Ο κίβδηλος φιλελληνισμός του Γάλλου πρέσβη Araud

Σχεδιασμός εικόνας: slpress.gr

Δεν νομίζουμε ότι υπάρχει σήμερα Έλληνας πολίτης νουνεχής, ο οποίος αδυνατεί –πέραν της οποιασδήποτε ιδεολογικής τοποθέτησης ή κομματικής ταυτότητάς του– να συμφωνήσει στο ότι η Ελλάδα διανύει την κρισιμότερη φάση στη μεταπολιτευτική ιστορία της, αντιμετωπίζοντας απειλές συμμετρικές και ασύμμετρες, ένθεν κακείθεν. Δεν θα επεκταθώ στο σύνολο των απειλών αυτών. Θα σταθώ σε ένα σημείο μόνον. Προ εβδομάδος, η Καθημερινή δημοσίευσε συνέντευξη του Γάλλου πρώην Πρέσβη, Gerard Araud, με τίτλο: “Οι Τούρκοι είναι νταήδες, αλλά δεν θέλουν την σύρραξη“.

Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη, στην οποία ο Γάλλος διπλωμάτης, με θητεία, μεταξύ άλλων στις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τα Ηνωμένα Έθνη, προβαίνει σε μια σειρά τοποθετήσεων αναφορικά με την Τουρκία και την Ελλάδα. Τοποθετήσεις που χαροποίησαν διαφόρους, τόσο σε πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους της Αθήνας, όσο και σε ορισμένη μερίδα της κοινής γνώμης.

Μια γρήγορη ανάγνωση του δημοσιεύματος της έγκριτης εφημερίδας αρκεί για να επιβεβαιώσει, καταρχήν, στον αναγνώστη την αγαθή τύχη που έχει σήμερα η Ελλάδα να στηρίζεται όχι μόνον από την σύμμαχο χώρα Γαλλία εν συνόλω, αλλά και από πρώην Γάλλους διπλωμάτες με διεθνή επιρροή. Αυτό, ωστόσο, που ελάχιστοι εντόπισαν ήταν μια αποστροφή του λόγου του κ. Araud.

Αναφερόμενος στην παρούσα συγκυρία της κρίσης με την Τουρκία, είπε τα εξής χαρακτηριστικά: «Θα πρέπει και οι δύο πλευρές να κάνουν σημαντικές υποχωρήσεις, σε επίπεδο πραγματικό και συμβολικό, και οι υποχωρήσεις αυτές να γίνουν αποδεκτές από τους εθνικιστές της κάθε χώρας. Γιατί υπάρχει και στην Ελλάδα θέμα εθνικισμού… Και δυστυχώς το πνεύμα των καιρών δεν είναι ένα πνεύμα κοινής λογικής».

“Εθνικιστής” ο ελληνικός λαός!

Ξαφνικά, ο ισορροπητικός λόγος του “φιλέλληνα” Γάλλου πρώην κρατικού αξιωματούχου, μεταλλάχθηκε σε ανερυθρίαστη επίθεση κατά του πατριωτισμού των Ελλήνων, τον οποίο ο πρώην πρέσβης τσουβάλιασε με τον όρο “εθνικιστής”, στολισμένο μάλιστα, και με την έλλειψη “κοινής λογικής”. Δηλαδή, κατά τον κύριο Araud, ο ελληνικός λαός, ο οποίος δεν επιθυμεί και δεν έχει εξουσιοδοτήσει συμβολικές και, πολλώ δε μάλλον, πραγματικές υποχωρήσεις προς την Τουρκία, είναι ξαφνικά ανόητος εθνικιστής.

Το ίδιο εθνικιστές είναι, να υποθέσουμε, και όλο το προσωπικό των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίοι επί 60 και πλέον ημέρες τώρα καταπονούνται, ξεπερνώντας καθημερινά εαυτούς και διευρύνοντας τα όρια των αντοχών τους, προκειμένου να διαφυλάξουν την ελληνική γη, αέρα και θάλασσα, και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας απέναντι σε έναν παρανοϊκό νεο-Οθωμανό δυνάστη, που απ᾽ ότι φαίνεται δεν είναι καθόλου μόνος εντός της ΕΕ.

Ποια, όμως, είναι, άραγε, τα κίνητρα, αυτής της “ευγενούς” επίθεσης του Γάλλου πρώην διπλωμάτη; Ο Gerard Araud, όπως το ίδιο το δημοσίευμα μας ενημερώνει, έχει σήμερα την έδρα του στην Νέα Υόρκη και είναι στέλεχος της αμερικανικής συμβουλευτικής εταιρείας Albright Stonebridge Group. Κι αν το όνομα αυτό δεν σας λέει κάτι, πρόκειται για τον Όμιλο Εταιρειών Στρατηγικών Συμβουλών και Εμπορικής Διπλωματίας, που ανήκει στην πρώην υπουργό των Εξωτερικών των ΗΠΑ επί Προεδρίας Bill Clinton, Madeleine Albright.

Εταιρεία τουρκικών συμφερόντων

Μια από τις βασικές δραστηριότητες της Εταιρείας αυτής είναι και να: «ξεκλειδώνει παγκόσμιες αγορές, πηγαίνοντας πέρα από ανοιχτές πόρτες, βοηθώντας τους πελάτες της να περιηγηθούν σε αγορές με προκλήσεις, να επιλύσουν προβλήματα και να υλοποιήσουν στρατηγικές διαχείρισης ρίσκου». Ως εδώ θα έλεγε κανείς, ότι, εντάξει, ο Γάλλος διπλωμάτης δεν διαφέρει σε τίποτε από ορισμένους εγχώριους λομπίστες οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν κερδοφόρο έρεισμα στην χάραξη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, συχνά ερήμην, και όχι σπάνια, εις βάρος του ελληνικού λαού.

Όμως, αυτό που κάνει τα πράγματα ακόμη πιο ενδιαφέροντα είναι ότι περιπτώσεις σαν του κ. Araud είναι, όπως αποδεικνύεται στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης -και ιδίως αυτό το θαυματουργό εργαλείο που λέγεται Twitter- ιδιαίτερα σεβαστές σε κύκλους εντός του πυρήνα της ΕΕ, και σε υπηρεσίες που σχετίζονται με την Εξωτερική Πολιτική και την επιβολή (;) κυρώσεων στην Τουρκία.

Κυρώσεων σε μια χώρα που, 65 χρόνια μετά την παραβίαση μιας από τις μεγαλύτερες διεθνείς συνθήκες του 20ου αιώνα, αυτής της Λωζάννης, με τις γνωστές σε όλους συνέπειες, εξακολουθεί εμμονικά να διατρανώνει ότι κεμαλισμός και νεο-Οθωμανισμός είναι οι δύο πλευρές του ιδίου νομίσματος.

Έτσι, βλέπουμε συνεργάτες και συμβούλους του Ύπατου Εκπροσώπου της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική Joseph Borell, όπως η Natalie Tocci και η Angelina Eichhorst, να συνδέονται και να συνεργάζονται με ανθρώπους σαν τον κ. Gerard Araud, ανταλλάσσοντας και προωθώντας ενημερωτικά εις αλλήλους, θέσεις τουρκικών συμφερόντων εκφραζόμενες από Τούρκους διεθνολόγους, δημοσιογράφους, λομπίστες και άλλους, με σκοπό την αποφυγή, παραδείγματος χάριν, επιβολής αυστηρών κυρώσεων από την ΕΕ στην Τουρκία.

