαζόμενη τουρκική εισβολή – διότι δεν γίνεται ούτε μέσα σε 5-6 μέρες να φορτώσουν στα καράβια τα άρματα.
Από το 1964 διαπίστωσαν ότι δεν έχουν αποβατικό στόλο και άρχισαν να τον δημιουργούν και να ετοιμάζονται με την στρατιά εκείνη η οποία και αποβιβάστηκε και κατέλαβε την Κύπρο αβρόχοις ποσίν. Διότι η προδοσία ήταν εκ των έσω. Ούτε τα επάκτια πυροβολεία επανδρώθηκαν, ούτε μπήκανε τα κανόνια στη θέση τους, ούτε έλαβαν οι μονάδες μάχης τις θέσεις τους για να μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν, ενώ ήξεραν περίπου πού θα αποβιβασθεί η τουρκική αρμάδα.
Αυτά τα έχει καταγράψει η ιστορία και επιδέχονται πολλαπλών ερμηνειών. Το βασικό είναι ότι πολλοί είχανε πλανηθεί πιστεύοντας ότι με το πραξικόπημα θα κάνουνε την Ένωση. Άλλοι ήτανε συνειδητά γνώστες του γεγονότος ότι αυτό το πράγμα είναι το πρώτο σκέλος της τουρκικής εισβολής που θα επιφέρει την κατάληψη του τμήματος της Κύπρου που είχε ήδη συμφωνηθεί μεταξύ της Χούντας των Αθηνών και των Τούρκων, με τη διαμεσολάβηση των Εγγλέζων.
Όπως και να έχει το ζήτημα, φτάσαμε στο σημείο να ακολουθήσει πέντε μέρες αργότερα η εισβολή που έφερε την φοβερή καταστροφή στον τόπο μας, το εθνικό ξεκαθάρισμα, την προσφυγοποίηση του ενός τρίτου του πληθυσμού, την κατάληψη του ενός τρίτου του εδάφους της Κύπρου, τους βιασμούς, που ακόμη δεν έχουν καταγραφεί ως έγκλημα πολέμου και για το οποίο δεν έχει λογοδοτήσει κανένας, και την κατάκτηση των περιουσιών με την εκδίωξη χιλιάδων ανθρώπων που κατέστησαν από νοικοκύρηδες ακτήμονες, από την μια μέρα στην άλλη. Αυτά ήταν τα γεγονότα εκείνων των ημερών, αν μπορεί κάποιος να τα δώσει με δύο γραμμές.
Εγώ δεν αντέχω αυτές τις μέρες να βρίσκομαι στην Κύπρο. Όσο μπορώ, προσπαθώ να φεύγω. Θα μου πείτε, δεν μπορείς να συμμετέχεις, δεν μπορείς να ακούς τις οιμωγές των μανάδων, παλιότερα όταν ζούσαν οι μανάδες; Δεν μπορείς να ακούς το κλάμα του λαού, τον θρήνο; Συμμετέχω στον θρήνο. Εκείνο που δεν αντέχω είναι η επίπλαστη, περίτεχνη θλίψη των διαφόρων κυβερνώντων και επισκεπτών που έρχονται να μας πουν πόσο λυπούνται για την εισβολή αλλά δεν κάνουν το παραμικρό για να ανατραπεί αυτή η κατάσταση.
Όχι μόνο δεν κάνουν το παραμικρό, αλλά ακολουθούν την ίδια πολιτική εδώ και πενήντα χρόνια, της υποταγής, του εξευμενισμού, του κατευνασμού του θηρίου, της «εξημέρωσης της στρίγγλας», μπας και μας δώσει κάτι τις πίσω. Δηλαδή, γονατιστοί μπροστά στα πόδια του φονιά μας, όπως λέει και ο Όμηρος: «ἀνδρὸς παιδοφόνοιο ποτὶ στόμα χεῖρ᾽ ὀρέγεσθαι» (Ομήρου Ιλιάδα 24, 506). Εκεί, ο γερο-Πρίαμος πάει και ζητάει το σώμα του παιδιού του.
Γι᾽ αυτό σας λέω ότι αυτά τα πράγματα κάποια στιγμή θα πρέπει να σταματήσουν. Έχουμε χρέος όλοι όσοι νιώθουμε αυτήν την αγάπη για τον μείζονα Ελληνισμό, όχι με τον τοπικισμό του Κρητικού, του Θρακιώτη, του Κυπραίου, του Μακεδόνα, κλπ.
Αλλά και γι᾽ αυτόν που ζει στην Αστόρια, γι᾽ αυτόν που ζει στη Μελβούρνη, γι᾽ αυτόν που ζει εδώ στη Νορβηγία και ξέρουμε πόσο δύσκολα μπορεί να περνάει, αλλά διατηρεί τη φλόγα του Ελληνισμού ανέπαφη. Έχουμε χρέος να κρατήσουμε την Ελλάδα δυνατή για να μπορεί να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών. Γι᾽ αυτόν τον λόγο, μπορεί να είναι και μια δική μου αδυναμία, αλλά αν μπορώ να είμαι μακριά από την Κύπρο, το κάνω.
ΠΑΥΛΟΣ: Είναι απολύτως κατανοητό, καθώς η γενιά η δική σας έχει το τραγικό προνόμιο να έχει ζήσει τα γεγονότα της εισβολής από την πολύ αρχή. Και μάλιστα και τα προστάδιά της, διότι πολύ σωστά είπατε ότι η εισβολή δεν ήταν μια διαδικασία που απλώς αποφασίστηκε την τελευταία στιγμή και έγινε. Ήταν μια πολύ καλά δομημένη ιστορία με παρελθόν και δυστυχώς με την ενεργό συνεργασία, εμπλοκή και ευθύνη της Χούντας.
