Η φάρσα στον Θάνο Ντόκο και το πραγματικό δόγμα εθνικής κυριαρχίας των υποτελών ελληνικών κυβερνήσεων

Η υπόθεση της τηλεδιάσκεψης-φάρσας εις βάρος του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Πρωθυπουργού, Θάνου Ντόκου, συνιστά ασφαλώς μεγάλο προσωπικό ολίσθημα. Κυρίως όμως, αποκαλύπτει με τον πλέον γλαφυρό τρόπο αφενός τις αδυναμίες ενός ολόκληρου συστήματος διακυβέρνησης, και αφετέρου μια ορισμένη αντίληψη για την εξωτερική πολιτική, την εθνική κυριαρχία και την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας.

Τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι πολλά και κρίσιμα.

Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι καταρχήν θεσμικό και απευθύνεται ευθέως προς τον Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη. Για ποιό λόγο, επί σχεδόν επτά χρόνια, επέλεξε να στηριχθεί αποκλειστικά σε ένα Σύμβουλο, ενώ είχε κάθε δυνατότητα να συγκροτήσει ένα πραγματικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, με περισσότερα ικανά μέλη, συλλογική επεξεργασία, διαβούλευση συγκροτημένης στρατηγικής, διασταύρωση εκτιμήσεων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου;

Είναι δυνατόν η εθνική ασφάλεια να εξαρτάται από την κρίση ενός και μόνο ανθρώπου, όσο ικανός κι αν υποθέσουμε ότι μπορεί να είναι; Στην προκειμένη περίπτωση ο ίδιος ο κ. Ντόκος παραδέχθηκε δημόσια χθες ότι επί αρκετά λεπτά δεν είχε καν αντιληφθεί πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον συνομιλητή του! Αν αυτό μπορεί να συμβεί στον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο προσωπικό και ατομικό. Είναι πρωτίστως θεσμικό και κατ᾽ επέκταση άκρως πολιτικό.

Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι το συμβάν αυτό δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένο από την άχρι τούδε δημόσια διαδρομή του κ. Θάνου Ντόκου. Δεν είναι καν η πρώτη φορά που δημόσιες τοποθετήσεις του και λοιπές ενέργειές του γεννούν εύλογα ερωτήματα για την πολιτική κρίση του και ικανότητα, αλλά και την ανεξαρτησία των παρεμβάσεών του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, θυμίζουμε, υπήρξε ο προ ετών δημόσιος απαξιωτικός χαρακτηρισμός του Λίβυου στρατηγού Χαφτάρ από τον κ. Ντόκο ως «κουτσού αλόγου». Εκτίμηση που αποδείχθηκε τουλάχιστον επιπόλαιη, καθώς οι εξελίξεις στη Λιβύη, το τουρκολιβυκό, και οι μετέπειτα επαφές της ελληνικής κυβέρνησης με την πλευρά Χαφτάρ κατέδειξαν ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη απ᾽ όσο είχε εκτιμηθεί και παρουσιαστεί.

Ανάλογη εικόνα δημιουργήθηκε και κατά τη συνέντευξη του κ. Ντόκου τις προάλλες στο Al Arabiya, σχετικά με την απομάκρυνση των συστημάτων Patriot από την Κάρπαθο. Αντί να εκπέμπει τη βεβαιότητα που οφείλει να χαρακτηρίζει τον ανώτατο σύμβουλο εθνικής ασφαλείας κυρίαρχου κράτους, η δημόσια παρουσία του ήταν κραυγαλέα περίπτωση απολογητικής διαχείρισης απέναντι σε επίμονο δημοσιογραφικό έλεγχο, έστω και κατευθυνόμενο. (Για το παλαιότερο ζήτημα της διαρροής πληροφοριών με email του προς συνεργάτες του Ερντογάν, σας παραπέμπω στα WikiLeaks).

Ωστόσο, με την ίδια στάση που είχε στο Al Arabiya, επανεμφανίσθηκε τώρα και στη συνομιλία με τους Ρώσους φαρσέρ. Αντί η συζήτηση να κινηθεί γύρω από την προστασία της ελληνικής κυριαρχίας και την απαίτηση λογοδοσίας για το περιστατικό με τον ουκρανικό θαλάσσιο δρόνο στη Λευκάδα που δημιούργησε σοβαρό ζήτημα ασφαλείας, ο κ. Ντόκος εμφανίστηκε στον …«Ουκρανό ομόλογό του» να δίνει έμφαση στις επιπτώσεις στον τουρισμό, στο πολιτικό κόστος, και στην ανάγκη να αποφευχθούν εντάσεις ενόψει μάλιστα των επικείμενων εκλογών «σε λίγους μήνες» (αδειάζοντας έτσι και τον Πρωθυπουργό που μιλά για εκλογές στην ώρα τους, του χρόνου!). Ενώ οι επανειλημμένες διατυπώσεις του τύπου «ας προσπαθήσουμε να αποφύγουμε…» δεν συνάδουν, κατά την άποψή μου, με το ανάστημα και το ύφος που οφείλει να εκπέμπει ο κορυφαίος, και μοναδικός, σύμβουλος εθνικής ασφαλείας της Ελλάδας. Τη στιγμή μάλιστα που έχουμε δώσει στους Ουκρανούς γή και ύδωρ.

Τα ανωτέρω όμως δεν είναι άσχετα μεταξύ τους: συγκροτούν ένα σταθερό μοτίβο πολιτικής σκέψης μιας σχολής γνωστής στους Έλληνες. Πρόκειται για τη σχολή που επί χρόνια υποστηρίζει ότι οι κρίσεις αντιμετωπίζονται κυρίως με κατευναστική διαχείριση, παρακάλια, «ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας» και «αποφυγή της έντασης». Αυτή η λογική του κατευνασμού, η οποία έχει επηρεάσει σημαντικά και επιζήμια την ελληνική εθνική κυριαρχία, αποτυπώθηκε με τρόπο συμβολικό και στη συγκεκριμένη παροιμιώδη συνομιλία. Κάτι που δεν θα πρέπει να ξενίζει βέβαια τον στοιχειωδώς εξοικειωμένο με το ΕΛΙΑΜΕΠ.

