Συζητώντας με τον Παναγιώτη Παύλο λέκτορα φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Όσλο.
Κεντρικοί άξονες της συζήτησης:
– Οι παλιές εθνικές ελίτ πλέον έχουν περάσει στην παγκοσμιοποίηση ενοποιούμενες σε μια διεθνή κρούστα εξουσίας και παραγωγής πολιτικής και αποφάσεων μέσω του ελέγχου των διεθνών οργανισμών.
– Πώς συναντιέται η επιθυμία περί του να είμαστε πραγματιστές έναντι της Τουρκίας για αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης, με την ελληνική πολιτική τάξη και διανοούμενους να αναπαράγουν και συνάμα να προετοιμάζουν τον Ελληνικό λαό για το ίδιο ζήτημα. Θέμα που επηρεάζει άμεσα τα Εθνικά συμφέροντα και ευθυγραμμίζεται με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ εις βάρος της Ελλάδας.
– Οι μεταλλαγμένοι νεο-κοτσαμπάσηδες με ονοματεπώνυμα συνδεόμενοι με ντόπια οικονομικά συμφέροντα συγκεκριμένων πολιτικών και εφοπλιστικών οικογενειών και με ιδρύματα όπως το ΕΛΙΑΜΕΠ που μιλούν για διευκολύνσεις στα τουρκικά λιμάνια ή ότι οι βραχονησίδες δεν έχουν θαλάσσιες ζώνες, σπρώχνοντας την επιδιωκόμενη λύση γι’ αυτό που αποκαλείται «Πρέσπες του Αιγαίου» και μάλιστα στην τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο.
– Η τεχνηέντως και επιμελημένη παραπλάνηση του Ελληνικού λαού μπερδεύοντας την συμφωνία της Λωζάνης με τη συμφωνία των Παρισίων ή με τα όσα προβλέπει ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ.
– Η Ελλάδα θα έπρεπε να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις της με τους ελληνικής καταγωγής πληθυσμούς της Τουρκίας, του Εύξεινου Πόντου και της Βαλκανικής και να τους επαναπροσεγγίσει, αγκαλιάζοντάς τους.
– Τα ελληνικά πανεπιστήμια θα έπρεπε να προάγουν με την εργογραφία και τις μελέτες τους σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά τα Εθνικά συμφέροντα και δικαιώματα της Ελλάδος.
Με μεγάλη έκπληξη και απορία, διάβασα την εναρκτήριο αναφορά της Βουλευτού του ΣΥΡΙΖΑ, Καθηγήτριας Πανεπιστημίου και Πρεσβυτέρας, Αθηνάς Λινού, στον μακαριστό Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, κατά τη χθεσινή (15/2/24) τοποθέτησή της στη Βουλή εν όψει της ψήφισης του νομοσχεδίου για τον γάμο ομοφυλοφίλων.
Με την αναφορά της αυτή ήταν προφανές ότι θέλησε η ίδια αφενός να ισχυριστεί ότι το επίμαχο νομοσχέδιο συνάδει με την Ορθόδοξη εμπειρία, θεωρία και παράδοση της Εκκλησίας μας, και αφετέρου, ότι η ίδια το υπερψηφίζει αφορμώμενη, κινούμενη, και αποσκοπώντας στην ανωτέρω τριάδα.
Έτσι, ανέφερε χαρακτηριστικά η κα Λινού:
“Θα ξεκινήσω με τα λόγια ενός από τους πιο σημαντικούς Θεολόγους του αιώνα μας, σύμφωνα με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο αλλά και τον Πάπα Φραγκίσκο.
Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, Καθηγητής σε Ελληνικά και Αγγλικά Πανεπιστήμια, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, είχε πει πριν μερικά χρόνια δημόσια: «Δεν έχουμε το δικαίωμα να ταπεινώνουμε και να θυσιάζουμε την εικόνα του Θεού. Είναι ανάγκη οι σεξουαλικές μειονότητες να προστατεύονται από κάθε είδους διάκριση και αδικία». Αυτή η δήλωση με εκφράζει απόλυτα. Για το νομοσχέδιο, σαφώς και είναι απαραίτητο να εξασφαλίσουμε τα δικαιώματα, όπως είναι και ο απόλυτος σεβασμός, η αγάπη αλλά κυρίως η ισότητα και η προστασία των συνανθρώπων μας, και βέβαια των ομόφυλων ατόμων”.
