Διαπρεπής ερευνητής της ελληνικής φιλοσοφίας ο Υπουργός Εξωτερικών του Μαυροβουνίου: Αποκλειστική συνέντευξη του Δρ. Φίλιπ Ιβάνοβιτς στην Hellas Journal του Μιχάλη Ιγνατίου, και τον Παναγιώτη Παύλο

Στιγμιότυπο από την αποκλειστική συνέντευξη του υπουργού Εξωτερικών του Μαυροβουνίου, Δρ. Φίλιπ Ιβάνοβιτς στην Hellas Journal και τον Παναγιώτη Παύλο, κατά την πρώτη επίσημη επίσκεψή του στην Αθήνα. Φωτογραφία Hellas Journal

Αποκλειστική συνέντευξη στην ιστοσελίδα μας, Hellas Journal, παραχώρησε ο νέος Υπουργός των Εξωτερικών του Μαυροβουνίου Δρ. Φίλιπ Ιβάνοβιτς, κατά τη διάρκεια της πρώτης επίσημης επίσκεψής του στην Αθήνα, στις 11 και 12 Μαρτίου.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην ελληνική πρωτεύουσα ο επικεφαλής της διπλωματίας του αμέσως επόμενου υποψηφίου προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση βαλκανικού κράτους μέλους του ΝΑΤΟ, είχε εκτενή και εγκάρδια συνομιλία με τον ανταποκριτή της Hellas Journal στο Όσλο, και παλαιό προσωπικό φίλο του, Παναγιώτη Παύλο.

Στην αναλυτική συζήτηση μαζί του επεσήμανε την ένθερμη στήριξη που παρέχει η Ελληνική Κυβέρνηση και ο ομόλογός του κ. Γιώργος Γεραπετρίτης στην κορυφαία προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής του Μαυροβουνίου, της ένταξής του στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.).

Αναφέρθηκε στο πρόσφατο Φόρουμ Υπουργών Εξωτερικών στην Αττάλεια της Τουρκίας και τη συνάντησή του με τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών κ. Φιντάν, ενώ παράλληλα κάλεσε την Ελλάδα να ενισχύσει ποικίλα την παρουσία της στη Βαλκανική χερσόνησο.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η παρότρυνσή του προς τους νέους Έλληνες να είναι περήφανοι για τη μοναδική κληρονομιά τους. Είναι εμφανής η θέρμη με την οποία μιλά για τον Ελληνισμό, την ελληνική τέχνη και το ελληνικό πνεύμα, καθώς αποκαλύπτει την προσωπική σχέση του με την Ελλάδα και την Αθήνα, όντας ο ίδιος διαπρεπής ερευνητής της ελληνικής φιλοσοφίας με μεγάλο αναγνωρισμένο φιλοσοφικό έργο διεθνώς, και με μοναδική συμβολή στη διάδοση της Ελληνικής Παιδείας στη χώρα του.

Ο κ. Ιβάνοβιτς τόνισε εμφατικά τον ρόλο που βαλκανικά κράτη όπως το Μαυροβούνιο προσδοκούν από τη χώρα μας να διαδραματίσει στην περιοχή ως λίκνο της δημοκρατίας και του πολιτισμού αλλά και ως εγγυητής της Ευρωπαϊκής ενότητας και ολοκλήρωσης. Δεν παρέλειψε να αναπτύξει τις δυνατότητες και τις στρατηγικές περαιτέρω εμβάθυνσης των διμερών σχέσεων σε μια σειρά από τομείς συνεργασίας, όπως η εκπαίδευση μαθητών, φοιτητών, αλλά και στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, η έρευνα, η πολιτιστική και επιστημονική διπλωματία, ο τομέας των επενδύσεων.

Τέλος, επεσήμανε την αδήριτη ανάγκη για δυναμική επάνοδο της διεθνούς διπλωματίας απέναντι σε ένα διεθνές σκηνικό μεγάλων αναταραχών στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται ο πόλεμος στην Ουκρανία και τη Γάζα.

Ακολουθεί η συνέντευξη του ΥΠΕΞ του Μαυροβουνίου.

  • ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΥΛΟΣ: Εξοχότατε κύριε Υπουργέ των Εξωτερικών του Μαυροβουνίου, Δρ. Ιβάνοβιτς, αγαπητέ Φίλιπ! Είναι μεγάλη η χαρά να σας έχουμε εδώ κατά την πρώτη επίσημη επίσκεψή σας στην Αθήνα μετά την ανάληψη των καθηκόντων σας ως Υπουργός των Εξωτερικών του Μαυροβουνίου. Ελπίζουμε η επίσκεψή σας και η πρώτη ημέρα παραμονής σας στην Αθήνα να ήταν καρποφόρα, με παραγωγικές συναντήσεις και επικοινωνία με την Ελληνική Κυβέρνηση.