Το portofolio της Albright

Λαμβάνοντας δε υπόψιν το portfolio του Ομίλου της κ. Albright, δεν είναι καθόλου δύσκολο να αντιληφθούμε γιατί ο κ. Araud μας στόλισε κατάμουτρα χαρακτηρίζοντάς μας εθνικιστές, επειδή θέλουμε απλώς η Ελλάδα να μην χάσει αυτά που έχει κατά τα τελευταία 200 χρόνια  ανακτήσει με ποτάμια αίματος και θυσίες εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων, και να μην καταδικαστεί εσαεί σε φτωχό Βαλκανικό υποτελή των κυρίων κυρίων με φράκο και με φέσι.

Είναι προφανώς βέβαιο, ότι ο εκλεκτός κ. Araud δεν είναι ο μόνος. Επιλήψει με διηγούμενον ο χρόνος, αν πρόκειται να αναφερθώ στο πλήθος των ευτελών δρώντων που, αυτή τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές τούτες, επιχειρούν να εξασφαλίσουν κέρδος είτε χρηματιζόμενοι άμεσα από την Τουρκία, είτε παρέχοντας υπηρεσίες εκδούλευσης με υπεσχημένο όφελος στο άμεσο μέλλον.

Αυτό όμως που ενδιαφέρει εδώ είναι το εξής. Καταπώς φαίνεται, υπάρχει μια προσωρινή ύφεση της τουρκικής επιθετικότητας που εκδηλώνεται ως συστηματική έμπρακτη αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Και οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις ίσως έχουν μια ευκαιρία σύντομης ανάπαυλας. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τον ελληνικό λαό. Η περίπτωση του “φιλέλληνα” (ως εκεί που φθάνουν οι ανοιχτές πόρτες) κ. Araud, πρέπει να αφυπνίζει διαρκώς και μονίμως τον Έλληνα πολίτη.

Είναι προφανές ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός, η ελληνική διπλωματία και η Ελλάδα εν γένει, πέραν των καθοριστικών θετικών ενεργειών στις οποίες προβαίνει διεθνώς, τελεί υπό καθεστώς έντονης κι αυξανόμενης πίεσης, ώστε να οδηγηθεί σε μια κατάσταση “έντιμου συμβιβασμού”, έναντι του “άκριτου ρίσκου” το οποίο παρουσιάζεται τεχνηέντως από ορισμένα κέντρα ως ο έτερος πυλώνας του διλήμματος: “συνδιαλλαγή με Τουρκία και παραχωρήσεις – πόλεμος με ολέθριες συνέπειες”.

Ασύμμετρος πόλεμος

Σε αυτόν τον ασύμμετρο ψυχολογικό πόλεμο που έχουμε εισέλθει κατά το τελευταίο διάστημα, ο ελληνικός λαός οφείλει να λάβει και να διατηρήσει θέση μάχης ισάξια με τις Ένοπλες Δυνάμεις. Τουτέστιν, να απομονώνει κάθε ιδιοτελή σύμβουλο ομίλου ιδιωτικών συμφερόντων και think tank, εξωχώριου ή εγχώριου, που αδιαφορεί για τους τόνους αίματος που έχυσαν οι άμεσοι προπάτορές του.

Παράλληλα δε, να υπενθυμίζει στον Έλληνα Πρωθυπουργό και την ελληνική κυβέρνηση ότι, ανεξαρτήτως της έντασης της πίεσης την οποία ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης υφίσταται, όπως φάνηκε πρόσφατα τόσο στην συνάντηση MED7 στην Κορσική όσο και στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το περασμένο σαββατοκύριακο, ότι βάζει πλάτη στιβαρή, ισχυρός και ενωμένος. Πλάτη όχι για συνθηκολόγηση, αλλά για την δίχως έκπτωση προάσπιση όλων των δικαιωμάτων της Ελλάδας.

Από την πλήρη επήρεια της ΑΟΖ στο σύμπλεγμα του Καστελλόριζου, την οποία αναγνωρίζουν και στηρίζουν οι ίδιες οι ΗΠΑ, δια στόματος του Πρέσβη τους στην Αθήνα Τζέφρι Πάιατ, μέχρι την προστασία της μουσουλμανικής μειονότητάς μας στη Θράκη, η οποία τυραννιέται από εκβιασμούς και απειλές πρακτόρων της Άγκυρας, και μέχρι τη διαφύλαξη της κοινωνικής ειρήνης στα νησιά μας, παρά τις πρόσφατες συστηματικές και στρατηγικά μεθοδευμένες απόπειρες αποσταθεροποίησης. Διότι φιλελληνισμός σημαίνει: «Αγαπώ τους Έλληνες, όχι διότι μου γεμίζουν το πορτοφόλι, αλλά διότι είναι Έλληνες».

Δημοσιεύθηκε στο slpress.gr στις 18/9/2020

En appell til dagens vikinger

Også nordmenn burde være triste over at Hagia Sofia blir moské
Hagia Sophia, bilde: Adli Wahid

Det var fredag den 10. juli klokken 20:53 tyrkisk tid, at landets president Recep Tayip Edrogan annonserte at det som opprinnelig var kristenhetens største kirke, skulle konverteres til moské. Akkurat slik den var da Istanbul (tidligere Konstantinopel) lå under Det osmanske riket og frem til 1935. Det er i hovedsak å tolke som en symbolsk handling. Det mangler i alle fall ikke på moskeer i Istanbul fra før, som huser rundt 3500 muslimske gudshus.

Det er dermed også fristende å ty til numerologi: klokkeslettet for Erdogans uttalelse, finner gjenklang i årstallet da Konstantinopel falt i 1453. Hagia Sofia skal i følge ham tas i bruk som moské fredag 24. juli i år, på dagen 97 år etter at Lausanneavtalen ble underskrevet, som etablerte de gjeldende grenser for den tyrkiske stat – en avtale presidenten tidligere har antydet kan trenge en ny gjennomgang. Omgjøringen til moske angår ikke bare gresk-tyrkiske forhold, noe som sees i at både USA, Paven, UESCO er blant mange som har kritisert for sin beslutning.

Kritikken kommer derimot ikke bare utenfra. Et økende antall protester har også kommet fra fremtredende tyrkere. Disse erklærer gjerne at handlingen markerer et tungt symbolsk brudd med den sekulære staten grunnlagt og formet av Mustafa Kemal Ataturk. Åndsmennesker som Orhan Pamuk og Taner Akcam har omtalt det som både en skam og skandale. Svarene på kritikken fra Erdogan, var ikke spesielt beroligende. Han viste til at Mehmet II (som erobret Konstantinopel) også ble en leder for de ortodokse kristne.

Men hvilken betydning har Hagia Sofia utover som historisk levning fra den østlige delen av Romerriket vi i dag gjerne omtaler som «Bysants»? Hvorfor skal Europa for øvrig, og ikke minst Nord-Europa og Skandinavia bry seg?

Det er ikke enkelt å formidle den nesten overnaturlig storheten ved Hagia Sofia til personer som aldri har besøkt bygningen. Men nordmenn har kjent den før, helt tilbake til den tiden da bygningen var en kirke. Den gang tjenestegjorde såkalte «væringer» fra Skandinavia i livgarden til den bysantinske keiseren i Konstantinopel.

Det finnes rester etter disse væringene i selve bygningen i dag. For nesten tusen år siden har en av dem har stått på sørsiden av galleriet, ikke langt unna den praktfulle mosaikken av Deêsis, og da – muligens rammet av et øyeblikks tretthet av den lange ortodokse liturgien – inngravert på brystningen runeinnskriften av sitt navn «Halvdan» for ettertiden. Slik ga han på sin måte nok et lite innblikk i hvordan midlertidigheten og det endelige på mystisk vis omfavner den uendelige i rommet av kirken, som var omtalt som ‘acheiropoietos’ Kirken (‘ikke av menneskehånd’) den gang.