Ομολογώ ότι καταρχήν με ξάφνιασε η εν λόγω τοποθέτησή της για έναν απλό, απλούστατο λόγο.
Την εποχή που στην Ελλάδα εφαρμόζονταν τα καταπληκτικής εμπνεύσεως μέτρα κατά του κορωνοϊού και είχαν οδηγήσει σε πρωτόγνωρη καταστολή της Λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας, ο μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου είχε προβεί σε σχετική συνέντευξη σε ξένο μέσο.
Ωστόσο, δεν είδαμε ούτε ακούσαμε τότε την κυρία Λινού να δράττεται της ευκαιρίας να επικαλεστεί τον μακαριστό, εν ζωή τότε, φίλο της – η φιλική σχέση της οικογενείας της με τον Άγιο Περγάμου είναι γνωστή – και να τοποθετηθεί αναλόγως και ελλόγως, στην άλογη απόφαση και εκτροπή της θεσμικής Εκκλησίας από τον ρόλο της.
Έκπτωση που ρητά είχε επισημάνει ο Μητροπολίτης Ζηζιούλας στη συνέντευξη εκείνη λέγοντας κατηγορηματικά ότι, «η Εκκλησία άνευ της Θείας Ευχαριστίας δεν είναι πλέον Εκκλησία».
Προτού προχωρήσουμε, ένα διευκρινιστικό σχόλιο: ο γράφων είχε την χαρά και την αγαθή τύχη να έχει γνώση προσωπική του μακαριστού Μητροπολίτου Περγάμου, σχεδόν παιδιόθεν, και μάλιστα να τύχει και εκτενών συνομιλιών μαζί του, με τελευταία στην Κωνσταντινούπολη τον Σεπτέμβριο του 2019, στο περιθώριο του Διεθνούς Συνεδρίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τον μέγιστο ίσως θεολόγο του 20ου αιώνα, και δάσκαλο του κ. Ιωάννου Ζηζιούλα, τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ.
Και πάντοτε θα θυμάται με ευγνωμοσύνη την ευγένεια και την καλωσύνη του μακαριστού Επισκόπου, τη διάθεσή του για διάλογο και προσφορά από τη βαθιά θεολογική γνώση του, καθώς και τη διαλλακτικότητα του πνεύματός του (υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι κανείς διαλεγόταν μαζί του καλοπροαίρετα και τεκμηριωμένα).
Από κει και πέρα όμως, τα ατοπήματα της χθεσινής δήλωσης της κυρίας Λινού είναι πολλά και διόλου αμελητέα.
Καταρχήν, ούσα η ιδία καθόλου αμέτοχος της θεολογίας της καθ᾽ ημάς Ανατολής, όφειλε να γνωρίζει στοιχειωδώς – μιας και επικαλέστηκε μεγάλο θεολόγο – περί της θεμελιώδους διακρίσεωςφύσεως και χρήσεως, λόγου και τρόπου, για να μιλήσω με τη γλώσσα του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού.
Αγνοώντας αυτή την κεφαλαιώδη διάκριση, προσήλθε η ιδία με προχειρότητα μη αρμόζουσα όχι μόνον σε ερασιτέχνη θεολογούντα, αλλά πολλώ μάλλον σε καθηγητή Πανεπιστημίου και σύζυγο ιερέως, και σωρηδόν μετεξήλθε μια δήλωση (;) [θα έλθω στο ερωτηματικό] του μακαριστού Μητροπολίτου Περγάμου με τρόπο παραπλανητικό:
«Δεν έχουμε το δικαίωμα να ταπεινώνουμε και να θυσιάζουμε την εικόνα του Θεού».