Αναφερθήκατε, θέλω να σταθώ λίγο σε αυτό, στην τάση που έχουν οι ελληνικές ηγεσίες. Σήμερα μάλιστα, τη στιγμή που μιλάμε, ο Έλληνας Υπουργός Εθνικής Άμυνας, εννοώ ο ελλαδίτης, βρίσκεται στην Κύπρο. Σε λίγες ημέρες θα βρεθεί και ο Έλληνας Πρωθυπουργός, στις 20 Ιουλίου. Υπάρχει λοιπόν αυτή η τάση, διαρκώς να επιδεικνύεται η έμφαση στα τραγικά γεγονότα, η θλίψη, να λέγονται ωραίοι λόγοι, ωραίες εκφράσεις, ότι η Ελλάδα δεν ξεχνάει την Κύπρο, δεν την αφήνει, δεν την εγκαταλείπει.
Πλην όμως, την ίδια στιγμή έχουμε και μιαν γλώσσα που χρησιμοποιείται και μιαν ρητορική η οποία δείχνει ότι δεν ήταν το πρόβλημα μόνον η αναφορά στα γεγονότα της καταστροφής της Σμύρνης ως «συνωστισμού». Διότι ο τρόπος είναι ο ίδιος όταν ακούμε επίσημα χείλη σε Αθήνα και Λευκωσία να μιλούν για «διαίρεση». Και αναρωτιέται κανείς, και ρωτώ ευθέως εσάς. Έχει έννοια μια τέτοια διατύπωση; Έχει έννοια μια τέτοια λέξη; Ή συνιστά μιαν σκόπιμη αλλοτρίωση της ιστορικής πραγματικότητας με σκοπό να οδηγηθούμε σε μιαν άλλη εξέλιξη, άλλη από αυτό που η γνώση της ιστορίας επιτάσσει στον σημερινό Ελληνισμό;
ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ: Ναι, νομίζω ότι είναι ενδεικτική μιας επερχόμενης ενδοτικής λύσης. Είναι ξεκάθαρο ότι οδεύουμε προς την κατεύθυνση να δεχθούμε νέους όρους που θέλει να επιβάλει η Τουρκία, η οποία έχει μεγαλεπήβολα σχέδια με τη Γαλάζια Πατρίδα, που διατυπώθηκαν ήδη από την εποχή του Νταβούτογλου με το «Στρατηγικό Βάθος», που τα έχει περιγράψει τόσο καλά, τόσο ξεκάθαρα, από την εποχή του Νιχάτ Ερίμ που εκπόνησε το σχέδιο ανακτήσεως Κύπρου το 1956 σε καταστρατήγηση της Συνθήκης της Λωζάνης βάσει της οποίας η Τουρκία είχε απεκδυθεί οιουδήποτε δικαιώματος επί της Κύπρου. Όλα αυτά τα σχέδια εφαρμόζονται σταδιακά, στοχευμένα, αποτελεσματικά, κατά γράμμα. Και βλέπουμε ότι προχωράει η Τουρκία κι εμείς υποχωρούμε συνέχεια. Υποχωρούμε. Δεν τολμούμε να αξιοποιήσουμε τον φυσικό μας πλούτο, για παράδειγμα, το φυσικό αέριο. Λένε ότι είναι τεράστιο το φυσικό αέριο.
Αλλά επειδή κάποια στιγμή μιλήσατε για τις ηγεσίες των δύο ελληνικών κρατών, αυτόν τον όρο θα τον χρησιμοποιήσω και θα σας εξηγήσω γιατί. Ναι, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Ναι, αυτή τη στιγμή είναι ακρωτηριασμένη διότι υπάρχει η «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείας Κύπρου», η οποία δεν αναγνωρίζεται και δεν πρέπει να αναγνωριστεί ποτέ από κανέναν. Υπάρχουν τα Ψηφίσματα 541 και 550 (5 Νοεμβρίου 1983 και 11 Μαΐου 1984 αντιστοίχως) του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, που λένε ότι η «ΤΔΒΚ» είναι προϊόν παράνομης πολεμικής ενέργειας, και συνεπώς είναι υποτελἠς στην τουρκία και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναγνωριστεί ως κράτος. Αυτό νομικά είναι τελειωμένο. Εκτός αν εμείς οι ίδιοι πάμε και το αναγνωρίσουμε.
Αλλά όσον αφορά τις ελληνικές ηγεσίες, να ξεχωρίσουμε αυτές τις εγκληματικές πολιτικές που ακολούθησαν οι πολιτικοί, και αυτές που έκανε η Χούντα. Η Χούντα διοργάνωσε και εκτέλεσε το πραξικόπημα με τους εγκάθετούς της στην Κύπρο. Κι εγώ σας λέγω αυτό που σας είπα και προηγουμένως, ότι κάποιοι στρατιωτικοί, δεν θα αναφερθώ στους πολίτες, πιθανόν να επλανήθησαν. Και πίστεψαν ότι ανατρέποντας τον Μακάριο και οδηγώντας τον τόπο σε έναν φριχτό εμφύλιο πόλεμο και σκοτώνοντας ο ένας τον άλλον, θα κάνανε την Ένωση. Από τη στιγμή που είδανε ότι ούτε την Ένωση έκαναν και έχασαν ελληνικό έδαφος, έχασαν το 37% του νησιού, δεν είδα έναν να σηκώσει το περίστροφο ως έντιμος στρατιωτικός και να αυτοκτονήσει. Εγώ καταλαβαίνω ότι είτε φταίω είτε δεν φταίω, εάν έχω ορκιστεί να υπερασπιστώ την πατρίδα και με δικές μου αμέλειες και λάθη και παραλήψεις έχω χάσει την πατρίδα μου, ε, ναι, κάνω αυτό.