Κι έρχομαι στα ερωτήματα για τα πρότυπα ασφαλείας. Πώς πραγματοποιήθηκε μια τέτοια επικοινωνία; Γιατί δεν εφαρμόστηκαν από τον ίδιο τον κ. Ντόκο θεμελιώδη πρωτόκολλα επαλήθευσης του συνομιλητή; Γιατί μια τόσο ευαίσθητη επικοινωνία διεξήχθη άνευ αυστηρών διαδικασιών που θα ανέμενε κανείς από τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας;

Επιπλέον, προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι στη συνομιλία έγιναν αναφορές σε ζητήματα που αφορούσαν τη δραστηριότητα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, και δη του Αρχηγού της, καθώς και σε επικείμενη διμερή συμφωνία της Ελλάδας με την Ουκρανία. Ανεξαρτήτως του βαθμού διαβάθμισης των πληροφοριών αυτών, αναρωτιέται κανείς αν ήταν σκόπιμο να αποτελέσουν αντικείμενο επικοινωνίας της οποίας δεν είχε προηγηθεί καμία ασφαλής ταυτοποίηση.

Ωστόσο, εκεί που η φάρσα αγγίζει το άκρον άωτον είναι όταν, απαντώντας στην επίκληση του συνομιλητή του ότι η Ουκρανία βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία, ο κ. Ντόκος παρατηρεί – προτείνοντάς τους ως εναλλακτική! (αυτό μπορώ να το καταλάβω ως βρετανικό χιούμορ) – ότι οι Ρώσοι δισεκατομμυριούχοι δεν έρχονται πλέον στην Ελλάδα, αλλά πηγαίνουν στην Τουρκία και σε άλλες χώρες. Όσοι είδαν το επίμαχο σημείο, θα συμφωνήσουν πιθανότατα ότι η διατύπωση αυτή μοιάζει να υποδεικνύει πως, εφόσον οι Ουκρανοί αναζητούν ρωσικούς στόχους, αυτοί βρίσκονται πλέον εκτός Ελλάδας, στην Τουρκία και αλλού! Ανεξάρτητα, πάντως, από το πώς θα ερμηνεύσει κανείς τη φράση, τίθεται το ερώτημα αν ένας Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας όφειλε να εισέλθει σε μια τέτοια συζήτηση με πρόσωπα που θεωρούσε ότι εκπροσωπούν ξένη κυβέρνηση.

Η δημόσια εμφάνιση του κ. Ντόκου με μαγνητοσκοπημένο μήνυμά του, εν είδει damage control, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΪ χθες το βράδυ, αντί να περιορίσει τις εντυπώσεις, τις ενίσχυσε. Τη στιγμή μάλιστα που δεν υπήρξε ούτε καν υποψία για μία στοιχειώδη έκφραση συγγνώμης προς τον ελληνικό λαό για το πλήγμα που, με απόλυτη ευθύνη του Πρωθυπουργού και του Συμβούλου του της Εθνικής Ασφαλείας, υπέστη το κύρος της χώρας μας. Αντιθέτως, η προσπάθεια περιορίστηκε, ως συνήθως, σε αιτιολόγηση και δικαιολόγηση όσων συνέβησαν!

Όμως η πολιτική ευθύνη δεν σταματά στον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας. Ο κ. Ντόκος είναι προσωπική επιλογή του Πρωθυπουργού. Η δομή μέσα στην οποία λειτουργεί είναι επίσης επιλογή του Πρωθυπουργού. Και άρα, εάν η κυβέρνηση θεωρεί ότι επρόκειτο για μια «πρωτοφανή υβριδική επίθεση», οφείλει να εξηγήσει γιατί το σύστημα προστασίας της ανώτατης πολιτικής ηγεσίας αποδείχθηκε τόσο ευάλωτο. Αν, αντίθετα, επρόκειτο απλώς για μια συνήθη επιτυχημένη εξαπάτηση, όπως οι ίδιοι οι φαρσέρ δήλωσαν κορυφώνοντας τον κυβερνητικό διασυρμό, τότε τα ερωτήματα για την επάρκεια των αξιωματούχων της κυβέρνησης και του περί αυτήν πολιτικού συστήματος, καθίστανται ακόμη πιο επιτακτικά.

Πέραν των επιχειρησιακών αδυναμιών, που τις ζήσαμε εξάλλου με τρόπο φριχτά τραγικό στη Λιβύη, η φάρσα αυτή αποκάλυψε μια συγκεκριμένη νοοτροπία. Μια ορισμένη αντίληψη η οποία αντιμετωπίζει τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, εθνικής ασφάλειας, και εθνικής κυριαρχίας περισσότερο με όρους διαχείρισης συνεπειών και damage control, παρά με όρους αποτροπής και προβολής ισχύος. Μια αντίληψη φοβική, παρακλητική και, τελικά, μαλθακή απέναντι στις προκλήσεις.

Επιμηθείς αντί Προμηθείς. Αυτός είναι ο πραγματικός διασυρμός. Γι᾽ αυτόν το διασυρμό η πολιτική ευθύνη ασφαλώς και δεν μπορεί να περιοριστεί στον Θάνο Ντόκο. Ανήκει πρωτίστως σε εκείνον που τον επέλεξε, και που οργάνωσε έτσι το σύστημα εθνικής ασφαλείας και υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας της χώρας.

Τί κι αν η κυβέρνηση διατυμπανίζει ότι δεν διέρρευσαν διαβαθμισμένες πληροφορίες; Αυτό όχι μόνο δεν εξαντλεί την ουσία του ζητήματος, αλλά και σε μεγάλο βαθμό παραπλανά. Διότι η σοβαρότερη πληροφορία που μπορεί να αποκομίσει ένας αντίπαλος δεν είναι ούτε ένα απόρρητο έγγραφο ούτε μια ευαίσθητη συνομιλία. Αλλά η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο σκέπτεται, αξιολογεί και λαμβάνει αποφάσεις η πολιτική ηγεσία μιας χώρας. Είναι το να διακρίνει την πολιτική κουλτούρα της, τα αντανακλαστικά της και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και πραγματώνει την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας και ισχύος.

Οπότε, αν κάτι αποκάλυψε αυτή η φάρσα – διασυρμός, δεν είναι τόσο το περιεχόμενο της συνομιλίας όσο η εικόνα που εξέπεμψε η ελληνική κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τα θέματα εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειας. Αυτό είναι το κρισιμότερο πολιτικό ζήτημα που αφήνει πίσω της η συγκεκριμένη υπόθεση. Ένα ζήτημα για το οποίο ασφαλώς και δεν είναι αρκετή η παραίτηση μόνον του ΣΕΑ κ. Θάνου Ντόκου.