Σαφώς και είναι έτσι, και σαφώς η εικόνα του Θεού αφορά, ορίζει, κατηγορεί, αν θέλετε, τον λόγο της ανθρώπινης φύσεως και του ανθρώπου ως σύνθετον σώματος και ψυχής.
Δεν καθορίζει ούτε επιβάλλει όμως και τον τρόπο της, δηλαδή τη χρήση του αυτεξουσίου και τα έργα ενός εκάστου ανθρώπου.
Για το τελευταίο οι Πατέρες της Εκκλησίας, μηδενός εξαιρουμένου, μιλούν σαφώς για απόλυτη ελευθερία (αυτό που ο μακαριστός φίλος της κυρίας Λινού και ημών αποδίδει στο Πρόσωπον) στα όρια της οποίας είναι απολύτως δυνατό το σφάλμα, η αστοχία, η αμαρτία.
Αυτά αρκούν για να καταδείξουν το πρώτο βασικό επιστημολογικό θεολογικό και ανθρωπολογικό σφάλμα της ιδίας, αυτό της – λογικά και αναγκαστικά προκύπτουσας – σωρηδόν συμπερίληψης στην εικόνα Θεού ακόμη και των έργων του ανθρώπου των μη κατά Θεόν, των μη συν Θεώ, αν προτιμάτε, ειργασμένων.
Κάτι τέτοιο, όχι μόνον δεν ανήκει στο κατ᾽ εικόνα αλλά είναι και εμπόδιο του καθ᾽ ομοίωσιν.
Έρχομαι στη δεύτερη πρόταση της αναφοράς της κυρίας Λινού στον μακαριστό κ. Ιωάννη Ζηζιούλα:
«Είναι ανάγκη οι σεξουαλικές μειονότητες να προστατεύονται από κάθε είδους διάκριση και αδικία». Δεν θέλω να κουράσω τον αναγνώστη με σχολαστική ανάλυση κάθε λέξης. Θα περιοριστώ μόνον στο να θέσω στην πρεσβυτέρα Βουλευτή, αλλά και στον κοινό νου, το εξής ερώτημα. Συνιστά αδικία η μη εξίσωση του κατά φύσιν με το παρά φύσιν, ή όχι; Αν συνιστά, τότε, κατ᾽ αντιστοιχίαν με τον λόγο της διαφοράς (differential) του ενός από το άλλο, ποιος είναι, καθ᾽ υμάς, κα Λινού, ο λόγος της ομοιότητας ή της ισότητας του παρά φύσιν με το κατά φύσιν που καλεί σε «άρση» της επιχειρηματολογούμενης «αδικίας»; Αν αυτό δεν είστε σε θέση να το απαντήσετε, τότε και η αναφορά σας στην «πρόταση» του Μητροπολίτου συνιστά τυφλή και απερίσκεπτη επίκληση συναισθήματος και αυθεντίας.
Επιπλέον: τί εννοείτε, κυρία Λινού, λέγοντας ότι σας εκφράζει απόλυτα μια φερόμενη δήλωση, τη χρήση της οποίας ο δηλών δεν είναι σε θέση ούτε να εγκρίνει ούτε και να διαψεύσει; Είστε βέβαιη ότι ο Άγιος Περγάμου θα έλεγε «Ναι στον γάμο ομοφυλοφίλων!» ως επιτέλεση άρσης της καθ᾽ υμάς μεθερμηνευόμενης αδικίας; Και άρα, ότι θα κινείτο ο ίδιος ο πολιός κεκοιμημένος θεολόγος αντίθετα προς όλο το Σώμα της Εκκλησίας, το οποίο έχει πολλαχώς ρητά και σαφώς εκφραστεί τώρα και πάντοτε και καθ᾽ όλη την Ορθόδοξη Πατερική παράδοση και ιστορία;
Κι ακόμη: με το σκεπτικό της στόχευσής σας και την αναφορά σας στον Άγιο Περγάμου, αναλαμβάνετε, κυρία Λινού, την ευθύνη του λογικού περιεχομένου της δια της εύλογηςαντιστροφής συνεπαγωγής της φερόμενης πρότασης του Μητροπολίτη ότι, «με τον γάμο ομοφυλοφίλων δεν ταπεινώνουμε και δεν θυσιάζουμε την εικόνα του Θεού»;
Έρχομαι τώρα στο τρίτο σημείο της δήλωσης της Βουλευτού, το οποίο υπαινίχθηκα ανωτέρω.