Den besøkende oppdager at Hagia Sofia er det ‘huset som inneholder det uholdbare’ (chôra tou achôrêtou). Som sådan er den Store Kirken for flott til å bli noe annet enn det den ble bygget for. Dens kraft og storhet tillater henne ikke å være noe annet enn hva det er. Og nordmenn var engang dens forsvarere.

Nå, da den igjen skal erobres av en hersker med politiske motiver, tar man seg i å håpe på at den evige væringgarden vekkes til atter å vokte den evige kirken i øst. Ikke for å bruke vold, men for å bruke minnet. For Hagia Sofia er egentlig for stor for smålig politikk.

Skrevet av Panagiotis Pavlos for Minerva, PUBLISERT Mandag 20. juli 2020: https://www.minervanett.no/hagia-sophia/en-appell-til-dagens-vikinger/362727

Η δημιουργική ασάφεια της κυβέρνησης και το ΕΛΙΑΜΕΠ

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, την Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021)

Η κρισιμότητα του Ιωβηλαίου των 200 ετών από την Επανάσταση του 1821 που διανύουμε φέτος αναδεικνύεται από δύο αλληλοτροφοδοτούμενα στοιχεία.

Το πρώτο, αφορά στην κυβερνητική διαλεκτική ῾δημιουργικής ασάφειας᾽ αναφορικά με τις διερευνητικές συνομιλίες Ελλάδας – Τουρκίας:

Αφενός, το ΥΠΕΞ διατρανώνει προς πάσα κατεύθυνση -δια στόματος του άψογα ελισσόμενου Δένδια- ότι μοναδικό θέμα συζήτησης είναι η Υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ. Αφετέρου, από το καλοκαίρι ο Πρωθυπουργός υιοθετεί μια ρητορική κέντρο της οποίας είναι ότι το μήλον της έριδος των δύο χωρών είναι οι ῾θαλάσσιες ζώνες᾽. Η στοιχειώδης, ωστόσο, γνώση της ορολογίας εγείρει ερωτήματα αναφορικά με την συνοχή των κυβερνητικών θέσεων, καθώς ο όρος ῾θαλάσσιες ζώνες᾽ αφορά τέσσερα, και ουχί δύο, τινά: την Αιγιαλίτιδα ζώνη -δηλαδή τα Χωρικά Ύδατα-, την Συνορεύουσα ζώνη, την Υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ. 

Κι εδώ αρχίζει το πρόβλημα. Ο Υπουργός Εξωτερικών Δένδιας επιμένει να διευκρινίζει ότι τα χωρικά ύδατα επ᾽ ουδενί τελούν υπό διαπραγμάτευση, καθώς είναι ζήτημα εθνικής κυριαρχίας που η Ελλάδα διαχειρίζεται αποκλειστικά μονομερώς βάσει του Διεθνούς Δικαίου. Ωστόσο η νέα αναφορά του Πρωθυπουργού σε θαλάσσιες ζώνες κατά την πρόσφατη συνάντησή του με την Γαλλίδα Υπουργό Άμυνας γεννά έντονο προβληματισμό: εφόσον στις θαλάσσιες ζώνες ανήκει και η Αιγιαλίτιδα, πώς είναι δυνατόν οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού, του Υπουργού Εξωτερικών, δυό πρώην ΥΠΕΞ και άλλων τινων να σημαίνουν το ίδιο πράγμα; Η επέκταση των ΧΥ στα 12 νμ μόνον στο Ιόνιο σε ποιο άλλο λογικό συμπέρασμα οδηγεί πέραν αυτού που ο ίδιος ο Πρωθυπουργός εμμέσως ομολογεί: ότι ως τμήμα των θαλασσίων ζωνών, τα ΧΥ στο Αιγαίο είναι αντικείμενο συζήτησης με την Τουρκία;

Η διαπίστωση αυτή, είναι, δυστυχώς, πλήρως ευθυγραμμισμένη με ένα δεύτερο στοιχείο: την μόνιμη επωδό των κατευναστικών δηλώσεων πρωτοκλασάτων στελεχών του ΕΛΙΑΜΕΠ που επαναλαμβάνουν διαρκώς το δίλλημα ῾῾συμβιβασμός ή πόλεμος᾽᾽. Πυρήνας αυτού του ψευδοδιλλήματος είναι ο κίνδυνος που προκαλεί τυχόν επέκταση της Ελλάδας στα 12 ν.μ. στο Αιγαίο, αφενός λόγω του casus belli κι αφετέρου, του ότι οι μεγάλες δυνάμεις εναντιώνονται -δήθεν- στην επέκταση αυτή. Κι αν στο πρώτο τούς έχει πλέον διαψεύσει το τουρκικό ΥΠΕΞ με την τελευταία ουδέτερη ανακοίνωσή του, η δεύτερη επίκλησή τους συνιστά εκχώρηση εθνικής αυτεξουσιότητας και υποταγή σε αλλότριους απαιτητές. 

Για τους πολέμιους της επέκτασης και υπέρμαχους της προσφυγής στη Χάγη η άρνηση εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας και η αποτροπή της, θεωρείται εθνικιστική ρητορική και πατριδοκαπηλία. Αγνοούν, άραγε, οι άνθρωποι αυτοί ότι οι Έλληνες δεν λησμονούν πως αυτοί οι ίδιοι είναι που προωθούσαν λύση του Κυπριακού ως προϋπόθεση ένταξης στην ΕΕ με την εφαρμογή του Σχεδίου Ανάν;

Οι κομισάριοι του ΕΛΙΑΜΕΠ ευαγγελίζονται διάλογο αντί αποτροπής. Απορρίπτουν, δήθεν λόγω οικονομικού κόστους, κάθε άλλη επιλογή πέραν του επώδυνου συμβιβασμού. Επικαλούνται ως επιχείρημα το κόστος των εξοπλισμών, ωσάν να έπαψε εξαίφνης να ισχύει γι’ αυτούς το αξίωμα si vis pacem para bellum, ενώ επισείοντας το ενδεχόμενο πολέμου, ισχυρίζονται ότι όχι μόνον ῾῾δεν είναι σαφές το τί επιδιώκουν οι Τούρκοι᾽᾽, αλλά και πως αυτό είναι ζήτημα ῾῾θεμελιακό᾽᾽ και ῾῾βασανιστικό᾽᾽, αφού ῾῾ουδείς μπορεί να απαντήσει με απόλυτη βεβαιότητα᾽᾽!

Τα χειρότερα όμως ακολουθούν. Το ΕΛΙΑΜΕΠ διαστρέφει τον εγκληματικό ρόλο του τουρκικού κράτους ως σφαγέα που μόνον στον 20ο αιώνα οδήγησε σε τραγική συρρίκνωση του Ελληνισμού: χαρακτηρίζουν την Μικρασιατική Καταστροφή και την Εισβολή στην Κύπρο ως δυό από τις τρεις -μαζί με την γκριζοποίηση των Ιμίων!- ῾῾πλέον εμβληματικές στιγμές κρίσης᾽᾽ στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Απορεί κανείς με την ανάγνωσή τους της ιστορίας, όταν επισημαίνουν ότι μετά και τις τρεις ανωτέρω ῾῾περιπτώσεις᾽᾽ ακολούθησαν ῾῾οι πλέον φιλόδοξες, τολμηρές, και πρωτότυπες προτάσεις για τη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών᾽᾽.