Βεβαίως, είναι και αυτοί που έπεσαν στο πεδίο της τιμής, στις προδομένες Θερμοπύλες. Τους ξέρουμε όλοι, δεν θα τους αναφέρω τώρα. Είναι αυτοί που, έστω κι αν είχανε λάβει μέρος στα γεγονότα, πήγαν και πολέμησαν στην πρώτη γραμμή και αντιστάθηκαν. Αλλά ήτανε πια διάτρητη και η άμυνα και η δυνατότητα να προστατευτεί ο πληθυσμός. Είχε πέσει κι ένας πανικός πολύ μεγάλος. Οι Τούρκοι εκεί που έμπαιναν έκαναν θηριωδίες. Θυμάμαι τον Λυσσαρίδη που έλεγε «μείνετε στα σπίτια σας! Μείνετε στα σπίτια σας! Μη φεύγετε!», με το νόημα ότι από τη στιγμή που θα φύγεις από το σπίτι και καταληφθεί το έδαφος, τελείωσε. Αλλά κανείς δεν μπορεί να ψέξει οποιονδήποτε έφευγε. Γιατί, σας λέω, οι Τούρκοι διέπρατταν θηριωδίες.
Τώρα, για να επανέλθουμε στην κατάσταση που ακολούθησε. Ναι, βρέθηκε ένα κράτος με 200.000 ανθρώπους στα αντίσκηνα. Ώσπου να στηθούν τα αντίσκηνα σε παραπήγματα, οπουδήποτε αλλού, άρχισε ένας αγώνας επιβίωσης και έφευγαν όλοι. Ο καθένας προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές του, να βρει τους αγνοουμένους, να βρει τους στρατιώτες που είχανε συλληφθεί αιχμάλωτοι, τους πολίτες, να θάψει τους νεκρούς του. Και ζήσαμε εκείνη την τραγωδία που εξακολουθεί να είναι ζωντανή ακόμη και σήμερα. Δεν νομίζω ότι μπορεί κάποιος να περπατήσει στην Κύπρο και να μην διαπιστώσει πόσο τραγικό ήταν εκείνο το καλοκαίρι.
Σ᾽ αυτό το σημείο, θα μου επιτρέψετε να πω ότι η Κύπρος είναι διάσπαρτη από οστά παιδιών από την μητροπολιτική Ελλάδα που έπεσαν για την Ελευθερία. Και συνεπώς, είναι ντροπής πράγματα να προσπαθεί κάποιος τεχνηέντως να διαχωρίσει τον λαό σε «καλαμαράδες» και Κυπραίους, και δεν ξέρω πώς αλλιώς το λένε. Βεβαίως, με το ίδιο σκεπτικό και η Ελλάδα μας είναι διάσπαρτη από τα οστά Κυπρίων. Από τη Θράκη μέχρι την Ήπειρο, την Μακεδονία. Στους Βαλκανικούς Πολέμους, για την Απελευθέρωση της Ελλάδας. Συνεπώς, αυτή η ιστορία θα πρέπει να εκλείψει. Είναι ένα δημιούργημα της αγγλικής πολιτικής του διαίρει και βασίλευε, του να δημιουργήσει καταρχήν τουρκοκύπριους και Ελληνοκύπριους. Αυτός ο όρος δεν υπάρχει, δεν υφίσταται, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται. Και στη συνέχεια να καλλιεργήσει μια λεγόμενη κυπριακή συνείδηση.
Αυτό πέτυχε, με την έννοια της δημιουργίας κρατικής κυπριακής συνείδησης. Ξέρετε, αυτοί που άρχισαν να γίνονται βουλευτές, υπουργοί, εκατοντάδες αξιωματούχοι του κράτους, θα τους κακοφαινόταν κάποια στιγμή αν γινόντουσαν διορισμένοι νομάρχες της Ενωμένης Κύπρου. Δημιουργήθηκε μια κρατική συνείδηση ενός μορφώματος το οποίο στηριζόταν σε ένα Σύνταγμα ευθύς εξαρχής διαιρετικό. Ένα Σύνταγμα μη βιώσιμο. Γι᾽ αυτό και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος προσπάθησε να προβεί σε μεταρρυθμίσεις με τα 13 Σημεία που είχε υποβάλει στους τουρκοκύπριους. Αυτό έδωσε την αφορμή να εκδηλωθεί η λεγόμενη τουρκανταρσία. Η οποία ήτανε έτοιμη από καιρό. Από την εποχή που οι Εγγλέζοι είχανε συλλάβει το πλοιάριο «Deniz» να κουβαλεί όπλα, και τις πτήσεις τουρκικών ελικοπτέρων στην Καρπασία που έφερναν όπλα, που δημιουργήθηκε η TMT (Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης) με αρχηγό τον Ντενκτάς και αξιωματικούς από την Τουρκία.