Διότι το συγκεκριμένο γεγονός δείχνει κάτι που πολλοί επιστήμονες, όπως οι καθηγητές Γιώργος Κοντογιώργης και Γιώργος Παύλος, έχουν επισημάνει. Την ανάγκη, δηλαδή, να φύγουμε απο την κομματοκρατία η οποία μετατρέπει την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό σε άψυχο και απρόσωπο αντικείμενο πολιτικής ιδιοκτησίας ενός κόμματος που με τις ευλογίες των ξένων κέντρων εξουσίας γίνεται κυβέρνηση υποτελής σε αυτά.

Θέματα όπως ο σχεδιασμός για την άμυνα, τις διεθνείς σχέσεις, την παιδεία, την οικονομία, και ούτω καθεξής, θα έπρεπε να είναι αντικείμενο υπερκομματικού εθνικού Συμβουλίου, αμερόληπτου και ανεξάρτητου από τις ξένες πρεσβείες και τα αλλότρια κέντρα εξουσίας, το οποίο με επιστημονική αρτιότητα, πληρότητα και συνέπεια θα χαράζει τους αναλλοίωτους άξονες της εθνικής πολιτικής πρακτικής.

Δημοσιεύθηκε το Σάββατο 4 Ιουλίου 2026.

https://www.newsbreak.gr/apopseis/1025090/farsa-ntoko/

Ο Π. Παύλος στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ και τον Θανάση Χούπη

Συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας «Η Φωνή της Ελλάδας» και την εκπομπή «Έλληνες Παντού» με τον Θανάση Χούπη, το Σάββατο 20 Ιουνίου 2026.

Μπορείτε να την ακούσετε σε αυτόν τον σύνδεσμο από το κανάλι μου στο YouTube:

https://youtu.be/ZfMFYpajYkw?is=DAKbcfTKTWdoPwoG

Πηγή:

Από τον ελληνοτουρκικό διάλογο στους χάρτες του Νταβούτογλου: Τι ακριβώς συζητούσαν οι Διερευνητικές Επαφές;

Επί δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις, και δη το διακομματικό και διακυβερνητικό μπλοκ του κατευνασμού και του φοβικού μινιμαλισμού, παρουσίαζαν τις Διερευνητικές ως ένα τεχνικό μηχανισμό επικοινωνίας

Ανήμερα της δημοσίευσης όσων είπε ο Αχμέτ Νταβούτογλου σε συνέντευξή του στην Καθημερινή της Κυριακής (14 Ιουνίου 2026), επεσήμανα την ανάγκη να καταστεί σαφές στην ελληνική κοινή γνώμη τί απαιτεί και επιδιώκει η Τουρκία από την Ελλάδα, σύμφωνα με τον Νταβούτογλου, και πώς η «Γαλάζια Πατρίδα» έχει μεθοδευθεί ως η επί του πεδίου νεοθωμανική αναθεωρητική αξίωση εις βάρος του ελλαδικού και Κυπριακού Ελληνισμού.

Οι Διερευνητικές Επαφές και η επίσημη αφήγηση της «τεχνικής διαδικασίας»

Ωστόσο, δύο ημέρες αργότερα, στην εκπομπή του Γιώργου Σαχίνη, τόνισα ότι το πλέον αποκαλυπτικό σημείο όσων είπε ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας δεν αφορά ούτε τη «Γαλάζια Πατρίδα», ούτε το ζήτημα της επέκτασης των ελληνικών ΕΧΥ και το τουρκικό casus belli, ούτε καν την περιβόητη φράση του για «το κοινό Αιγαίο». Αφορά κατ᾽ εξοχήν τις Διερευνητικές Επαφές. Δηλαδή, το ερώτημα: «Τί ακριβώς συζητούν οι ελληνικές κυβερνήσεις με την Τουρκία επί 25 χρόνια;». Και εξηγούμαι.

Επί δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις, και δη το διακομματικό και διακυβερνητικό μπλοκ του κατευνασμού και του φοβικού μινιμαλισμού, παρουσίαζαν τις Διερευνητικές ως ένα τεχνικό μηχανισμό επικοινωνίας. Μια διαδικασία, δηλαδή, χαμηλής πολιτικής έντασης, που λειτουργούσε ως απαραίτητος δίαυλος ελληνοτουρκικού διαλόγου δίχως όμως να παράγει δεσμεύσεις και να προδικάζει αποτελέσματα, πολλώ δε μάλλον δίχως να διαμορφώνει τετελεσμένα. Τουλάχιστον, αυτό έλεγαν.

Ωστόσο, οι αναρίθμητες δηλώσεις θεσμικών και μη θιασωτών των Διερευνητικών Επαφών, πολιτικών και τεχνοκρατών, αιρετών και εξωκοινοβουλευτικών, και λοιπών προσώπων με ενεργό ανάμιξη σε αυτές, καθώς και διαφόρων θεωρητικών, αναλυτών, δημοσιογράφων, και λοιπών εκπροσώπων του λόμπι του κατευνασμού, μαρτυρούν μια διαφορετική πραγματικότητα που τόσο ο γράφων όσο και πολλοί άλλοι έχουν συστηματικά επισημάνει.

Δεν σκοπεύω επί του παρόντος να απαριθμήσω όλα όσα ελπίζω κάποτε να συγκεντρωθούν σε επίκαιρη έκδοση με τίτλο: «Το Αλφαβητάρι του Κατευνασμού στα Ελληνοτουρκικά: Απάνθισμα μειοδοτικών θέσεων στον ελληνικό δημόσιο λόγο κατά τον 21ο αιώνα». Εν προκειμένω αυτό που με απασχολεί είναι η τελείως «διαφορετική πραγματικότητα» που έρχεται να αποκαλύψει με τις διατυπώσεις του στην Καθημερινή ο πρώην Πρωθυπουργός και πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας.