ΥΠΕΞ Ιβάνοβιτς: Ομολογώ ότι είμαι πολύ χαρούμενος που βρίσκομαι στην Αθήνα. Όπως είπατε, είναι η πρώτη επίσημη επίσκεψή μου στην Ελλάδα αφότου ανέλαβα Υπουργός των Εξωτερικών του Μαυροβουνίου. Είμαι πολύ ευχαριστημένος από τη φιλοξενία και την εγκάρδια υποδοχή που έλαβα εδώ στην Αθήνα. Κατά την πρώτη ημέρα της επισκέψεώς μου συνομίλησα με τον Αντιπρόεδρο του Κοινοβουλίου και με τον ομόλογό μου Υπουργό των Εξωτερικών της Ελλάδος. Είχα επίσης την ευκαιρία να αποτίνω φόρο τιμής στον τάφο του Βάσου Μαυροβουνιώτη, που οι Έλληνες ξέρουν ως Βάσο Μπράγιοβιτς, όπως τον γνωρίζουν οι Μαυροβούνιοι. Ήταν, όπως γνωρίζετε, μια πολύ εξέχουσα στρατιωτική προσωπικότητα στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Ο ίδιος είχε καταγωγή από το Μαυροβούνιο και είναι ένα από τα σημαντικά ιστορικά πρόσωπα που συνδέουν τις δύο χώρες και τους δύο λαούς μας.

Είμαι πολύ χαρούμενος με τις σημερινές συναντήσεις, καθώς έτυχα λίαν φιλικής υποδοχής απ᾽ όλους τους αξιωματούχους. Αυτό που είναι σημαντικό είναι η βούληση της Ελλάδος να εμβαθύνει τις καλές φιλικές σχέσεις με το Μαυροβούνιο. Επίσης πολύ σημαντικό είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα στηρίζει πλήρως την άμεση προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής του Μαυροβουνίου που δεν είναι παρά η ένταξή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως το αμέσως επόμενο μέλος της. Οι συνομιλητές μου με διαβεβαίωσαν σήμερα ότι η Ελλάδα θα παρέχει πλήρη πολιτική και τεχνική στήριξη προς αυτόν το σκοπό.

  • ΠΠ: Πώς αξιολογείτε τη διάθεση της Ελληνικής Κυβέρνησης απέναντι σε έναν Υπουργό Εξωτερικών ενός βαλκανικού κράτους, υπό την έννοια ότι ερχόμενος εδώ όχι μόνον συναντάστε με την Κυβέρνηση στο πλαίσιο των θεμάτων της διμερούς ατζέντας σας, αλλά παράλληλα παρέχετε στους Έλληνες αξιωματούχους εικόνα του πώς τα βαλκανικά κράτη προσβλέπουν προς την Ελλάδα και ενδεχομένως και τις προσδοκίες που έχουν από αυτήν. Υπήρξε κάποια τέτοια διάσταση στις συνομιλίες σας;

ΥΠΕΞ Ιβάνοβιτς: Αυτό που είπα σήμερα στους φίλους συνομιλητές μου είναι ότι όσον αφορά στον κεντρικό στόχο εξωτερικής πολιτικής όχι μόνον του Μαυροβουνίου αλλά και άλλων βαλκανικών κρατών τα οποία εντάσσονται στην ΕΕ, ήταν η υπενθύμιση του κομβικού ρόλου που διαδραματίζει η Ελλάδα σε αυτήν τη διαδικασία η οποία υπογραμμίστηκε στη Σύνοδο Κορυφής στη Θεσσαλονίκη το 2003, εκεί όπου υπήρξε η υπόσχεση για την Ευρωπαϊκή διεύρυνση ειδικά για τις χώρες των Βαλκανίων. Σήμερα έχουν περάσει ήδη εικοσιένα χρόνια και η υπόσχεση αυτή εκκρεμεί. Επομένως, μετέφερα στους συνομιλητές μου εδώ στην Αθήνα την προσδοκία μου η Ελλάδα να αναλάβει εκ νέου τον πρωταγωνιστικό ρόλο της και να καταστεί πολύ ένθερμος υποστηρικτής της διεύρυνσης της ΕΕ προς τις υπόλοιπες χώρες, και κυρίως εκείνες που βρίσκονται στη νοτιοανατολική περιοχή της Ευρώπης. Η Ελλάδα έχει ιστορικούς δεσμούς όχι μόνο με το Μαυροβούνιο αλλά και με άλλες χώρες της περιοχής αυτής και θεωρώ ότι μπορεί να καταστεί ο καλύτερος υποστηρικτής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσής της. Αυτό θα είναι εξαιρετικά χρήσιμο, θα έλεγα, τόσο για την ελληνική εξωτερική πολιτική όσο και για την εξωτερική πολιτική του Μαυροβουνίου, για την περιοχή αυτή, καθώς βέβαια και για την ίδια την ΕΕ.