Πόσο αυτοσεβασμό διαθέτει ένας άνθρωπος Καθηγητής Πανεπιστημίου, σύζυγος Ορθοδόξου ιερέως, και τιμηθείς με το υπέρτατο αξίωμα της δημοκρατίας, όταν: απευθυνόμενος στην εθνική αντιπροσωπεία, προβαίνει ενώπιον αυτής και του ελληνικού λαού σε αναφορά φερόμενης, και ως εκ τούτου αμφίβολης, δήλωσης, άνευ τεκμηρίωσης [εκτός κι αν η προσθήκη του επίθετου «δημόσια» συνιστά επιστημονική εγκυρότητα, περαιτέρω διασφαλιζομένου –με την προσθήκη του «πριν μερικά χρόνια»– του ότι κανείς δεν πρόκειται να ψάξει να βρει πώς και τί], παρασιωπώντας πλήρως τα συμφραζόμενα, αυτό που πολλοί αρέσκονται να ονομάζουν συνάφεια;
Είναι αυτό επιστημονική ακρίβεια και συνέπεια;
Ποιά «φεουδαρχική» νοσταλγία, άραγε, ωθεί σε λογικές προ–Διαφωτιστικών επικλήσεων αυθεντίας, και ποιά απέλπιδα λουθηρανικής προέλευσης ανάγκη προτεσταντικής ερμηνευτικής μέσα στους κόλπους της Ορθοδοξίας;
Αισθάνεται, αλήθεια, η κυρία Βουλευτής, τίμια την επίκληση μιας ορισμένης γενικής θέσης – που σαφώς κάθε νοήμων άνθρωπος αξιωματικά αποδέχεται – μιας «αυθεντίας» που πρόσφατα απήλθε του βίου, την οποία η ίδια επιστρατεύει σε μια ορισμένη στόχευση, αγνοώντας ενδεχομένως, ή και αδιαφορώντας για τις συνέπειες τοιαύτης παρόρμησης;
Συνέπειες, μεταξύ των οποίων είναι μάλιστα και η αυθαίρετη ανάδειξη –φεύ! – του μακαριστού Μητροπολίτη Περγάμου σε θεωρητικό θεμελιωτή της καινοφανούς αίρεσης ταύτισης, ή έστω εξίσωσης, του παρά φύσιν με το κατά φύσιν, εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας;
Αλήθεια, είναι αυτός ο τρόπος τιμής φιλίας φιλουμένου και φιλούντος in absentia τελούντος;
Εκτός, βεβαίως, κι αν η Βουλευτής είναι σε θέση να παράσχει η ίδια ακριβή τεκμηρίωση του ότι ο Άγιος Περγάμου έχει δημόσια κατατεθειμένες διαφωνίες με τον Απόστολο Παύλο, για να παραλείψω όλους τους άλλους Πατέρες της Εκκλησίας.
Αν δεν είναι σε τέτοια θέση, τότε η αναφορά της αυτή μόνον τιμή δεν περιποιεί στην ιδία, αλλά αντιθέτως, εργαλειοποιεί τον άνθρωπο, αντικειμενοποιεί και προσβάλλει και τη μνήμη, και το έργο του, και την προσωπικότητα του κεκοιμημένου.
Κλείνω με ένα ερώτημα στην ερρίτιμη κυρία Λινού.