Οι τέσσερις λέξεις του Νταβούτογλου που αλλάζουν το ερώτημα

Ο Νταβούτογλου δεν μίλησε για γενικές συζητήσεις μεταξύ των δύο χωρών, ούτε για απλή ανταλλαγή απόψεων, ή θεωρητικές προσεγγίσεις και διερευνήσεις. Προέβη σε δημόσια παραδοχή τεσσάρων παραμέτρων που εξ όσων είμαι σε θέση να θυμάμαι επιβεβαιώνονται για πρώτη φορά τόσο ρητά και κατηγορηματικά από την τουρκική πλευρά.

Οι λέξεις-κλειδιά του Νταβούτογλου, «ιδιωτικές συνομιλίες», «χάρτες», «δικαιώματα προσδιορισμένα μεταξύ των δύο πλευρών», και «σημαντική πρόοδος», είναι εξαιρετικά βαριές διατυπώσεις που αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς προέρχονται όχι από κάποιο δημοσιογράφο ή αναλυτή, αλλά από έναν άνθρωπο που συν τοις άλλοις υπήρξε κεντρικός διαμορφωτής της τουρκικής στρατηγικής στον 21ο αιώνα.

Οι χάρτες δεν είναι ουδέτερα τεχνικά εργαλεία

Προτού προχωρήσω, ας μου επιτραπεί να επισημάνω κάτι περί χαρτών. Οι χάρτες δεν είναι ουδέτερα τεχνικά εργαλεία. Στα Ελληνοτουρκικά, κάθε χάρτης ενσωματώνει πολιτικές παραδοχές. Η κάθε γραμμή που χαράσσεται πάνω σε ένα χάρτη προϋποθέτει μια ορισμένη αντίληψη περί κυριαρχίας, δικαιοδοσίας, και κατανομής δικαιωμάτων, η οποία και αντικατοπτρίζεται στην εκάστοτε τέτοια χάραξη. Επομένως, ας έχουμε υπόψη ότι ο Νταβούτογλου δεν μιλά για θεωρητικές συζητήσεις, αλλά για συγκεκριμένες αποτυπώσεις.

Το βασικό ερώτημα: τι ακριβώς συζητούσαν οι Διερευνητικές;

Από κει και πέρα, σαφώς, οι δηλώσεις ενός Τούρκου πολιτικού δεν συνιστούν αδιαμφισβήτητη περιγραφή της πραγματικότητας, ιδίως όταν γνωρίζουμε τους συνήθεις μηχανισμούς της τουρκικής προπαγάνδας. Αυτό όμως δεν αρκεί για να παρακαμφθούν τα ακόλουθα κρίσιμα ερωτήματα:

Τί ακριβώς εννοεί ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας; Σε ποιούς χάρτες αναφέρεται; Ποιά δικαιώματα θεωρεί ότι «προσδιορίστηκαν»; Ποιά ήταν η φύση της προόδου την οποία επικαλείται; Και κυρίως: Γιατί η ελληνική κοινωνία δεν γνωρίζει σχεδόν τίποτε για μια διαδικασία που διήρκεσε περισσότερο από δύο δεκαετίες και αφορά, όπως διαφαίνεται, τον πυρήνα των ελληνοτουρκικών διαφορών;

Στο τελευταίο ερώτημα ιδίως, έχει κατά καιρούς δοθεί ως απάντηση η επίκληση της εμπιστευτικότητας, ότι δηλαδή καμία σοβαρή διαπραγμάτευση δεν διεξάγεται δημοσίως. Αντιπαρερχόμενος ωστόσο την προβληματικότητα που η ομολογία περί ύπαρξης διαπραγματεύσεων ευθύς εξαρχής ενέχει, θέλω να σταθώ σε μια κρίσιμη λεπτομέρεια.

Η διακριτικότητα η οποία διασφαλίζει ενδεχομένως τις προϋποθέσεις μιας παραγωγικής συζήτησης δεν μπορεί να συνεπάγεται τη διαμόρφωση ενός πλαισίου ακύρωσης και εκμηδενισμού της δημόσιας λογοδοσίας σε ζητήματα τόσο κρίσιμα όπως τα Ελληνοτουρκικά. Υπό την έννοια αυτή, οι δηλώσεις Νταβούτογλου επαναφέρουν με ένταση ένα ερώτημα που επί χρόνια τίθεται από αμερόληπτους Έλληνες αναλυτές και ειδικούς, το οποίο σκοπίμως κάποιοι επιχειρούν να θέσουν στο περιθώριο:

Ποιό ακριβώς ήταν το αντικείμενο των Διερευνητικών Επαφών;

Διότι αν πράγματι υπήρχαν χάρτες, αν συζητούνταν συγκεκριμένες αποτυπώσεις δικαιωμάτων και αν είχε επιτευχθεί «σημαντική πρόοδος», τότε δεν μιλάμε για απλή ανταλλαγή απόψεων, αλλά για μια διαδικασία που κατά την τουρκική τουλάχιστον αντίληψη είχε αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το πρώτο μεγάλο πολιτικό πρόβλημα που αναδεικνύει η συνέντευξη Νταβούτογλου.

Επί ένα τέταρτο του αιώνα, η ελληνική κοινή γνώμη καλούνταν να εμπιστευθεί ότι όλα βαίνουν καλώς, ότι οι Διερευνητικές είναι απλώς ένας δίαυλος επικοινωνίας, ότι δεν παράγονται δεσμεύσεις και ότι δεν τίθεται κανένα ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η εικόνα όμως που περιγράφει ο Τούρκος θεωρητικός του Στρατηγικού Βάθους είναι εντελώς διαφορετική. Μιλά για μια διαδικασία που μόνον αδιάφορη και ουδέτερη δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς η ελληνική πλευρά φέρεται να έχει συμβάλει στη σημείωση προόδου επί μιας συζήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων που, κατά τον ίδιο, είχε αποτυπωθεί σε χάρτες και είχε οδηγήσει στον προσδιορισμό ορισμένων δικαιωμάτων μεταξύ των δύο πλευρών.

Οι παράμετροι που θέτει ο Νταβούτογλου με αυτές τις παραδοχές του είναι καίριες. Διότι, αν ο ίδιος είναι ανακριβής, η Αθήνα και η ελληνική κυβέρνηση οφείλουν να το πουν, να τον καταγγείλουν δηλαδή, να τον διαψεύσουν. Αν όμως είναι ακριβής, τότε η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να εξηγήσει στην ελληνική κοινή γνώμη τί ακριβώς συνέβη. Όσο η ελληνική κυβέρνηση σιωπά, επιτρέποντας σε εκφραστές του λόμπι του κατευνασμού να χειρίζονται διάφορες διαρροές προς εξυπηρέτηση συμφερόντων και αντιλήψεων που δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με την υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, τόσο εκχωρεί αποκλειστικά στην τουρκική πλευρά το δικαίωμα της ερμηνείας. Και αυτό μας φέρνει στο σημείο ακριβώς στο οποίο η συνέντευξη Νταβούτογλου αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική πλευρά.