Καταλαβαίνετε ότι όλη αυτή η προϊστορία δεν μπορεί να διαγραφεί με μια μονοκοντυλιά. Εμείς συνεχίσαμε το ίδιο βιολί, τα ίδια λάθη επί λαθών, την ίδια υποχωρητικότητα. Βλέπαμε ότι η πολιτική μας δεν είναι αποτελεσματική και όμως επιμέναμε να εφαρμόζουμε την ίδια πολιτική. Έτσι φθάσαμε στα σημερινά τραγικά γεγονότα να ακούμε τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος να μας λέει ότι η Κύπρος είναι «διαιρεμένη». Ε όχι! Δεν είναι διαιρεμένη η Κύπρος! Η Κύπρος είναι κατεχόμενη μέχρι την γραμμή καταπαύσεως του πυρός. Ο τουρκικός στρατός καθημερινά επεκτείνεται, ασχέτως αν αυτό δεν βγαίνει στις ειδήσεις, προχωρεί και καταλαμβάνει εδάφη στη Νεκρή Ζώνη. Και διαμαρτύρονται επιπλέον οι Τούρκοι διότι υπάρχουν κάμερες που βλέπουν τις κινήσεις των λαθρομεταναστών που κουβαλεί ο τουρκικός στρατός και τους διοχετεύει στις ελεύθερες περιοχές!
Η τηλεοπτική συνέντευξη με την Ελένη Θεοχάρους, για το Hellas Journal.
ΠΑΥΛΟΣ: Θέλω να σταθώ σε κάτι που αναφέρατε και νομίζω είναι πολύ κρίσιμο. Ότι, δηλαδή, δυστυχώς σήμερα στην Ελλάδα αλλά και στην Κύπρο πολλοί αντιλαμβάνονται το πρόβλημα με έναν τρόπο ο οποίος διχάζει τον Ελληνισμό και δημιουργεί τεχνητούς διαχωρισμούς, ωσάν να μην υπάρχει το όλον του Ελληνισμού, να μην υπάρχει ο μείζων Ελληνισμός, και ωσάν η Κύπρος να είναι απλώς ένα ξένο κρατίδιο. Έχουμε, δηλαδή, από την μια πλευρά την Τουρκία ως χώρα που εκφράζει έναν ιστορικό Τουρκισμό, έναν Παντουρανισμό με την μορφή της νεοθωμανικής παρουσίας, στόχευσης και κτήσης, σε όλον τον κόσμο.
Μπορεί κανείς να επισημάνει την αντίθεση του «Στρατηγικού Βάθους» του Νταβούτογλου έναντι της έλλειψης Στρατηγικού οράματος του Ελληνισμού. Αντί απέναντι στη Γαλάζια Πατρίδα να υπάρχει ένας στιβαρός Ελληνισμός με απόλυτη συνείδηση των διακυβευμάτων και της ιστορίας του, υπάρχει ένας Ελληνισμός ο οποίος διαρκώς συρρικνώνεται στον ελλαδισμό και όχι μόνον. Διότι και η ίδια η Ελλάδα κινδυνεύει σήμερα. Να αναφέρουμε απλώς το πρόβλημα με τη λαθρομετανάστευση και την αλλοίωση του πληθυσμού.
Επομένως, θα ήθελα να σας παραπέμψω σε αυτήν την κατάσταση. Διότι όταν μιλάμε για Τουρκία έχουμε μια χώρα η οποία ελέγχει το Αζερμπαϊτζάν, τα Βαλκάνια, την Συρία. Και το λέω αυτό διότι γνωρίζω πολύ καλά πώς έχετε αφιερώσει τη ζωή σας στο ζήτημα του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Και θα ήθελα λοιπόν έτσι, με δεδομένο και το ότι αν – όπως και ο κοινός μας φίλος ο Μιχάλης Ιγνατίου ο οποίος φιλοξενεί αυτή τη συνέντευξη στο Hellas Journal έχει πει – αν πέσει η Κύπρος, ακολουθεί το Αιγαίο και η Θράκη.
Άρα έχουμε έναν Ελληνισμό, Κύπρο – Αιγαίο – Θράκη, τον Ενιαίο Αμυντικό Χώρο, ο οποίος από την άλλη πλευρά έχει μιαν αναθεωρητική Τουρκία που βλέπει Κοσσυφοπέδιο – έχετε υπάρξει στα Βαλκάνια, έχετε εργαστεί και έχετε προσφέρει σε πολύ δύσκολες μέρες στα Βαλκάνια – έχουμε λοιπόν Κοσσυφοπέδιο, έχουμε Αλβανία, έχουμε και περιοχές της Βουλγαρίας και σαφώς, Σκόπια. Άρα, θα ήθελα στη μεγάλη εικόνα να μου πείτε: τί είναι αυτό που βλέπετε ως απολύτως καίριο αυτή τη στιγμή;
ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ: Ναι. Μίλησα πριν λίγο για δυο ελληνικά κράτη. Αυτό το είχα πει σκόπιμα σε αντιδιαστολή προς την Γαλάζια Πατρίδα της σύγχρονης Τουρκίας, όπως την βλέπουμε να διαμορφώνεται. Φυσικά, υπάρχει το κυπριακό κράτος. Φυσικά, υπερασπιζόμαστε την Κυπριακή Δημοκρατία γιατί είναι η ασπίδα και η δύναμή μας αυτήν τη στιγμή και είναι η νομική μας υπόσταση. Διότι, ξέρετε, όταν μιλάει κάποιος με χειρουργικούς όρους, όπως συνηθίζω να πράττω εγώ, και τέμνει τα γεγονότα ακριβώς εκεί που πρέπει, είναι πολύ εύκολο να παρερμηνευθούν ή να δώσουν λαβή στον κάθε κακόπιστο.