Πώς, άραγε, αντιλαμβάνεστε, ως Ελληνίς Χριστιανή Ορθόδοξη, ως θεραπαινίς του υψίστου πολιτεύματος της δημοκρατίας, και ως άκρως τιμηθείσα από τον ελληνικό λαό, την καθ᾽ υμάς ισότητα του τρόπου του παρά φύσιν με τον τρόποκατά φύσιν, και πώς μια τέτοιου είδους «ισότητα» προάγει το τέλος του δημοκρατικού πολιτεύματος, που δεν είναι άλλο παρά η μετοχή στο Αγαθόν;
Με άλλα λόγια, πώς, ταυτίζοντας το παράφύσιν με το κατά φύσιν θα διατηρήσει, καθ᾽ υμάς, ο άνθρωπος την απαιτούμενη ενάργεια του λόγου ώστε να αποκτήσει τον φωτισμό του υπέρ λόγον που θα του επιτρέψει να εισαχθεί στο Υπέρ Φύσιν;
Δημοσιεύθηκε στη Romfea.gr την Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2024.
Η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη /Φωτογραφία: Η Καθημερινή
Στις 10 Ιουλίου το Ανώτατο Δικαστήριο της Τουρκίας αποφάσισε να απορρίψει την απόφαση με την οποία το 1935 η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη μετατράπηκε από τζαμί σε μουσείο. Αυτό προκάλεσε έντονη κριτική, άμεσα και διεθνώς. Ο υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής Μάικ Πομπέο παρότρυνε την Τουρκία να αλλάξει την απόφασή της. Στην Κυριακάτικη προσευχή, ο Πάπας Φραγκίσκος είπε ότι οι σκέψεις του «είναι στην Αγία Σοφία» και ότι «πονάει πολύ» με την εξέλιξη αυτή. Η UNESCO – την οποία η Τουρκία αγνόησε παντελώς σχετικά με την απόφαση, μολονότι το μνημείο και ο ιστορικός περίγυρός του τελούν υπό την Παγκόσμια Πολιτιστική Κληρονομιά ζήτησε διαβούλευση με τις Τουρκικές Αρχές, το συντομότερο δυνατόν. Ο Τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ δήλωσε ότι αυτή η μετατροπή αποστερεί από την Τουρκία το σημαντικότερο σύμβολο της κοσμικής τιμής της.
Είναι σαφές ότι η Αγία Σοφία θα είναι λιγότερο διαθέσιμη ως τζαμί από ότι ως μουσείο, ακόμη και αν ο Πρόεδρος Ερντογάν επιμένει ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Με το να πάψει να είναι πλέον μουσείο, η Αγία Σοφία αποστερείται του ρόλου της ως μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς, όπως διατυπώθηκε πρόσφατα. Σε ένα νορβηγικό podcast για τους μουσουλμάνους και το Ισλάμ, επισημάνθηκε, επίσης, ως ένα πολύ συγκεκριμένο πρόβλημα και η απώλεια σημαντικού τουριστικού εισοδήματος: σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια τουρίστες επισκέφθηκαν πέρυσι το μνημείο της Αγίας Σοφίας, περισσότερο από κάθε άλλο αξιοθέατο στη χώρα.
Έρευνες δείχνουν ότι μια σαφής πλειοψηφία του πληθυσμού της Τουρκίας διάκειται θετικά υπέρ της αλλαγής του καθεστώτος της Αγίας Σοφίας. Μια τέτοια αλλαγή, ωστόσο, μπορεί να έχει πολύ αρνητικές συνέπειες στη φήμη της χώρας. Οι Οθωμανοί δεν συμπεριφέρθηκαν περισσότερο ή λιγότερο ηθικά από ότι άλλοι στρατοί και αυτοκρατορίες, όταν κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1453. Είναι δε, αναμφίβολο το γεγονός ότι η Αγία Σοφία ήταν αρχικά Ορθόδοξος Χριστιανικός ναός και μετατράπηκε σε τζαμί ως αποτέλεσμα στρατιωτικής κατάκτησης. Αυτή είναι μια ζοφερή πραγματικότητα που ρίχνει σκοτεινή ιστορική σκιά στην εκ νέου μετατροπή της σε τζαμί σήμερα.