Από τον διάλογο στη διαπραγμάτευση: το πολιτικό πρόβλημα της Αθήνας

Επί δύο και πλέον δεκαετίες ανδρώθηκε στην Αθήνα μια ολόκληρη σχολή σκέψης η οποία αντιμετώπιζε τα Ελληνοτουρκικά πρωτίστως ως πρόβλημα ελλείμματος διαλόγου. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ένταση στο Αιγαίο δεν οφείλεται σε αδιανόητες πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις, μονομερείς και αναθεωρητικές, που αμφισβητούν ευθέως την ελληνική εθνική κυριαρχία και επιβουλεύονται την ίδια την ύπαρξη του ελληνικού κράτους, αλλά στην αδυναμία των δύο πλευρών να οικοδομήσουν επαρκή εμπιστοσύνη, να αναζητήσουν δημιουργικές λύσεις και να επενδύσουν σε ένα διαρκή πολιτικό διάλογο!

Μέσα σε αυτό το κλίμα και τρόπο σκέψης αναπτύχθηκε σταδιακά ένα ολόκληρο λεξιλόγιο κατευνασμού, το οποίο οι διακομματικοί και υπερκομματικοί εκφραστές του έχουν διανθίσει με πληθώρα ευφυολογημάτων. Σταχυολογώ ενδεικτικά: «Θάλασσα που ενώνει», «Κοινός χώρος», «Αμοιβαία συμφέροντα», «Δύο πλευρές του Αιγαίου», «Ιστορικός συμβιβασμός», «Τουρκικά παράλια του Αιγαίου», «Το Αιγαίο δεν είναι γαλάζια λίμνη», «Έντιμος συμβιβασμός», και ούτω καθεξής. Οι έννοιες αυτές μάλιστα παρουσιάζονται διαρκώς ως εκφράσεις ρεαλισμού και πολιτικής ωριμότητας.

Έρχεται όμως εκ νέου τώρα ο Νταβούτογλου και μας υπενθυμίζει ότι, ενώ στην Αθήνα συζητούσαμε συχνά πώς θα προσαρμοσθεί η Ελλάδα σε μια νέα εποχή συνεννόησης, η Άγκυρα ουδέποτε εγκατέλειψε τις βασικές στρατηγικές επιδιώξεις της. Δεν έχει μεταβάλει ούτε κατ᾽ ελάχιστον τις θέσεις της, ούτε για το Αιγαίο, ούτε για τη Θράκη, ούτε για την Κύπρο, ούτε για την Ανατολική Μεσόγειο. Μάλιστα, όλα αυτά συνιστούν πυλώνες της τουρκικής στρατηγικής θεώρησης του ευρύτερου γεωπολιτικού χώρου.

Οπότε, ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας εμφανίζεται εκ νέου να θεωρεί αυτονόητο ότι οι ελληνικές θέσεις μπορούν να τεθούν στο τραπέζι μιας πολιτικής διαπραγμάτευσης, ακριβώς επειδή, κατ᾽ αυτόν, τοιούτο ήταν το πνεύμα μέσα στο οποίο κινήθηκαν επί χρόνια οι Διερευνητικές. Και ξέρετε ποιό είναι το τραγικό στοιχείο σε όλο αυτό; Ότι όχι μόνον δεν μπορεί κανείς να τον διαψεύσει, αλλά ενισχύεται στα λεγόμενά του από δημόσιες τοποθετήσεις Ελλήνων αξιωματούχων.

Από τον Παπανδρέου στον Αποστολίδη: οι ελληνικές παραδοχές

Οι δηλώσεις Νταβούτογλου αποκτούν ακόμη περισσότερη σημασία, αν συνδυαστούν με παλαιότερες τοποθετήσεις του Γιώργου Παπανδρέου. Ο Έλληνας πρώην Πρωθυπουργός έχει υποστηρίξει δημοσίως ότι το 2003 οι δύο πλευρές είχαν φτάσει πολύ κοντά σε σύμπτωση απόψεων. Κι επομένως, όταν η ελληνική πλευρά μιλά για «σχεδόν συμφωνία» και ο Νταβούτογλου για «σημαντική πρόοδο», η ανάγκη διευκρινίσεων καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη.

Επιπλέον, θυμίζω στον αναγνώστη, δήλωση του επικεφαλής της ελληνικής πλευράς των τελευταίων κύκλων των Διερευνητικών Επαφών, πρέσβη επί τιμή και πρώην αρχηγού της ΕΥΠ, Παύλου Αποστολίδη. Ο οποίος σε συνέντευξή του στην Καθημερινή της Κυριακής 3 Νοεμβρίου 2024, δήλωνε αναφορικά με την επέκταση των ελληνικών εθνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια (ή τη μέση γραμμή) τα εξής: «Νομικά είναι εφικτό, αλλά αν γίνει, τότε δεν θα υπάρχει περιεχόμενο συζήτησης για την υφαλοκρηπίδα, διότι δεν θα υπάρχει πλέον υφαλοκρηπίδα για να συζητηθεί. Αν πάμε παντού στα 12 μίλια τότε κλείνει όλο το Αιγαίο, γίνεται σχεδόν ολόκληρο ελληνικά χωρικά ύδατα και υφαλοκρηπίδα και μένει για την Τουρκία μόνο ένα περίπου 5%. Άρα, σε αυτή την περίπτωση, δεν έχει νόημα κάποιο συνυποσχετικό γι᾽ αυτό το 5%».

Ενώ σε άλλο σημείο της ίδιας συνέντευξης αναφέρει ότι: «γινόταν μια άτυπη ανταλλαγή απόψεων για τα σημεία που η όποια επέκταση πέραν των 6 μιλίων εκατέρωθεν θα μπορούσε να συναντήσει θετική υποδοχή ή ενδεχόμενες αντιρρήσεις από τη μια ή την άλλη χώρα». Και προσθέτει: «Όσον αφορά στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε στη συνέχεια να προχωρήσουμε μονομερώς στην τμηματική επέκταση, αλλού στα 8, αλλού στα 10 και αλλού στα 12 μίλια, εφόσον θα υπήρχε ανταπόκριση και από την άλλη πλευρά».