  • ΠΠ: Αναλάβατε τα καθήκοντά σας ως Υπουργός των Εξωτερικών του Μαυροβουνίου ήδη σχεδόν πριν από τέσσερεις μήνες, σε μια περίοδο πρωτοφανών αναταράξεων τόσο στη μεγάλη διεθνή εικόνα, θα έλεγε κανείς, όσο και τοπικότερα, όπως είναι παραδείγματος χάριν, η περίπτωση στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, όπου ζούμε πραγματικά δύσκολες στιγμές. Πώς αυτό το γεωπολιτικό θέατρο εγείρει προκλήσεις σε μικρότερες χώρες, όπως το Μαυροβούνιο – που έστω κι αν δεν έχει το μέγεθος της Γαλλίας ή της Γερμανίας επιδεικνύει ωστόσο αυξανόμενο βαθμό ενσωμάτωσης στους Δυτικούς θεσμούς, οι οποίες ήδη συμμετέχουν στην ΕΕ και ευρύτερα στη διεθνή σκηνή;

ΥΠΕΞ Ιβάνοβιτς: Όπως γνωρίζετε, το Μαυροβούνιο είναι εδώ και επτά χρόνια μέλος του ΝΑΤΟ. Είναι επίσης πρωτοπόρο στην ευρωπαϊκή ενταξιακή διαδικασία. Και πιστεύουμε ότι μπορούμε να ολοκληρώσουμε τις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ στα αμέσως επόμενα έτη και να γίνουμε, όπως είπα, το αμέσως επόμενο μέλος της ΕΕ. Πράγματι, η γεωπολιτική κατάσταση δεν είναι εύκολη. Αντιμετωπίζουμε κρίσεις σε διάφορες γωνιές του κόσμου, κρίσεις πολύ δύσκολες, που θέτουν σε αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη και την έννοια της διπλωματίας και της διεθνούς έννομης τάξης. Το Μαυροβούνιο έχει διατηρήσει μια πολύ σαφή θέση: την προάσπιση της διεθνούς ειρήνης και τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Στην κατεύθυνση αυτή, έχουμε εξαρχής υποστηρίξει πλήρως την εδαφική ακεραιότητα και εθνική κυριαρχία της Ουκρανίας, είμαστε ήδη απολύτως ευθυγραμμισμένοι με την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας της ΕΕ και ασφαλώς θα συνεχίσουμε στην κατεύθυνση αυτή, συμπεριλαμβανομένων των κυρώσεων έναντι της Ρωσίας στη σύγκρουση με την Ουκρανία.

Βεβαίως, δεν πρέπει να λησμονούμε αυτό που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας στη Γάζα τους τελευταίους μήνες. Εδώ επίσης, το Μαυροβούνιο έχει εξαρχής τηρήσει μια πολύ ισορροπημένη θέση αρχών, καταδικάζοντας με τον πλέον απερίφραστο και κατηγορηματικό τρόπο την τρομοκρατική επίθεση της 7ηςΟκτωβρίου από την Χαμάς. Ταυτόχρονα όμως, έχει ήδη και μονίμως καλέσει το Ισραήλ να περιορίσει την αντίδρασή του και το δικαίωμά του να αμυνθεί κατά της τρομοκρατίας εντός των ορίων του Διεθνούς Δικαίου και του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου. Αυτό που πρεσβεύουμε τώρα είναι τουλάχιστον μια παύση ανθρωπιστικού χαρακτήρα που θα μπορέσει να οδηγήσει σε κατάπαυση του πυρός. Πιστεύουμε δε ότι η λύση των δύο κρατών είναι η καλύτερη δυνατή στην περίπτωση αυτή. Τόσο το Ισραήλ όσο και η Παλαιστίνη έχουν το δικαίωμα να υπάρχουν ως κυρίαρχα κράτη πλησίον εκάστου και αμφότερα θα πρέπει να έχουν εγγυημένη την ασφάλειά τους. Επομένως, θεωρούμε ότι αυτή είναι η μόνη μόνιμη λύση σε αυτήν την κρίση. Και το υποστηρίζουμε αυτό σε όλα τα πολυεθνικά και πολυμερή φόρουμ.