Το έχω δει πάρα πολλές φορές μέχρι τώρα να συμβαίνει. Σας λέω ότι, ναι, η Κυπριακή Δημοκρατία υφίσταται και θα υφίσταται, και γι᾽ αυτήν αγωνιζόμαστε και για την ακεραιότητά της και για την Ανεξαρτησία της και για την ολοκλήρωσή της. Αλλά εις τον αντίποδα της Γαλάζιας Πατρίδας δεν μπορεί παρά να υπάρχει Ενιαίος Ελληνικός Αμυντικός Χώρος, ή πνευματικός, αν θέλετε, που είναι και το όραμα που θα πρέπει να διέπει τον κάθε σύγχρονο Έλληνα. Μια κοινότητα στόχων, αξιών πολιτισμού που να ξεκινάει από τους απανταχού Έλληνες. Αλλά, αν μπορούμε να την προσδιορίζουμε γεωγραφικά, από την Βόρειο Ήπειρο και τους Βορειοηπειρώτες μέχρι την εσχατιά της Μεσογείου.
Όσον αφορά την Ελλάδα και τον διχασμό. Ο διχασμός δεν είναι μόνον στον ελληνικό λαό, «α, η Κύπρος είναι ένα ξένο κράτος, παρατάτε τους». Η Ελλάδα έχει νομικές υποχρεώσεις απέναντι στην Κύπρο. Είναι εγγυήτρια δύναμη. Έχει στρατό νόμιμα στην Κύπρο για την υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν μπορούμε να πούμε αυτήν την στιγμή, «η Ελλάδα βγάζει την ουρά της απέξω», όπως προσπάθησαν κάποιοι στο παρελθόν να κάνουν – ονόματα δεν λέμε – για να πουν ότι, ναι, παύει να εμπλέκεται. Μα, θα πάψει να είναι εγγυήτρια δύναμη όταν κατοχυρώσεις εντελώς την Ελευθερία της Κύπρου, όταν φύγουν τα ξένα στρατεύματα, όταν αποχωρήσουν οι βρετανικές βάσεις, όταν σταματήσουν η Βρετανία και η Τουρκία να είναι εγγυήτριες δυνάμεις και η Κύπρος αποκτήσει τον δικό της στρατό που θα προστατεύει την επικράτειά της. Τώρα, αυτό που λένε για αποστρατικοποίηση εγώ το ακούω βερεσέ, με την έννοια ότι καμία χώρα δεν μπορεί να έχει υπόσταση αν δεν έχει ένα στρατό που να υπερασπίζεται τις αρχές της, την ασφάλεια των κατοίκων της, τον πληθυσμό της.
Όσον αφορά αυτό που είπε ο Μιχάλης ο Ιγνατίου για την απώλεια της Κύπρου. Η Κύπρος είναι το μαλακό υπογάστριο της Ελλάδας. Όλοι γνωρίζουμε ότι είναι το πιο αδύναμο σημείο των ελληνοτουρκικών συνόρων, επιτρέψτε μου τον όρο. Και ουσιαστικά το έχω δει πολλές φορές, κύριε Παύλε – το έχω δει πολλές φορές – να αναφέρεται ότι σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου η Ελλάδα θα εγκαταλείψει την Κύπρο. Δεν θα προσπαθήσει να την υπερασπιστεί θεωρώντας ότι εκεί δεν θα μπορέσει να υπάρξει σοβαρή άμυνα ικανή να αποτρέψει την επιθετική διάταξη της Τουρκίας. Άρα, ό,τι κάνει η Εθνική Φρουρά από μόνη της και οι εκεί Ελληνικές Δυνάμεις, οι οποίες έχουν πολλάκις θυσιαστεί για να την υπερασπιστούν.
Αλλά φοβάμαι, ότι μπορεί να χάσουμε και ελληνικά εδάφη πριν χάσουμε την Κύπρο. Πολύ φοβάμαι ότι αυτό είναι στον ορίζοντα με αυτές τις πολιτικές που ακολουθούνται, της αποστρατικοποίησης, μυστικής ή λιγότερο μυστικής, των νησιών, με τα γεγονότα που συμβαίνουν στη Θράκη, με το γεγονός ότι η Τουρκία εφαρμόζει κατά γράμμα την πολιτική που εφάρμοσε στην Κύπρο, όσον αφορά την Θράκη δηλαδή, τη δημιουργία μιας μειονότητος εκ του μη όντος.
ΠΑΥΛΟΣ: Στρατηγικής μειονότητος.
ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ: Ο Νταβούτογλου είχε πει ότι εάν δεν υπήρχε έστω κι ένας Τούρκος στην Κύπρο, θα έπρεπε να τον είχαμε δημιουργήσει. Στην Θράκη αυτή τη στιγμή υπάρχει μια μουσουλμανική μειονότητα. Αυτοί προσπαθούν να την μετατρέψουν σε καθαρά εθνική μειονότητα, η οποία θα αρχίσει αύριο να διεκδικεί αυτονομία…
ΠΑΥΛΟΣ: Το κάνει ήδη!
ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ: Ναι, το κάνει. Αυτονομία σε πάρα πολλά ζητήματα, και θα έχουμε μια περίπτωση Κοσσυφοπεδίου, για να μην πω βόρειας Κύπρου. Και το κακό δεν θα σταματήσει χτες. Ο άλλος, ο πρόεδρος της τάδε δεξαμενής σκέψης βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη και μας έλεγε ότι ονειρεύεται τη στιγμή που θα ξαναδεί την Θεσσαλονίκη τουρκική. Δεν σταματούν να επιτίθενται. Κι έχουν καταλάβει πάρα πολλά εδάφη οι Τούρκοι. Κι έχουν προσθέσει αυτήν τη ζώνη ασφαλείας που υπάρχει, υποτίθεται, στη βόρεια Συρία.