Αν τώρα, αντιπαραβάλει κανείς τις διατυπώσεις Νταβούτογλου στη συνέντευξη της περασμένης Κυριακής με τις θέσεις της ελληνικής πλευράς όπως διατυπώθηκαν ανωτέρω δια στόματος Αποστολίδη, διαπιστώνει όχι μόνον τον κοινό παρονομαστή τους, αλλά κυρίως ότι ο Νταβούτογλου ερμηνεύει και επαληθεύει πράγματα που αφορούν όχι την Άγκυρα, αλλά την Αθήνα.

Το κυριότερο που αφορά στην Αθήνα είναι κάτι που δυστυχώς δεν το κρύβει ούτε η ελληνική πλευρά: ότι η άσκηση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν περνά από την αποδοχή των τουρκικών θέσεων ως αφετηρία διαπραγμάτευσης! Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της συνεχούς αναφοράς Νταβούτογλου σε «κοινά συμφέροντα», «πολιτική βούληση», «αμοιβαία κατανόηση» και «ιδιωτικές συνομιλίες», «δικαιώματα και ευθύνες στο Αιγαίο» που έχουν «τόσο η Τουρκία όσο και η Ελλάδα». 

Πίσω από μια γλώσσα φαινομενικά συμφιλιωτική κρύβεται το κρίσιμο γεγονός ότι οι Διερευνητικές ήταν το πλαίσιο θεμελίωσης για την Ελλάδα των βασικών τουρκικών παραδοχών. Παραδοχές οι οποίες, όπως μαρτυρά και ο Έλληνας επικεφαλής Πρέσβης Αποστολίδης, είχαν ήδη γίνει δεκτές ως νόμιμο σημείο εκκίνησης.

Το ερώτημα που μένει στην Αθήνα: στρατηγική συνέπεια ή στρατηγική αυταπάτη;

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το πολύτιμο εξαγόμενο των όσων επαναδιατύπωσε ο Νταβούτογλου στην Καθημερινή, δεν αφορά την Τουρκία, η οποία εξάλλου σπανίως αποκρύπτει τις στρατηγικές της επιδιώξεις. Αφορά πρωτίστως τις αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν επί χρόνια στην ελληνική δημόσια σφαίρα και επιχειρήθηκε να επιβληθούν στην ελληνική κοινή γνώμη ως πατριωτικό καθήκον πατριωτικών κυβερνήσεων. Ότι δηλαδή, η διαρκής συζήτηση αρκεί για να μεταβάλει τις τουρκικές επιδιώξεις. Ή ότι η καλή θέληση μπορεί να υποκαταστήσει τους συσχετισμούς ισχύος. Ή ότι το πρόβλημα είναι ο ελληνικός «μαξιμαλισμός» (βλ. Χρήστος Ροζάκης) και όχι οι διακηρυγμένες τουρκικές διεκδικήσεις. Ο Νταβούτογλου έρχεται να μας υπενθυμίσει ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή, οι τουρκικές θέσεις παραμένουν αμετάβλητες. Και άρα, το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα έχει τη διάθεση να αποκτήσει την ίδια στρατηγική συνέπεια με την Τουρκία.

Επιπλέον, καθίσταται σαφές ότι οι αναφορές Νταβούτογλου σε «χάρτες» αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας διαχρονικής συζήτησης που ενδέχεται να έχει θεμελιώσει τη λογική συνδιαχείρισης και κατανομής δικαιωμάτων στο Αιγαίο, για την οποία ο ίδιος ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας είπε, βεβαίως, ότι δεν θα είναι 50-50. Θυμίζω, στο σημείο αυτό, και προκειμένου ο αναγνώστης να διαπιστώσει το εύρος της ταύτισης θέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τη σχετική δήλωση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στον Αλέξη Παπαχελά: «Οι βασικές παράμετροι μιας Συμφωνίας είναι απλές, πάρα πολύ απλές. Η υφαλοκρηπίδα θα μοιραστεί λογικά. Εμείς θα πάρουμε το μεγάλο μέρος, οι Τούρκοι θα πάρουν το μικρό. Και περίπου θα έχουμε συμφωνήσει, και θα αφήσουμε το Δικαστήριο να τη χαράξει τη γραμμή».

Ασφαλώς, από τις προ εικοσαετίας περίπου εκτιμήσεις του πατέρα του σημερινού Έλληνα Πρωθυπουργού μέχρι την επιβεβαίωσή τους προχθές από τον Νταβούτογλου μεσολαβεί μια απόσταση για την οποία η ελληνική κοινωνία γνωρίζει ελάχιστα. Η Τουρκία, στο κάτω της γραφής, είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί μαζί της, λέει και επιδιώκει τα ίδια πράγματα επί δεκαετίες.

Επομένως, το ερώτημα είναι αν στην Ελλάδα υπήρξε ποτέ αντίστοιχη στρατηγική διαύγεια, αντίστοιχη συνέχεια και αντίστοιχη ειλικρίνεια απέναντι στους Έλληνες πολίτες για το τι ακριβώς συζητείται, τι ακριβώς έχει τεθεί υπό μυστική διαπραγμάτευση (ο Νταβούτογλου μιλά για ιδιωτικές συζητήσεις), και ποια είναι τα όρια πέρα από τα οποία μια εθνική θέση παύει να είναι διαπραγματεύσιμη. 

Διότι η δημοκρατία προϋποθέτει ενημερωμένους πολίτες και όχι μόνον ενημερωμένους διαπραγματευτές. Όπως ακριβώς η εθνική κυριαρχία προϋποθέτει την άσκησή της ως χρέος ιερό και όχι απλώς την επίκλησή της ως δικαίωμα δικανικό. Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα που αφήνει πίσω της η συνέντευξη Νταβούτογλου.

Πηγή:

https://www.neakriti.gr/apopseis/2184967_apo-ton-ellinotoyrkiko-dialogo-stoys-hartes-toy-ntaboytogloy-ti-akribos-syzitoysan

Παναγιώτης Παύλος: «Η εθνική κυριαρχία δεν είναι δικαίωμα· είναι χρέος!»