Θέλουν, λένε, ῾῾να δοκιμάσουν εάν οι Τούρκοι πράγματι εννοούν την εξεύρεση λύσης μέσω του διαλόγου᾽᾽, λησμονώντας τα πρόσφατα γεγονότα που κράτησαν το Πολεμικό Ναυτικό επί τρίμηνο σε θέση μάχης. Αποκαλούν την επέκταση στα 12 ν.μ. ῾῾θεωρητικό δικαίωμα᾽᾽ κι επικρίνουν την πλειοψηφία των Ελλήνων που ῾῾προτιμά ένα θεωρητικό δικαίωμα το οποίο δεν εφαρμόζεται᾽᾽, τη στιγμή που οι ίδιοι φροντίζουν παστρικά και με κάθε τρόπο να παραμένει αυτό το δικαίωμα῾῾θεωρητικό᾽᾽ και ῾῾ανεφάρμοστο᾽᾽, πιέζοντας την κυβέρνηση να παραπέμπει διαρκώς την άσκηση εθνικής κυριαρχίας στις …ελληνικές καλένδες. Ταυτόχρονα, έχουν την ειλικρίνεια να ομολογούν τον φόβο τους ότι η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού αλλά και μεγάλη μερίδα της κυβέρνησης δεν συμμερίζονται την άποψη του Πρωθυπουργού ότι ῾῾αν δεν αναγνωρίζαμε ότι κάποια δικαιώματα έχει και η Τουρκία, δεν θα προσερχόμασταν σε διάλογο᾽᾽, επισημαίνοντας ότι ῾῾η συζήτηση περί θαλάσσιων ζωνών αναπόφευκτα οδηγεί και σε συζήτηση περί χωρικών υδάτων.᾽᾽

Αν ο Πρωθυπουργός δεν θέλει να ταυτίσει το όνομά του με την χειρότερη τραγωδία του Ελληνισμού στον 21ο αιώνα, οφείλει, αφού απομονώσει αυτό το συνδικάτο ενδοτισμού, να πράξει αυτό που σύσσωμος ο ελληνικός λαός προσδοκά από τον ίδιο. Αυτό που δεν είναι άλλο από τα τελευταία λόγια του ῾῾ατρόμητου, γενναίου και ακέραιου δημοκράτη᾽᾽, όπως ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε τον εκλιπόντα, Σήφη Βαλυράκη: 

«Ο διάλογος Ελλάδας-Τουρκίας για τον ορισμό των οικονομικών ζωνών, μπορεί να είναι ανεκτά ασφαλής για τα εθνικά συμφέροντα, μόνο αφού η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια, σε όλο το μήκος της εθνικής ακτογραμμής, ευθυγραμμίσει στο ίδιο εύρος τον εναέριο εθνικό της χώρο και καθορίσει με διμερή συμφωνία την ΑΟΖ Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας».

῾῾Σαν να ήταν η πρώτη· σαν να ήταν η τελευταία· σαν να ήταν η μόνη᾽᾽ *

Όσλο, Πάσχα 2020

Πανδημία. Δημόσια υγεία. Ανθρωπισμός. Αυτό είναι το νέο τρίπτυχο στο όνομα του οποίου ο ελληνικός λαός στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και η Ορθοδοξία σχεδόν εν συνόλω, ζει μια πρωτόγνωρη, ανήκουστη και εντελώς παράλογη κατάσταση. Την πρώτη στην ιστορία του Ελληνισμού, προχριστιανικού και χριστιανικού, κατάργηση της πραγματικότητας της Εκκλησίας. Δηλαδή, της κλήσεως και συνάξεως επί τω αυτώ. 

Από πού να αρχίσει και πού να σιγήσει κανείς;

Από τον από πολύ νωρίς, περίεργα νωρίς, καταχρηστικό χαρακτηρισμό του φαινομένου του κορωνοϊού ως ῾῾πανδημία᾽᾽;

Από τα όσα ταλανίζουν την Πολιτεία και την Εκκλησία τούτες τις Τρισάγιες ημέρες; 

Την υπερδεκαετή συστηματική υπονόμευση του συστήματος Δημόσιας Υγείας λόγω μιας αλληλουχίας καταστροφικών κυβερνητικών επιλογών και την αφαίμαξη του ελληνικού ιατρικού δυναμικού με την αναγκαστική μετανάστευση πολλών εκατοντάδων ικανότατου ιατρικού προσωπικού, λόγω και των κατ᾽ ουσίαν πτωχευτικών δανειακών συμβάσεων του πρόσφατος παρελθόντος; 

Την ανεπανάληπτη, στην ιστορία της χριστιανοσύνης, καταφυγή σε έωλα κοσμικά παιχνίδια λογικής, την υποταγή της εκκλησιαστικής εμπειρίας και αλήθειας σε ορθολογίζοντα επιχειρήματα που όχι μόνον αμφισβητούν επί της ουσίας τον Θεανθρώπινο Λόγο αλλά και αδικούν και τον ανθρώπινο ορθό λόγο, καταστρατηγώντας ταυτόχρονα την κοινωνική ορθοπραξία που απορρέει απ᾽ αυτόν και την εμπιστοσύνη που ένα κράτος οφείλει να επιδεικνύει προς τον πολίτη του;

Από την μεταμοντέρνα, άκρως προβληματικής φύσεως, μανιχαϊστική αποθέωση της έννοιας ῾῾δημόσια υγεία᾽᾽, η οποία ενώ έχει καταστεί μόνιμη επωδός στο δημόσιο διάλογο και γίγνεσθαι, εστιάζει αποκλειστικά και μονομερώς στο σώμα, αγνοώντας σχεδόν επιδεικτικά τις ανάγκες του συνόλου ανθρώπου ως σωματοψυχή, ανάγκες που η υπερδισχιλιετής Ορθόδοξη παράδοση κατεξοχήν γνωρίζει να θεραπεύει; 

Από την παντελώς αστοιχείωτη – σε πείσμα όλων των μετανεωτερικών ευχολογίων περί καταπολέμησης των διακρίσεων και σε ειρωνεία των αντίστοιχων ιδεολογιών που συντεταγμένα οι κυβερνήσεις τηρούν με ευλαβική πίστη – και ψευδή διάκριση μεταξύ σώματος και ψυχής; Διάκριση η οποία διέπει όχι μόνον το αρμοδίως επιφορτισμένο Υπουργείο Υγείας, αλλά και, όπως και εν τοις πράγμασι αποδεικνύεται, και τμήμα της θεσμικής Εκκλησίας;

Από την σύγχυση και τη ζάλη η οποία κλυδωνίζει την ελληνική κοινωνία που για άλλη μια φορά σπεύδει να λατρέψει, μέρες Λαμπρής, επίγειους σάρκινους θεούς, στο πρόσωπο των κατά τα άλλα συμπαθέστατων αγωνιστών και διαχειριστών της κατάστασης, κ.κ. Τσιόδρα και Χαρδαλιά; Ωσάν ο αρχαίος βασιλεύς του άλλου μεγάλου γένους της γης να μην μας είχε προειδοποιήσει, χιλιετίες τώρα, ῾῾μὴ πεποίθατε ἐπ᾽ ἄρχοντας, ἐπὶ ὑιούς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία᾽᾽;

Από την παραληρηματική μανία των ΜΜΕ, ελληνικών και διεθνών, κρατικών και κυβερνητικών, ιδιωτικών και συστημικών, τα οποία στιγμή δεν χάνουν να επιχειρούν συστηματικά και με το αζημίωτο να πολλαπλασιάσουν τον φόβο ενός λαού (εννοώ τον ελληνικό λαό και παρακάμπτω εδώ τον αστραπιαία – χάρη στην παγκοσμιοποίηση – μεταδιδόμενο στην οικουμένη πανζουρλισμό), ο οποίος άγεται και φέρεται από ορισμένες μετριότητες της δημοσιογραφίας, καλοπροαίρετους ῾῾μαθητευόμενους μάγους᾽᾽ ή/και επαγγελματίες αλλοιωτές της αλήθειας;