Πήγε η Τουρκία να καλοπιάσει τον Άσαντ για να τα βρουν, να σταματήσει η σύγκρουση Τουρκίας – Συρίας, και αυτός της είπε: «όχι, δώσε πρώτα πίσω τα εδάφη που έχεις καταλάβει και μετά συζητάμε». Αυτή θα έπρεπε να ήτανε και η δική μας η στάση απέναντι στην Τουρκία. Όχι να τους καλοπιάνουμε απλά και μόνον για να καθίσουν σε συνομιλίες, και να συζητήσουμε τί; Τη Διζωνική που την έχουν απορρίψει;
Ένα αφήγημα που έχει εξευτελιστεί από μόνο του μέσα από το γεγονός ότι πενήντα κυβερνήσεις πάλευαν να την εφαρμόσουν και απέτυχαν; Και τους έφταιγαν πάντα εκείνοι οι οποίοι έλεγαν ότι η Διζωνική είναι ένα ρατσιστικό σύστημα Απαρτχάιντ που θα διχάσει για πάντα τον λαό, που θα δημιουργήσει τριών κατηγοριών πολίτες;
Έρχονται και μας λένε ότι οι τουρκοκύπριοι είναι μια μειονότητα που είναι απομονωμένη και ούτω καθεξής. Μα, αυτό το αφήγημα δεν στέκει πουθενά! Οι τουρκοκύπριοι έχουν την κυπριακή υπηκοότητα. Άρα ευρωπαϊκή υπηκοότητα.
ΠΑΥΛΟΣ: Όλα τα προνόμια.
ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ: Έχουν όλα τα προνόμια της ευρωπαϊκής υπηκοότητας. Κυπριακό διαβατήριο, ταξιδεύουν όπου θέλουν, ταυτότητα, τα παιδιά τους σπουδάζουν όπως σπουδάζουν τα παιδιά όλων των Ευρωπαίων παντού, μπορούν να έλθουν στις ελεύθερες περιοχές να εργαστούν, δεν πληρώνουν φόρο στις ελεύθερες περιοχές, παίρνουνε συντάξεις. Ακόμη και σύνταξη χηρείας. Έχει εγκριθεί να παίρνουν οι τουρκοκύπριοι τη σύνταξη χηρείας που δινόταν στους Ελληνοκύπριους.
Όλα τα δικαιώματα τα οποία έχουν οι Ελληνοκύπριοι τα παίρνουν αυτοί, χωρίς να έχουν καμμιά υποχρέωση. Ούτε να υπηρετήσουν στο στρατό, ούτε να πληρώνουν τέλη κυκλοφορίας, ούτε να σέβονται τους νόμους του κράτους. Και μόλις περάσουν τη γραμμή καταπαύσεως του πυρός ανακτούν την κρατική συνείδηση της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου». Εμ, μα εδώ είναι το ερώτημα: Πώς είναι αυτοί απομονωμένοι και δυστυχισμένοι, κι έχουμε όλους τους λαούς της Ευρώπης να μιλάνε για τους «φτωχούς» τουρκοκύπριους, τη στιγμή που εμείς δεν μπορούμε να προβάλουμε αυτό το γεγονός; Που αυτοί κουβαλούν προϊόντα από την Τουρκία, τα βαφτίζουν «τουρκοκυπριακά» και τα πλασάρουν σ᾽ όλον τον κόσμο ως κυπριακά προϊόντα;
Είναι πάρα πολλά τα ζητήματα τα οποία θα πρέπει να μελετηθούν, να διερευνηθούν, να καταγγελθούν. Όταν είχα πρωτοπάει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και το 2003 στην προ-ενταξιακή περίοδο, και το 2009, κύριε Παύλε, είχα τρομάξει με την άγνοια των Ευρωπαίων βουλευτών, αλλά, να μου επιτρέψετε, και με την στρεβλή αντίληψη που είχαν για το Κυπριακό οι Αθηναίοι ευρωβουλευτές.
ΠΑΥΛΟΣ: Οι Έλληνες ευρωβουλευτές, ελλαδίτες!
ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ: Είχανε στρεβλή αντίληψη γι᾽ αυτό το ζήτημα. Πολλές φορές, ξέρετε, έδειχνα ένα χάρτη στους Ευρωπαίους και τους έλεγα: «δείξτε μου την Κύπρο πάνω». Και καθώς δεν μπορούσαν να βρουν την Κύπρο λέω: «καλά, δεν μπορείς να βρεις την Κύπρο πάνω σ᾽ ένα χάρτη κι έχεις απαίτηση να μου πεις ποιά λύση θα επιβάλεις;»
Μια φορά κατάφερα να αφαιρεθεί από την Έκθεση των Ενταξιακών Διαπραγματεύσεων της Τουρκίας ως λύση του Κυπριακού η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Και τους είχα πει το εξής απλό: «εσάς δεν είναι δουλειά σας, εμάς όλων δεν είναι δουλειά μας να πούμε με ποιο τρόπο θα λυθεί το Κυπριακό. Εμείς πρέπει να τους πούμε ποια δικαιώματα, ανθρώπινα δικαιώματα, ποιες αρχές, ποιες αξίες, ποιες ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, και από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών, τη Χάρτα του ΟΗΕ, πρέπει να εφαρμοστούν γι᾽ αυτόν τον λαό. Αυτή η λύση να κατοχυρώσει αυτά τα δικαιώματα. Δεν είναι δουλειά μας να τους πούμε Διζωνική, τριζωνική, και δεν ξέρω πώς αλλιώς. Ε, και ήρθε η ίδια η Κυπριακή Κυβέρνηση και υπέβαλε τροπολογία μέσω άλλων ευρωβουλευτών Κυπραίων, και το ξανάβαλαν μέσα! Ε, τί να σας πω από κει και πέρα; Εγώ δεν έχω τί άλλο να πω γι᾽ αυτό.