(Εικόνα δημιουργημένη με ChatGPT)

Ο ερευνητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Όσλο και αρθρογράφος – αναλυτής ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής και εθνικών θεμάτων Παναγιώτης Παύλος, με αφορμή τις εξελίξεις στο πόλεμο των ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν, εξετάζει τον αντίκτυπο των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Από την χριστιανική Σαϊντανάγια της Συρίας υπό πολιορκία από τις δυνάμεις Τζολάνι, στο δόγμα της γαλάζιας πατρίδας και την συνέντευξη Νταβούτογλου, που κατά τον κ. Παύλο δεν αποκαλύπτει απλά την κατευναστική φοβική στάση του πολιτικού συστήματος της Ελλάδας, αλλά και τις προχωρημένες συζητήσεις ιδιωτικά στο πλαίσιο των διερευνητικών για το Αιγαίο.

Αναρωτιέται δημόσια προς το διπλωματικό γραφείο του πρωθυπουργού, αν η κλοπή υποθαλάσσιου πλούτου, όπως της εθνικής αλιείας, με τουρκικά αλιευτικά να ψαρεύουν εντός των 6 ναυτικών μιλίων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου εκτός από κλοπή, συνιστά και εκχώρηση κυριαρχίας ειδικά σε θέματα αλιείας και αν αυτό από μόνο του δεν συνιστά κατάλυση εθνικής κυριαρχίας, τότε τι ακριβώς περιμένουμε να νομοθετηθεί πρώτα, από την τουρκική εθνοσυνέλευση, για την λεγόμενη “γαλάζια πατρίδα”;

Ακούστε τη συνέντευξη εδώ:

https://youtu.be/PQLHvNPm8EA?is=_sCrJlY6FvG5tuDM

Πηγή:

https://www.neakriti.gr/ellada/2184265_panagiotis-paylos-i-ethniki-kyriarhia-den-einai-dikaioma-einai-hreos-ihitiko

Ο Νταβούτογλου εξηγεί τη «Γαλάζια Πατρίδα» και επαναφέρει τη συζήτηση για το Αιγαίο

Μια πρώτη ανάλυση της συνέντευξης του πρώην Πρωθυπουργού και Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας στην «Καθημερινή»

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Αχμέτ Νταβούτογλου μιλά για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Είναι όμως ίσως η πρώτη φορά που το κάνει με τρόπο που αποκαλύπτει τόσο καθαρά ότι η τουρκική στρατηγική σκέψη δεν έχει μεταβληθεί ούτε κατ’ ελάχιστον. Έχει απλώς αλλάξει λεξιλόγιο.

Η συνέντευξη του πρώην Πρωθυπουργού και Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας στη σημερινή «Καθημερινή» της Κυριακής δεν αξίζει τόσο διότι προσθέτει νέα δεδομένα, αλλά διότι προσθέτει κάτι πολύ σημαντικότερο: επιβεβαίωση. Και κυρίως, διότι αποδομεί μια άκρως βολική ερμηνεία που δυστυχώς κυριαρχεί εδώ και πολύ καιρό στην Αθήνα: ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» αποτελεί συγκυριακή υπερβολή, επικοινωνιακό σύνθημα ή προϊόν εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης.

Ο ίδιος ο άνθρωπος που είναι από τους βασικούς αρχιτέκτονες της σύγχρονης τουρκικής στρατηγικής σκέψης (βλ. Στρατηγικό Βάθος), δεν απορρίπτει τη «Γαλάζια Πατρίδα». Την εξηγεί. Την κανονικοποιεί. Και τελικά τη νομιμοποιεί ως τρόπο σκέψης.

«Δεν είναι νόμος», μας λέει σήμερα στην «Καθημερινή». «Δεν είναι δόγμα. Είναι εννοιολογική προσέγγιση».

Αλλά εδώ ακριβώς εμφανίζεται η πρώτη κρίσιμη αντίφαση. Διότι μια «εννοιολογική προσέγγιση» που διατρέχει ολόκληρη την επιχειρηματολογία για το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και τον ρόλο της Τουρκίας στον θαλάσσιο χώρο εν γένει, και όχι μόνον, δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ουδέτερη ορολογία.

Αν τελικά δεν είναι δόγμα, τότε γιατί λειτουργεί ως αφετηρία όλων των βασικών στρατηγικών παραδοχών της Τουρκίας εις βάρος της Ελλάδας; Αν δεν είναι πολιτική γραμμή, γιατί επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τον απολύτως περιορισμένο θαλάσσιο χώρο της στο Αιγαίο, αλλά και ευρύτερα, στη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο;

Η νέα συνέντευξη και η αποπολιτικοποίηση του πολιτικού

Η νέα συνέντευξη Νταβούτογλου επιχειρεί στην πράξη να αποπολιτικοποιήσει κάτι που λειτουργεί κατεξοχήν πολιτικά. Και μάλιστα το πράττει με μια ένταση που διατρέχει όλο το κείμενο.

Σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Νταβούτογλου επαναλαμβάνει διαρκώς ότι η Τουρκία είναι «ναυτικό κράτος» (η επιχειρηματολογία περί ναυτικής ταυτότητας της Τουρκίας εντάσσεται σε μια σύγχρονη γεωπολιτική κατασκευή, η οποία όμως δεν αποτυπώνει πλήρως την ιστορικά πολυπαραγοντική πραγματικότητα ενός θαλάσσιου χώρου στον οποίο η ελληνική ναυτική παρουσία υπήρξε και παραμένει διαχρονική και καθοριστική), ότι διαθέτει «θαλάσσια πατρίδα» και ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί περιορισμούς στην πρόσβασή της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Γεωγραφία και Διεθνές Δίκαιο

Για τον Νταβούτογλου, ωστόσο, αφετηρία δεν είναι το διεθνές δίκαιο, αλλά η γεωγραφία. Δεν είναι οι συνθήκες, αλλά οι ακτογραμμές. Δεν είναι καν το υφιστάμενο καθεστώς, αλλά η γεωπολιτική αναγκαιότητα όπως την αντιλαμβάνεται η Τουρκία.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η θεμελιώδης διαφορά. Ο Νταβούτογλου δεν επιχειρεί να αποδείξει ότι η Τουρκία έχει δίκιο και το Δίκαιο με το μέρος της. Επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το δίκαιο στη γεωπολιτική λογική. Αυτή η μετατόπιση δεν είναι απλώς ρητορική, αλλά θεμελιώδης τουρκική μεθοδολογία.