Από τον παραλογισμό μιας Πολιτείας, η οποία επιβάλλει στους πολίτες, ῾῾για το καλό τους᾽᾽, πρωτόγνωρες πρακτικές αστυνόμευσης, καταστρατήγηση θεμελιωδών Αρχών του Συντάγματος, μονόχνωτη διαχείριση του προβλήματος, διαχείριση εξαρτώμενη από την απαράμιλλη βεβαιότητα ότι η πρακτική που ακολουθείται είναι μονόδρομος (ωσάν είτε να υπήρχε από καιρό έτοιμο το πλάνο δράσης, είτε ως ομολογώντας εμμέσως την απειρία που απολήγει σε ολοκληρωτικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας τύπου ῾῾πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι᾽᾽); Και όλα αυτά, με τη γνωστή πρακτική των μετα-κοινοβουλετικών αποφάσεων, των μετα-δημοκρατικών μεθόδων της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου και των σχετικών διαδικασιών εξπρές, όπως συμβαίνει πάντοτε κατά την τελευταία δεκαετία, όποτε ο λαός επείγει να ῾῾σωθεί από μεγάλο κακό᾽᾽;

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, βλέπει κανείς τον θεσμό της Εκκλησίας να αμφιταλαντεύεται, κατά τον μήνα Μάρτη τουλάχιστον, μεταξύ αυτοκατάργησης – με τη μη πραγματοποίηση της Θείας Λειτουργίας επί δύο εβδομάδες – ακύρωσης, δηλαδή, του λόγου ύπαρξης της Εκκλησίας, που δεν είναι άλλος από τον καθαγιασμό και την Αναφορά της κτίσεως στον Θεό διαμέσου του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Μια Εκκλησία να παλεύει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και να καταλήγει να ῾῾λειτουργεί᾽᾽ – ειρήσθω έτσι, καταχρηστικά, μιας και ελλείψει μετοχής και ῾῾έργου του λαού᾽᾽ η παραμυθία με μετανεωτερικές θεολογίες της παρούσας απουσίας του λαού από τα στασίδια του για λόγους αγαπητικής κενώσεως είναι ιδιαίτερα δημοφιλής σήμερα – ῾῾των θυρών κεκλεισμένων᾽᾽ δια τον φόβον του κορωνοϊού, όπως περίπου συνέβαινε κατά τον καιρό των διωγμών στους πρώτους αιώνες. Και ας αρέσκεται η πολιτική ορθότητα των ημερών στο να ξορκίζει τη λέξη διωγμός. Η έννοια ῾῾διωγμός᾽᾽ άλλωστε, είναι ζήτημα σημασιολογίας της ελληνικής γλώσσας, όχι πρόβλημα της ελληνικής κυβέρνησης, τώρα ειδικά που σύσσωμος ο πλανήτης την εγκωμιάζει.

Πάσχα, λοιπόν, Κυρίου Πάσχα, σε άδειους ναούς. Για πρώτη φορά στην ιστορία. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα κατασκευασμένη από τον παραλογισμό και την ανοησία που τυραννάει την ανθρωπότητα από καταβολής της. Ή, σωστότερα, από την στιγμή που ο άνθρωπος εξοβελίζει τον Θεό από την ζωή του και από τον κόσμο. Ένας άνθρωπος, ο οποίος μέσα στη ζάλη του νομίζει ότι, μαθηματικά και στατιστικά, έχει λιγότερες πιθανότητες να κολλήσει τον κορωνοϊό από μια από τις κατά μέσο όρο 5.000 συσκευασίες προϊόντων που εκτίθενται στα διάφορα καταστήματα κάλυψης διατροφικών αναγκών του ιδίου και των δεκάδων συνανθρώπων του που βρίσκονται ταυτόχρονα στο κατάστημα, απ᾽ ότι στην εκκλησία των λίγων εικονισμάτων και του ενός κεριού! 

Γι᾽ αυτό και ένα τέτοιο ανόητο κράτος αποφάσισε να στέλνει τους πολίτες στα σούπερ μάρκετ και τα όργανα της τάξης στους ναούς. Αλλά, βέβαια, όπως είπαν ορισμένοι, ο κορωνοϊός είναι ο αόρατος εχθρός, και άρα πολεμάμε κάθε τί αόρατο, αλλά το ορατό το αγκαλιάζουμε. Πανουργία του λόγου, όπως θα έλεγε κι ο Χέγκελ, μιας και όλοι γνωρίζουμε ότι η Εκκλησία επί δυό χιλιάδες χρόνια τώρα μόνον αόρατους εχθρούς πολεμά αλλά ποτέ ως τώρα δεν ιδιώτευσε. Σώμα, λοιπόν, μόνον, και όχι και ψυχή. Σάρκα λοιπόν, μόνον, και όχι και πνεύμα.

Είναι πολλά τα ερωτήματα. Και σίγουρα, θα αυξάνονται όσο όλοι μας, ιερατείο, άρχοντες και λαός θα συνειδητοποιούμε μέρα με τη μέρα τι συμβαίνει. Υπάρχει ωστόσο ένα ερώτημα, το οποίο είναι καίριο, επιτακτικό:

Είναι ή δεν είναι ο κόσμος τούτος η δημιουργία του Θεού, τότε, τώρα, διαρκώς και πάντοτε; Διότι, αν είναι, πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν η Ορθόδοξη Εκκλησία, και δη η ελληνική, η οποία, ειρήσθω, αποκλήθηκε προφητικά από τον ίδιο τον Χριστό – τουλάχιστον δυό φορές μες στην Μεγάλη Εβδομάδα, σύμφωνα με τη γραφή του Ματθαίου και του Ιωάννου – ως ο δέκτης της Βασιλείας του Θεού, η οποία και θα φέρει τους καρπούς Της, πώς είναι δυνατόν να έχει εκχωρήσει εαυτήν σε μια ακόμη εκδοχή της πτωτικής φύσεως και του πεπτωκότος κόσμου που καθρεφτίζει ο συγκεκριμένος κορωνοϊός; 

Πώς είναι δυνατόν η Εκκλησία να φέρεται ως άλλη μια φοβισμένη εγκόσμια Αρχή, παραιτούμενη του λόγου υπάρξεώς της; 

Εάν ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αληθεύει καλώντας τον άνθρωπο μεσίτη Θεού και κόσμου, πώς η σύγχρονη Ορθόδοξη Εκκλησία αντιλαμβάνεται πλέον αυτή τη μεσιτεία, αυτή τη μεσολάβηση, ιδίως όταν η κτίση κράζει, για άλλη μια φορά σήμερα, και επώδυνα κραυγάζει τις πληγές και τα βάσανά της; 

Πώς είναι δυνατόν να ακούμε από επίσημα χείλη το επιχείρημα ότι, ῾῾είναι μόνον για το φετινό Πάσχα᾽᾽ που οι Χριστιανοί θα παραμείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους; 

Είναι, άραγε, αυτό μια επιτυχημένη απόπειρα χαϊδέματος της ψυχής των πιστών, οι οποίοι και χρείαν έχουσιν του Ζώντος Ύδατος, και υποφέρουν από την παρανοϊκή αυτή μεταμοντέρνα κουλτούρα που διακρίνει μεταξύ ψυχής και σώματος;

Πριν από σαράντα περίπου χρόνια, σε ένα τοίχο στο ιερό κάποιου Μητροπολιτικού ναού στην Ελλάδα, υπήρχε μια κορνίζα με τις ακόλουθες τρεις φράσεις, σε κάθετη διάταξη:

῾῾Σαν να ήταν η πρώτη·

Σαν να ήταν η τελευταία·

Σαν να ήταν η μόνη.᾽᾽

Ο εφημέριος ιερέας του ναού, ένα απλό γεροντάκι από ένα χωριό της Πελοποννήσου, ο αείμνηστος π. Δημήτριος Θεοδωρόπουλος, είχε τότε εξηγήσει σε ένα μικρό παιδί που δεν μπορούσε να αντιληφθεί το νόημα αυτού του Δελφικού αινίγματος: ῾῾Παιδί μου, αυτό είναι για να θυμίζει στον Λειτουργό, σε εμένα, και στον καθένα, πώς πρέπει να προσεγγίζουμε, να τελούμε, να εορτάζουμε, και να μετέχουμε του Μυστηρίου των Μυστηρίων, της Θείας Λειτουργίας, της Ευχαριστίας.᾽᾽

Αν αυτό είναι το ήθος του Ορθόδοξου Λειτουργού· αν αυτή είναι η πίστη της Εκκλησίας· αν αυτός εδώ είναι ο κόσμος που ο Θεός δημιούργησε και δημιουργεί, ή μάλλον συνδημιουργεί με τον άνθρωπο· εάν η Βασιλεία του Θεού έχει ήδη αρχίσει, εδώ και τώρα, και δεν είναι κλειδωμένη στα ντουλάπια ενός φαντασιακού επέκεινα που γίνεται άλλοθι για μια παντοτινή αναβολή της κατάφασής μας στην θέωση – αυτήν που εορτάζουμε και ομολογούμε τώρα το Πάσχα και πάντοτε – ακόμη και του πλέον απομακρυσμένου όντος· 

Τότε πώς είναι δυνατόν να στεκόμαστε με τόση παθητικότητα, τέτοιο πνεύμα ηττοπάθειας και ενδοκοσμικού συμβιβασμού, ο οποίος προϋποθέτει κι επιβάλλει έκπτωση της Αλήθειας με την συνδρομή μιας σειράς καινοφανών, παντελώς ανύπαρκτων στην μακρά πατερική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεολογημάτων που επιχειρούν να δικαιολογήσουν τον τρόπο με τον οποίο μοιάζουμε να έχουμε παραδοθεί σε μια παγκόσμια παράλυση, προκληθείσα από ένα ιό δημιουργημένο, αμφισβητούμενης ή άγνωστης προέλευσης;

Πράγματι, θα υπάρξουν ίσως περισσότερα Πάσχα να εορτάσουμε σε αυτή τη ζωή. Και θα υπάρξουν ασφαλώς. Αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι δικαιολογία, ούτε καν λόγος, να αποστερούμε τον άνθρωπο από την μετοχή στη Ζωή, εδώ και τώρα. Η Εκκλησία και η εκκλησία δεν είναι το γραφείο μας, στο οποίο μπορούμε να πάμε ή να μην πάμε, αναλόγως των περιστάσεων. Από τη στιγμή που έχουμε προσχωρήσει σε μια τέτοια αντίληψη, η οποία απολήγει – έστω και ως καταφυγή σε απέλπιδους καιρούς – σε μια πρακτική που ψευδώς φαντάζει ως μονόδρομος, έχουμε υποτάξει την Εκκλησία στον κόσμο· έχουμε εκκοσμικεύσει την Εκκλησία. Έχουμε αποστερήσει τους εαυτούς μας ενός δώρου με το οποίο μόνον λογικά πρόβατα έχουν προικισθεί, και έχουμε υποβαθμίσει την Εκκλησία, εκούσια και μοιραία, από αυλή λογικών προβάτων σε περιθωριακό χώρο – προσωρινά κλειστόν – μεταφυσικής ψευδο-ανάτασης για φοβισμένα πλήθη.

Η Εκκλησία είναι Ζωή. Είναι η ζωή μας. Αυτό δεν είναι σύνθημα ενός αναρχικού, ούτε ενός χίπι, μολονότι αμφότεροι χωρούν στην Εκκλησία. Αυτό είναι η πραγματικότητα, τόσο σκληρή ορισμένες φορές που, απομακρύνοντας κανείς τον άνθρωπο από τον αναπνευστήρα της Εκκλησίας, του προκαλεί μια δύσπνοια και μια ζάλη ασύγκριτα πιο σοβαρή απ᾽ αυτή που ο οποιοσδήποτε κορωνοϊός μπορεί να προκαλέσει· μια ασφυξία που καταλήγει σε θάνατο πρωτόγνωρο.

Εάν πράγματι ακούμε Εκείνον ο οποίος ήλθε, Σταυρώθηκε και Αναστήθηκε, και εφόσον αληθινά πιστεύουμε ότι ήλθε ῾῾ἴνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσόν ἔχωσι᾽᾽ (Ιω. 10, 10)· εάν αληθινά αγαπούμε αυτόν τον κόσμο, τον Κόσμο Του, τότε δεν μπορούμε, να αποστερούμε τον κόσμο από την Θεία Λειτουργία. Εξάλλου, η Ορθοδοξία, όπως προφητικά είχε δει ο Ηράκλειτος (Αποσπάσματα 50 και 53), παραμένει Ορθόδοξη μόνον δημοσίᾳ· όχι όταν κωφεύει χάριν των μικρών και μπρος στα μεγάλα ιδιωτεύει. 

Χριστός Ανέστη!

* Το παρόν αποτελεί τμήμα κειμένου που θα δημοσιευθεί στα αγγλικά από το Public Orthodoxy, ιστοσελίδα του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Fordham της Νέας Υόρκης, USA.

Κομματικὴ ἰδιοτέλεια τοῦ καθ᾽ ἕκαστον καὶ πολιτικὴ ἀνιδιοτέλεια τοῦ καθ᾽ ὅλου

* Τὸ παρακάτω κείμενο γράφηκε ἐδῶ, στὸ Ὄσλο, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2015, μὲ ἀφορμὴ τὴν πολιτικὴ κατάσταση πραγμάτων στὴν Ἑλλάδα, μὲ τὸν ἀρχικὸ τίτλο: ̔Ἐν ὅψει τῆς 25ης Γενάρη 2015 ̓. Ξανακοιτάζοντάς το ὅμως σήμερα, διαπιστώνω ὅτι δυστυχῶς, παραμένει ἐπίκαιρο. Τὸ μόνο ποὺ ἔχει ἐπισυμβεῖ εἶναι ἡ ἐπὶ τὰ χείρω ἐξέλιξη πολλῶν πολιτικῶν πραγμάτων ἐν Ἑλλάδι τοῦ 2019 – πράγματα ποὺ ὅταν κανεὶς τὰ ἐπισημαίνει ταυτοποιείται αὐτομάτως τουλάχιστον ὡς πάσχων τὴν ἔλλειψη διεθνιστικοῦ ἀλτρουισμοῦ – καὶ ἡ συνήθης κυκλικὴ ἀντιστροφὴ ρόλων, ποὺ ὁ ἀναγνώστης ἀμέσως θὰ ἀντιληφθεὶ. Ἑπομένως, τὸ τηρῶ αὐτούσιο παρὰ τὸ φαινομενικῶς ἄκαιρον ὁρισμένων σημείων του⋅ ἄλλωστε, γνωρίζουμε καλὰ ἤδη ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Θουκυδίδη ὅτι στὸ διάβα τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας εἶναι πάγιες οἱ κρίσιμες στιγμὲς στὶς ὁποῖες ὁ λαὸς καλεῖται ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ ἀποδεικνύει τὸ βαθμὸ ἐπαγρύπνισής του.