ΠΑΥΛΟΣ: Θέλω να κλείσω με ένα ερώτημα, διότι έχετε μια τεράστια εμπειρία. Αναφερθήκατε στην Ευρώπη, είμαστε στο Όσλο και κάνουμε αυτήν την κουβέντα, γνωρίζω για την επικοινωνία σας και με τον νυν Υπουργό Εξωτερικών της Νορβηγίας, τον Έσπεν Μπαρθ Έιντε. Και θέλω να πω ότι, βλέπουμε σήμερα σε μεγάλο βαθμό η Ελλάδα να εμφανίζει αυξημένες προσδοκίες, ή ακόμη και να μεταθέτει το πρόβλημα και της Κύπρου όπως και διάφορα άλλα ζητήματα, στην Ευρώπη.
Ωσάν οι Βρυξέλλες να είναι ο υποδοχέας κάθε καυτής πατάτας που το ελλαδικό κράτος δεν μπορεί, ή δεν θέλει, ή δεν το ενδιαφέρει, να διαχειριστεί προς όφελος του Ελληνισμού. Ποιό είναι, πιστεύετε, στο δια ταύτα αυτό που πρέπει η Ελλάδα, και ως Ελληνική Κυβέρνηση στην Αθήνα αλλά και ως Κυπριακή Κυβέρνηση στη Λευκωσία, αλλά κυρίως ο ελληνικός λαός σε Ελλάδα και Κύπρο, να πράξουν;
Όχι μόνον για να μην θρηνήσουμε ακόμη χειρότερες τραγωδίες, δεδομένου ότι η Τουρκία αξιώνει όλα τα νησιά του Αιγαίου και τη Θράκη, αλλά και όλη την Κύπρο. Είπε ο Ερντογάν προχθές ότι «κακώς δεν φτάσαμε μέχρι την Πάφο». Αλλά και για να αποδείξει η Ελλάδα ότι ο Ελληνισμός δεν είναι μια θεωρητική ιδέα αλλά μια ιστορική πραγματικότητα με ιστορικές βάσεις. Και εν πάση περιπτώσει, για να διασφαλίσει τα δίκαια ενός υπερ-τρισχιλιετούς πολιτισμού, υπερ-τρισχιλιετούς παρουσίας, γηγενούς παρουσίας σε όλες τις περιοχές στις οποίες βρισκόμαστε, είτε εντός ελλαδικών, εντός κυπριακών συνόρων, είτε εκτός;
ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ: Η Αθήνα οφείλει να αναλάβει τον ρόλο της ως εθνικό κέντρο. Η Αθήνα πρέπει να καθοδηγείται από τους φωτισμένους ταγούς του έθνους. Και υπάρχουν, κύριε Παύλε, τους βλέπουμε, τους διαβάζουμε καθημερινά. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν υποχρέωση να σταματήσουν να μένουνε πίσω από τον υπολογιστή, όπου γράφουνε ωραία, συνταρακτικά πράγματα, ή σε διάφορες συνεντεύξεις σε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα, και αυτά να είναι έπεα πτερόεντα, να χάνονται.
Αυτοί πρέπει να αρπάξουν τον ταύρο από τα κέρατα. Αυτοί πρέπει να καθοδηγήσουν τον ελληνικό λαό και να του δώσουν τη δυνατότητα να εκλέξει εκείνη την ηγεσία που θα τραβήξει την ίδια την Ευρώπη προς την Αθήνα. Η Αθήνα θα μπορούσε να ήτανε η πρωτεύουσα της Ευρώπης. Θα έπρεπε να ήταν η πρωτεύουσα του ευρωπαϊκού ιδεώδους. Διότι η Αθήνα γέννησε τα ιδεώδη επάνω στα οποία οικοδομήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Άρα, εμείς πρώτοι πρέπει να υπερασπιστούμε τον Ελληνισμό, να δημιουργήσουμε το νέο όραμα. Λένε στην Κύπρο, έχουν κολλήσει σ᾽ αυτήν την ιδέα της Διζωνικής Δικοινοτικής. Κι όποιος πει οτιδήποτε άλλο εκτός από τη Διζωνική είναι «απορριπτικός», είναι «ακραίος», «δεν θέλει τη λύση», και όλες αυτές τις ανοησίες που ακούμε καθημερινά.
Όχι! Εμείς θέλουμε ένα νέο όραμα που να συνέχει τον Ελληνισμό. Να του δίνει δύναμη. Να εμπνέει τον κάθε Έλληνα. Να αναπτερώσει το φρόνημα του κάθε πολίτη, το οποίο είναι στο ναδίρ αυτή τη στιγμή ως αποτέλεσμα της πολύ κακής οικονομικής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει ο ελληνικός λαός, και στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Από το γεγονός ότι υποχρεώνεται να περνάει στα Κατεχόμενα να βάλει βενζίνα, δεν μπορεί να βάλει στις ελεύθερες περιοχές. Μα εγώ θα τον ψέξω, επειδή τον άφησα πενήντα χρόνια αβοήθητο κι έφτασε στα όρια της ανέχειας; Και θα του ασκήσω τη ρητορική της θυσίας; Θα του πω να κάνει θυσίες τη στιγμή που εγώ ως πολιτική ηγεσία δεν έχω κάνει την παραμικρή θυσία γι᾽ αυτό το πράγμα; Γι᾽ αυτό σας λέω, πρέπει, έχουμε χρέος, εμείς που πραγματικά νοιαζόμαστε για τον μείζονα Ελληνισμό ν᾽ αφήσουμε τις θεωρητικολογίες στην μπάντα. Να συνεργαστούμε, να δημιουργήσουμε εκείνα τα κέντρα λήψης αποφάσεων που θα επηρεάσουν και τις αποφάσεις του ελληνικού λαού και να μην αφήνουμε τον ελληνικό λαό στα χέρια όλων αυτών των ηττοπαθών, των τουρκολάγνων…
ΠΑΥΛΟΣ: Κατευναστών…
ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ: …Των ισραηλολάγνων, των αμερικανολάγνων, και δεν ξέρω, ρωσολάγνων, και οποιωνδήποτε άλλων. Αυτό είναι ξεκάθαρο, είναι υποχρέωσή μας και πρέπει να το κάνουμε.