Το «κοινό Αιγαίο»

Η πλέον χαρακτηριστική έκφραση αυτής της λογικής είναι η αναφορά στο «κοινό Αιγαίο», την οποία φρόντισε ο Διευθυντής της Καθημερινής -προς τιμήν του- να αναδείξει σε πηχυαίο τίτλο (πιθανόν με την ελπίδα να συμβάλει στην αφύπνιση των Αθηνών…).

Πρόκειται όντως για μια φράση που επιφανειακά μοιάζει συναινετική. Στην πραγματικότητα όμως μετατοπίζει τελείως το πλαίσιο: από το ερώτημα των κυριαρχικών δικαιωμάτων στο ερώτημα της συνδιαχείρισης. Από το «τι ανήκει σε ποιον» στο «πώς θα το διαχειριστούμε από κοινού». Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές αφετηρίες.

Η ρητορική συμμετρίας

Και εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη στοιχείο που συχνά αποφεύγεται στη δημόσια συζήτηση. Η ρητορική περί «κοινού θαλάσσιου χώρου» δεν απαντάται μόνο στην τουρκική επιχειρηματολογία. Εμφανίζεται, με διαφορετική στόχευση, και σε ικανή μερίδα του ελληνικού δημόσιου λόγου και στις βασικές θέσεις εκπροσώπων του ελλαδικού πολιτικού συστήματος κατευνασμού και των παρελκομένων του, όπου το Αιγαίο περιγράφεται ως «θάλασσα που ενώνει», «θάλασσα που μοιραζόμαστε», «δύο πλευρές του Αιγαίου» και πλείστες παρόμοιες εκφράσεις εκούσιας εκχώρησης και απόταξης του γεωγραφικού «φόρτου» που ταλανίζει τις ελλαδικές ελίτ.

Αυτή η φαινομενική σύγκλιση όρων, ωστόσο, αποκρύπτει μια κρίσιμη διαφορά: άλλο η συνεργασία κυριαρχιών και άλλο η εξομοίωση κυριαρχικών καθεστώτων. Είναι σε αυτήν ακριβώς τη λογική που η συνέντευξη Νταβούτογλου χτίζει παράλληλα και συστηματικά μια εικόνα συμμετρίας: δύο πλευρές, δύο κράτη, δύο ισότιμοι παίκτες, ένα κοινό Αιγαίο.

12 ναυτικά μίλια και στρατηγική πρόσληψη

Αυτή η συμμετρία δεν αφορά μια ουδέτερη περιγραφή της πραγματικότητας. Είναι σαφέστατη πολιτική επιλογή που μεταφέρει τη συζήτηση από το καθεστώς δικαίου στο πεδίο της διαπραγμάτευσης.

Είναι σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, εξάλλου, στο οποίο εντάσσονται και οι αναφορές του Τούρκου πρώην Πρωθυπουργού στα 12 ναυτικά μίλια, με όλο το ασύστολο ψεύδος με το οποίο τις διανθίζει.

Ο Νταβούτογλου, όπως και η Τουρκία εν συνόλω, δεν προσεγγίζει την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων ως ζήτημα εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Την προσεγγίζει ως εξέλιξη με γεωπολιτικό κόστος που η Τουρκία δεν μπορεί να αποδεχθεί. Η διαφορά αυτή όμως δεν είναι τεχνική. Είναι θεμελιώδης.

Οι Διερευνητικές Επαφές

Επιπλέον, η συνέντευξη Νταβούτογλου είναι συγκλονιστική στην ενότητα που αφορά τις Διερευνητικές Επαφές Ελλάδας και Τουρκίας, όπου γίνεται λόγος για «ιδιωτικές συνομιλίες», «χάρτες» και «προσδιορισμένα δικαιώματα».

Ανεξαρτήτως ερμηνείας, η ίδια η διατύπωση από έναν πρώην Πρωθυπουργό και πρώην υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας ανοίγει εύλογα ερωτήματα για το εύρος και τη φύση αυτών των διαδικασιών, αλλά και για το πώς αποτυπώθηκαν στην ελληνική δημόσια συζήτηση, καθώς έρχεται να επιβεβαιώσει όλα όσα περί μυστικής διπλωματίας έχουν καταλογιστεί στις ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων 25 ετών από διαπρεπείς Έλληνες αναλυτές.

Κυπριακό και περιφερειακή αρχιτεκτονική

Στο Κυπριακό, η συνέχεια της τουρκικής στρατηγικής σκέψης είναι εξίσου εμφανής. Η επιμονή Νταβούτογλου στη «φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν» δεν αφορά το παρελθόν, αλλά τη διατήρηση μιας συγκεκριμένης αντίληψης για τη λύση του ζητήματος, ανεξαρτήτως της απόρριψής του το 2004.

Ακόμη και η κριτική προς τη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ εντάσσεται στην ίδια λογική: την άρνηση μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής στην οποία η Τουρκία δεν βρίσκεται στο κέντρο.

Εν κατακλείδι

Το συνολικό συμπέρασμα είναι σαφές. Ο Νταβούτογλου δεν παρουσιάζει μια νέα στρατηγική, αλλά περιγράφει τη συνέχεια, και την πεμπτουσία, μιας παλιάς.

Αυτό ίσως είναι και το πιο σημαντικό στοιχείο της συνέντευξης: η αξιοσημείωτη σταθερότητα μιας στρατηγικής αντίληψης της Τουρκίας, που επιβιώνει ανεξαρτήτως προσώπων, κυβερνήσεων και συγκυριών.

Η σημασία της δεν βρίσκεται στο αν γίνεται αποδεκτή ή απορρίπτεται. Βρίσκεται στο ότι είναι συνεκτική.

Αυτή η συνέπεια υπενθυμίζει κάτι που συχνά λείπει από την ελληνική κατανόηση και πράξη: ότι η τουρκική στρατηγική σκέψη δεν είναι αποσπασματική. Είναι διαρκής. Γι’ αυτό ακριβώς δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως συγκυριακό φαινόμενο.

Πηγή:

https://www.newsbreak.gr/apopseis/1018469/ntavoytogloy-galazia-patrida/