Ἀφουγκραζόμενος τὸν Γολγοθᾶ τὸν ὁποῖο ἀνέρχεται ἡ πλειοψηφία τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ζώντας ἀπὸ ἀπόσταση τὴν ἀγωνία ἐκατομμυρίων ἀνθρώπων ποὺ δίνουν καθημερινὰ μάχες ἀγωνιζόμενοι γιὰ τὰ στοιχειώδη σὲ ἕνα σχεδὸν ἐν συνόλῳ καταρρακωμένο κράτος (παρὰ τοὺς πασιφανῶς οὐτοπικοὺς περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἰσχυρισμοὺς τῆς παραπαίουσας, γιὰ μία ἀκόμη φορά, δυστυχῶς, πολιτικῆς ἠγεσίας), αἰσθάνεσαι τὰ χιλιάδες χιλιόμετρα ἀπόστασης ποὺ σὲ χωρίζουν ἀπὸ τὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου ἐξ αἴφνης νὰ μηδενίζονται. Ἐλλείψει ἄλλων δυνάμεων συνδρομῆς πρὸς τοὺς ἀναξιοπαθοῦντες ἀναζητᾶς τρόπους ἔμμεσης στήριξης. Αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση σὲ ὁδηγεῖ νὰ συλλογισθεῖς ζητήματα ποὺ νιώθεις ὅτι πρέπει -ἂν ὄχι νὰ ἀπαντηθοῦν- τουλάχιστον νὰ τεθοῦν ἀπὸ κάθε πολίτη, ὁ οποῖος γιὰ μία ἀκόμη φορὰ θὰ ἐπιδιώξει τὴν προσεχὴ Κυριακὴ νὰ ἐνσαρκώσει μὲ τὴν ψῆφο του μια ελπίδα σωτηρίας.

Ἡ κρισιμότητα τῶν περιστάσεων καὶ ἡ τραγικότητα τῆς φάσης αὐτῆς τῆς ἱστορίας ποὺ διανύουμε προκαλοῦν τὴν διατύπωση ἑνὸς ἀσυνήθους, καίριου, ὡστόσο, ἐρωτήματος: γιὰ ποιὸ λόγο οἱ Ἕλληνες πολίτες δὲν λαμβάνουν σοβαρὰ ὑπ’ ὄψιν τὴν ξεκάθαρη θέση τοῦ Ἰσραηλίτη ἄρχοντα καὶ βασιλέως τῆς ἀρχαιότητας Δαυίδ, ὁ οποῖος προτρέπει καὶ παροτρύνει: ῾μὴν πιστεύετε σὲ ἄρχοντες, σὲ παιδιὰ ἀνθρώπων⋅ είναι αδύνατον αὐτοὶ νὰ σᾶς προσφέρουν σωτηρία᾽ (Ψαλμός 145, 3: ‘Μὴ πεποίθατε ἐπ ̓ ἄρχοντας ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία’); Φαίνεται ὅτι ἡ προτροπὴ αὐτὴ τοῦ Δαυίδ φέρει ἕνα καίριο πολιτικὸ περιεχόμενο, ἀπολύτως χρήσιμο καὶ συνάμα ̔φωτογραφικά ̓ ταιριαστὸ στοὺς Ἕλληνες.

Ὁ λόγος;

Διαθέτουμε ὡς λαὸς μία μοναδική, πανίσχυρη ἰκανότητα –τόσο ἰσχυρὴ ποὺ ὅταν δὲν τὴν ἐλέγχουμε μᾶς ὁδηγεῖ μαθηματικὰ στὸν ἀφανισμό- νὰ προσκολλώμαστε σχεδὸν ψυχοπαθολογικὰ στοὺς ἡγέτες μας. Αὐτὴ ἡ προσκόλληση εὐθύνεται κατὰ κύριο λόγο γιὰ δύο τινά. Ἀφ ̓ ἑνός, γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐξακολουθοῦμε νὰ λατρεύουμε τὰ πολιτικὰ πρόσωπα –ἡ ἀνάλυση αὐτὴ ὑπερβαίνει κάθε συγκεκριμένο πολιτικὸ χῶρο- μολονότι ἡ ἱστορία ἤδη καταγράφει ἐγκληματικὲς εὐθύνες εἰς βάρος ὅλων ὅσοι ἔχουν προδώσει ἐπανειλημμένα ὡς τώρα –καὶ συνεχίζουν νὰ τὸ πράττουν- τὶς ὑγιεῖς προσδοκίες τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνῶ ἔχουν ἀναδείξει μὲ τὴν πολιτικὴ πράξη -καὶ ἐνίοτε φαυλότητά- τους τὶς χειρότερες ἀδυναμίες του. Ἀφ ̓ ἑτέρου, γιὰ τὸ ὅτι εἴμαστε συχνὰ ἀνίκανοι νὰ ἀπομονώσουμε ὅποιον ἡ συνείδησή μας μᾶς καταμαρτυρᾶ ὅτι βλάπτει τὸν τόπο. Ἐδῶ ὁ ̔τόπος ̓ θὰ πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ̔χώρου ̓. Εἶναι καίριο νὰ μὴν βλάπτεται ὁ τόπος, καθὼς ἔχει μεγίστη σημασία ὡς χῶρος, ὅπως ἔχει πολλαπλὰ ἐπισημάνει καὶ ὁ Παναγιώτης Κονδύλης, παρὰ τὶς ἐσφαλμένες δημόσιες ἐκτιμήσεις ἑνὸς πρώην Πρωθυπουργοῦ ἀλλὰ καὶ ἑνὸς ἄλλου ἀρχηγοῦ νεοσύστατου κόμματος, οἱ ὁποῖοι προκρίνουν μίαν ἀκαθόριστη ἔννοια ̔εὐημερίας τοῦ λαοῦ ̓ ἀκόμη καὶ εἰς βάρος τῆς γῆς του, χωρὶς νὰ φαίνεται νὰ ἀντιλαμβάνονται τὸν ἐγκληματικὸ κίνδυνο αὐτοῦ τοῦ στοιχειώδους λογικοῦ σφάλματος.

Ἡ τυφλὴ προσκόλληση σὲ ἀνθρώπους στοὺς ὁποίους ἡ ἀνάθεση τῆς μοίρας τοῦ τόπου γίνεται μὲ κύριο κριτήριο τὸν ἐνθουσιασμό, τὴν συναισθηματικὴ ἔξαρση καὶ τὴ συνακόλουθη ψυχολογικὴ ἐξάρτηση τοῦ ψηφοφόρου ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ ῾ἡγέτη᾽, ἀπορρέουν ἀπὸ μία θεμιτή, ἀνιδιοτελῆ κατ ̓ ἀρχήν, συμπάθεια, εὐπιστία καὶ τυφλὴ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸ (πολιτικό) πρόσωπο, στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι χαρακτηριστικὰ τῆς ἀρετῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν γένει. Αὐτὴ ἡ ἀρετὴ ὅμως συχνὰ μετατρέπεται σὲ ἰδιοτελῆ προσκόλληση ἡ ὁποία συνεπάγεται τὴν ἐν τέλει τύφλωση τοῦ πολίτη, ὁ ὁποῖος τότε πλέον εὐθύνεται γιὰ τὸ παράδοξο τῶν ἡμερῶν νὰ διεκδικοῦν ἐκ νέου τὴν ψῆφο τῶν Ἑλλήνων πολιτικὰ ὄντα τὰ ὁποῖα ἔχουν ὁδηγήσει τὸν λαὸ σὲ βιωμένη καταστροφή.