ΠΑΥΛΟΣ: Κλείνοντας: είστε από τους τελευταίους των Μοϊκανών, αν μου επιτρέπεται αυτή η έκφραση. Αισθάνεστε αισιόδοξη; Δηλαδή, βλέπετε τον κόσμο στην Κύπρο, βλέπετε τους Κυπρίους, βλέπετε τις νέες γενιές. Είστε αισιόδοξη;
ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ: Ξέρετε, έζησα την τραγωδία του Ναγκόρνο Καραμπάχ σε όλη της τη φρίκη και την απώλεια ενός οράματος για το οποίο εργάστηκα και με συνείχε για μια τριακονταετία. Από το 1991 που πρωτοβρέθηκα μες στην επανάσταση και έζησα όλη την επανάσταση που δημιούργησε το κράτος του Αρτσάχ. Αυτό που έγινε πέρυσι με το εθνικό ξεκαθάρισμα, την κατάληψη του Ναγκόρνο Καραμπάχ και την προσφυγοποίηση του λαού, ήρθε ξανά να μου ξαναφέρει στα βιώματα εκείνο που είχα ζήσει στο δικό μου νησί, πριν τόσα χρόνια.
Πολλοί με κοροϊδεύουν στην Κύπρο γιατί δηλώνω κατά καιρούς ότι είμαι Ενωτική. Αυτό αισθάνομαι, αυτό νιώθω μέσα μου. Ξέρω ότι είναι ουτοπικό, ξέρω ότι δεν μπορεί αυτήν τη στιγμή να μιλάμε, δεν το κάνω πολιτική πράξη ως πολιτικός, δεν το έχω βάλει στις πρακτικές μου, αλλά δεν μπορεί κανείς να μου απαγορέψει να νιώθω όπως νιώθω.
Δεν μπορεί κανείς να μου ακρωτηριάσει τα συναισθήματα. Γι᾽ αυτό τον λόγο, ναι, είμαι απαισιόδοξη. Είμαι απαισιόδοξη με την έννοια ότι, ενδεχομένως, τα χρόνια περνάνε, μπορεί να φύγουμε από τη ζωή, μπορεί να φύγω από τη ζωή και να μην προλάβω την ελευθερία του τόπου μου. Αλλά, «τώρα πια πώς θα μπορέσουμε να πεθάνουμε, τώρα πια πώς θα μπορέσουμε να πεθάνουμε μ᾽ αυτή την έγνια πίσω μας; Αναγκαστικώς θ᾽ αναβάλλουμε» (Κώστας Μόντης, Μετά την Τουρκική εισβολή).
ΠΑΥΛΟΣ: Υπάρχει, βέβαια, και η απρόβλεπτη παράμετρος στο διεθνές θέατρο, όπου μπορεί μεν οι ηγεσίες να εμφανίζονται ανίκανες να υποστηρίξουν όχι μόνον ένα ιστορικό όραμα αλλά κι ένα δίκαιο. Όμως ταυτόχρονα το απρόβλεπτο στοιχείο πάντοτε υπάρχει ως ενδεχόμενο. Οπότε με αυτήν την έννοια ίσως μπορεί κανείς να έχει μια αισιοδοξία στο βαθμό που, φαντάζομαι βέβαια, και ο λαός έχει την απαραίτητη ενεργητικότητα και τη ζωτικότητα να αναγκάζει τις ηγεσίες του να μην τον ωθούν σε νέες απώλειες.
ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ: Ναι. Φτάνει να σηκώσεις το λαό από το Τικ–Τοκ και τακ–τοκ, και δεν ξέρω πώς λέγονται αυτά τα πράγματα. Αν οι καθοδηγητές του λαού είναι τα Τικ–Τοκ, καταλαβαίνετε ότι δεν πρόκειται να οδηγηθούμε πουθενά. Γι᾽ αυτό επανέρχομαι σ᾽ εκείνο που σας είπα προηγουμένως. Έχουμε ένα χρέος. Έχουμε μια υποχρέωση να δώσουμε το καινούριο όραμα στο λαό. Έχουμε μια υποχρέωση, «εάν φιλοτιμούμεθα να την ξαναποκτήσουμε μ᾽ ίδρωτα και με αίμα, καλόν είναι το καύχημα της αρχαίας δόξης» (Ανδρέας Κάλβος, Εις Σάμον). Δεν αρκεί μόνον να το λέμε θεωρητικά και να το τραγουδάμε. Πρέπει να δουλέψουμε και με ίδρωτα και με αίμα, να κερδίσουμε αυτό που πρέπει.
ΠΑΥΛΟΣ: Κυρία Ελένη Θεοχάρους, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτήν τη συζήτηση, αυτήν την ημέρα.
ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ: Κι εγώ σας ευχαριστώ! Κι εγώ.
Δημοσιεύθηκε στην Hellas Journal, την Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024.
* Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο ιστορικό κτήριο Drage του ξενοδοχείου ScandicHolmenkollenPark στο Όσλο, το οποίο ευχαριστούμε θερμά για τη γενναιόδωρη φιλοξενία.