Η απόφαση του Κεμάλ Ατατούρκ να μετατρέψει την Αγία Σοφία από τζαμί σε μουσείο το 1935 οφειλόταν πιθανότατα σε πολλούς λόγους. Το ιστορικό αυτό κτίσμα ήταν τότε σε κακή κατάσταση και η Τουρκία θα μπορούσε έτσι να καθησυχάσει τους Έλληνες, ώστε να εξασφαλίσει ένα κοινό μέτωπο ενάντια σε μια πιθανή ιταλική προώθηση στο Αιγαίο πέλαγος. Επιπλέον, ο Ατατούρκ ενδιαφερόταν να διασφαλίσει την κοσμική δημοκρατία στην Τουρκία.
Ανεξαρτήτως κινήτρων, η απόφαση του Ατατούρκ εναρμονίστηκε με την ειρηνική συνύπαρξη και τη μετριοπάθεια. Αυτό δεν ήταν καθόλου λιγότερο απαραίτητο εκείνη τη στιγμή, όταν περισσότεροι από 100.000 Έλληνες ζούσαν ακόμη στην Κωνσταντινούπολη – μια σημαντικότατη μειονότητα που κρατήθηκε εκτός ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, σχεδόν δέκα χρόνια νωρίτερα. Αυτή η μειονότητα έχει σήμερα, δυστυχώς, σχεδόν αφανιστεί.
Η Αγία Σοφία είναι, δίχως σύγκριση, το πλέον διάσημο και υπέροχο δείγμα βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Είναι δε γεγονός ότι, ολόκληρη η Ανατολική Ρωμαϊκή, ή Βυζαντινή, εποχή, είναι περιφρονημένη, τόσο ιστορικά όσο και στη γενική συνείδηση των ανθρώπων στην Ευρώπη. Ωστόσο, όχι μόνον το Ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας διήρκεσε πολύ περισσότερο από το αντίστοιχο δυτικό τμήμα, αλλά και περιέχει το κλειδί για την κατανόηση της μετάδοσης της αρχαίας γνώσης και των ανθρώπινων ιδανικών στην Αναγέννηση και αργότερα στη σύγχρονη εποχή.
Τέλος, το ζήτημα της Αγίας Σοφίας αφορά άμεσα και στη σχέση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Ύστερα από πολλά χρόνια βελτιούμενων σχέσεων, η κατάσταση είναι και πάλι τεταμένη. Δεν έχουν περάσει πολλοί μήνες από τότε που οι δύο χώρες κινητοποίησαν δυνάμεις στα βόρεια, στα σύνορα του Έβρου, κατά την ένταση που προκλήθηκε από την προσφυγική κρίση. Αυτή η κατάσταση πόρρω απέχει από το να θεωρηθεί οριστικά παρελθόν, καθώς δόθηκε απλώς ανάπαυλα λόγω της γενικής καραντίνας που η πανδημία του κορωνοϊού επέβαλε παγκοσμίως: είναι σχεδόν αναμφίβολο ότι θα επιδεινωθεί και πάλι.
Ήδη, η Τουρκία δείχνει να επιχειρεί δοκιμαστική γεώτρηση σε τμήματα της Μεσογείου που η Ελλάδα δηλώνει ως ελληνικά ύδατα. Το ζήτημα της εξόρυξης φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο επηρεάζει σαφώς τα συμφέροντα ορισμένων άλλων χωρών, όπως το Ισραήλ, η Κύπρος και η Αίγυπτος, και απειλεί να κλονίσει την σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής. Για να αποφευχθούν περαιτέρω αρνητικές εξελίξεις είναι απαραίτητο οι χώρες να σεβαστούν τα ιδιαίτερα ευαίσθητα ζητήματα αλλήλων, και να αποφύγουν την πολιτικοποίηση των κοινών και διαφορετικών πτυχών της ιστορίας τους. Δεν υπάρχει τίποτε καταλληλότερο στην κατεύθυνση αυτή από το να διατηρήσουν αμετάβλητα τα μουσεία που διαθέτουν.
** Ο Αλέξανδρος Ζλατάνος Ibsen είναι Πολιτικός Σύμβουλος για ζητήματα Εξωτερικής Πολιτικής στην Κοινοβουλευτική ομάδα του Συντηρητικού κόμματος (Høyre), στην Νορβηγία.
*** Mετάφραση από τα Νορβηγικά — απόδοση κειμένου: Παύλος Παναγιώτης