Ἕνα δεύτερο ζήτημα ποὺ τίθεται σὲ συνάρτηση μὲ τὰ προηγούμενα εἶναι: ἔχουμε, ἄραγε, οἱ Ἕλληνες συνείδηση τοῦ διακυβεύματος τὸ ὁποῖο ἡ πολιτικὴ πράξη καὶ ἐν προκειμένῳ τὸ συνταγματικὸ δικαίωμα τῆς 25ης Ἰανουαρίου καλεῖται νὰ διαχειριστεῖ; Ἔχουμε ἰδία γνώση, ἐπίγνωση τοῦ διακυβεύματος, ἤ ἀποκοιμόμαστε στὴ ναρκωτικὴ μαγεία τοῦ πλεονάζοντος πολιτικοῦ ψεύδους; Ἑνὸς ψεύδους ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ σχετικοποιήσει τὸ διακύβευμα ἀλλοιώνοντάς το καὶ προσαρμόζοντάς το στα μέτρα καὶ σταθμὰ τῆς ἑκάστοτε πολιτικῆς ἰσχύος τῶν κομμάτων;

Ὁ βασιλέας καὶ προφήτης Δαυίδ φαίνεται νὰ ἔχει σαφῆ γνώση καὶ συνείδηση τοῦ πολιτικοῦ παιγνίου, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι παράδοξα εὐθύς, ὅταν αὐτός, ἕνας πανίσχυρος ἄρχοντας ὁ ἴδιος, προειδοποιεῖ τὸν λαό του ὅτι μὲ τοὺς ἄρχοντες δὲν ὑπάρχει σωτηρία.

Γιατί;

Διότι σωτηρία σημαίνει ἀκεραιότητα. Ἡ ἀκεραιότητα ὅμως σημαίνει ἑνότητα, ἡ ὁποία πάντως προϋποθέτει τὸ ὅλον. Τὸ ὅλον, ὅμως, de facto δὲν μπορεῖ νὰ ὑπηρετεῖται ἀπὸ κομματικοὺς σχηματισμούς. Διότι αὐτοί ἀποδέχονται ἐκ τῶν πραγμάτων μόνον θεωρητικὰ τὸ ῾῾ἡ ἰσχὺς ἐν τῇ ἑνώσει᾽᾽, καθὼς στὴν πολιτικὴ πράξη τους υἱοθετοῦν τὸ ῾῾ἡ ἰσχὺς ἐν τῇ πολώσει᾽᾽, ὑπηρετώντας ἔτσι τὸ ῾῾διαίρει καὶ βασίλευε᾽᾽ πρὸς ὤφελος τῶν ξένων ἰσχυρῶν παικτῶν (συμμάχων). Ἔτσι, ὅμως, προφανῶς, δὲν ὑπάρχει σωτηρία.

Σκεπτόμενος κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο, μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀξιολογήσει καὶ νὰ ἐκτιμήσει τὶς προθέσεις καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντας ὑπάρξει ποτὲ ὡς τῶρα σὲ κυβερνητικὲς θέσεις, ἤ, ἔστω, σὲ κόμματα ἐξουσίας, ἐπιζητοῦν ἤδη τὴν ψῆφο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπιστρατεύοντας τὴν ὑπόσχεση γιὰ ῾῾κυβέρνηση ὅλου τοῦ λαοῦ᾽᾽, ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Αὐτὸ εἶναι εὐχῆς ἔργο, βεβαίως. Φαίνεται, ὅμως, εἶτε οἱ τοιοῦτοι νὰ ἐθελοτυφλοῦν εἶτε νὰ ἀγνοοῦν καὶ αὐτοὶ ὅτι κυβέρνηση τοῦ ὅλου καὶ κόμμα -ἔστω καὶ ἐκ πολλῶν συνιστωσῶν συνιστάμενο- δὲν μποροῦν νὰ συνυπάρξουν. Ἡ αὐτοδυναμία ὅταν ἐπιδιώκεται εἰς βάρος ἄλλων, μολονότι θεωρεῖται ἐπιτυχία αὐτοῦ ποὺ τὴν ἐξασφαλίζει, συνιστᾶ ἀδυναμία καὶ ἀποτυχία γιὰ τὸ ὅλον. Ἡ πολιτικὴ ρητορεία, ἄλλωστε, τοῦ δικομματισμοῦ τὸ ἀπέδειξε αὐτὸ περίτρανα ἐπὶ δεκαετίες, ἀφοῦ στὸ ἰδεολογικό της ῾῾ὅλον᾽᾽ δὲν χώρεσε τὸ ὀντολογικὸ ῾῾καθ’ ἕκαστον᾽᾽, μὲ συνέπεια, τὰ ἰδεολογήματα ΠΑΣΟΚ καὶ ΝΔ, ἀριστερᾶς–δεξιᾶς, διεθνισμοῦ- ἐθνικισμοῦ, προόδου–συντηρητισμοῦ, σοσιαλισμοῦ-φιλελευθερισμοῦ, νὰ ἔχουν πλέον ὁδηγήσει τὸν λαὸ στὴν ταπείνωση, τὸν ἐξευτελισμὸ καὶ τὴν ἐξαθλίωση.

Ἴσως εἶναι πιὰ καιρός, μὲ τὴν συμπλήρωση 190 χρόνων κομματικοῦ πολιτικοῦ βίου στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο καὶ 40 χρόνων μεταπολίτευσης, νὰ συνειδητοποιήσουμε καὶ νὰ ἀναλογιστοῦμε ἔμπρακτα ὅτι, αὐτὸς ὁ λαὸς ἀξίζει σωτηρίας, ἀξίζει ἑνότητας καὶ, ἄρα, ἔχουμε χρέος ὡς ῾῾καθ᾽ ἕκαστον᾽᾽ νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὸ ῾῾καθ’ ὅλου᾽᾽.

Ἀξίζει, ὡς πολίτες φέροντες ψῆφο νὰ ὑπηρετήσουμε παντί τρόπῳ τὴν πάσης φύσεως ἀκεραιότητα αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ἀντιμετωπίζοντας δανειστὲς καὶ πάσης φύσεως σωτῆρες μὲ μία πυγμὴ, παύοντας νὰ ἀναθέτουμε παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον σὲ ὁλίγιστους, ὁλιγάρχες καὶ ὁλιγαρχομένους, σὲ ἀνθρώπους τῶν ὁποίων οἱ ἰδεολογικὲς ἀγκυλώσεις καὶ στρεβλώσεις, ὁ πολιτικὸς ἀμοραλισμός, ἡ ἔλλειψη ἠθικῆς ἀκεραιότητας καὶ σοφίας δὲν τοὺς ἐπιτρέπουν νὰ δοῦν τὸ ὅλον στὸ κάθε ἐπιμέρους, μὲ συνέπεια νὰ εἶναι ἀδιάφοροι καὶ ἀνίκανοι γιὰ τὴ σωτηρία τῶν μὴ ταυτιζομένων μὲ τὴν δική τους ἑτερότητα.

Ἀς ἐπιβάλουμε, ἐπιτέλους, στὸ βαθμὸ ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ψῆφο μας, τὸ τέλος τῆς κομματοκρατίας καὶ τοῦ κατακερματισμοῦ, κραυγάζοντας στοὺς ἐκπροσώπους μας στὸ Ἑλληνικὸ Κοινοβούλιο ὅτι ὀφείλουν στὸν ἑλληνικὸ λαό, αὐτοὺς ποὺ εἶναι τῶρα ἐδῶ, ὅσους ἔφυγαν καὶ ἐκείνους ποὺ εἶναι νά ̓ρθουν, τὸ χρέος τῆς ἑνότητας.