Από την άλλη μεριά, η κρίση και η ρωσική επιθετικότητα στην Ουκρανία άνοιξε ένα νέο τρόπο σκέψης στην ΕΕ. Και καθώς, όπως γνωρίζετε, κατά τα προηγούμενα έτη – αν όχι ήδη επί δεκαετία – η διεύρυνση της ΕΕ υπήρξε μια αρκετά τεχνική διαδικασία, πλέον είναι προφανές ότι η ασφάλεια και η ευημερία της ευρωπαϊκής ηπείρου μπορούν να επιτευχθούν με τον βέλτιστο τρόπο μέσω της ενότητας της Ευρώπης, και η ενότητα αυτή μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα μέσω της ένταξης στην ΕΕ. Θα έλεγα, επομένως, ότι τώρα ο τρόπος σκέψης έχει αλλάξει: η ενταξιακή διαδικασία είναι ίσως πλέον περισσότερο πολιτική, ή, τουλάχιστον, εξίσου πολιτική όσο και τεχνική. Το Μαυροβούνιο πρόκειται σαφέστατα να εκμεταλλευθεί αυτό το παράθυρο ευκαιρίας, και όπως είπα, να περατώσει την όλη διαδικασία από πλευράς του μέχρι τη λήξη της εντολής αυτής της κυβέρνησης και να καταστεί το αμέσως επόμενο μέλος της ΕΕ.

ΠΠ: Πρόσφατα, συμμετείχατε σε ένα μείζον γεγονός, το Φόρουμ Διπλωματίας στην Αττάλεια (AntalyaDiplomacy Forum), το οποίο διοργανώθηκε και φιλοξενήθηκε από τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών. Εκεί είχατε την ευκαιρία να συναντήσετε και να συνομιλήσετε με συναδέλφους και ομολόγους σας από πολλές χώρες και φυσικά και με τον οικοδεσπότη, τον Υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν. Καθώς προφανώς γνωρίζετε, η Ελλάδα έχει ανοίξει από τον περασμένο Δεκέμβριο μια διαδικασία προσέγγισης με την Τουρκία που εγκαινιάστηκε, τρόπον τινά, με τη Διακήρυξη των Αθηνών στις 8 Δεκεμβρίου, παρά τις θεμελιώδεις προκλήσεις και τα ζητήματα διμερών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Ζητήματα κυρίως οφειλόμενα στον αναθεωρητικό χαρακτήρα της γείτονος της Ελλάδος χώρας. Θα μπορούσατε περιληπτικά να μας αποτιμήσετε τα εξαγόμενα αυτής της συνάντησης; Και αν μπορώ να πιέσω λίγο περισσότερο το ερώτημα: πώς αντιμετωπίζει το Μαυροβούνιο τον ρόλο της Τουρκίας στα Βαλκάνια;

ΥΠΕΞ Ιβάνοβιτς: Πράγματι, συμμετείχα στο Φόρουμ Διπλωματίας στην Αττάλεια και θα πρέπει να πω ότι ήταν μια πολύ μεγάλη και καλά οργανωμένη εκδήλωση. Εκεί είχα την ευκαιρία να συναντηθώ με αρκετούς συναδέλφους, ιδίως με εκείνους τους οποίους εμείς από τις χώρες των Βαλκανίων ή και της Ευρώπης δεν έχουμε την ευκαιρία να συναντούμε πολύ συχνά. Αναφέρομαι κυρίως στους φίλους συναδέλφους από την Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Άρα ήταν πολύ ενδιαφέρον και χρήσιμο να συναντήσουμε ένα ποικίλο σύνολο πολιτικών και συναδέλφων και να εξετάσουμε πώς μπορούμε να εργαστούμε μαζί και να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας.

Συνάντησα επίσης, όπως αναφέρατε, τον Υπουργό Φιντάν, των Εξωτερικών της Τουρκίας. Ήταν η δεύτερη συνάντησή μας τους τελευταίους δύο μήνες. Η συνάντηση αυτή ήταν πολύ εγκάρδια, τον ευχαρίστησα για την πρόσκληση και τη διοργάνωση του φόρουμ, και συζητήσαμε ορισμένα θέματα διμερούς συνεργασίας μεταξύ Μαυροβουνίου και Τουρκίας. Πρέπει να πω ότι οι σχέσεις μεταξύ των χωρών μας είναι καλές και χαρακτηρίζονται από καλή συνδεσιμότητα, από αρκετές τουρκικές επενδύσεις στο Μαυροβούνιο και από πολύ ζωντανό, θα έλεγα, πολιτικό διάλογο.

Είμαι καλά ενήμερος και κατανοώ τη σχέση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας και μπορώ μόνο να πω ότι όπου υπάρχουν προκλήσεις και προβλήματα εκεί ακριβώς είναι που πρέπει να παρεμβαίνει η διπλωματία. Βλέπω θετικά και χαιρετίζω τις προσπάθειες εκείνες μεταξύ των δύο χωρών που ως στόχο και αποτέλεσμα έχουν την εξομάλυνση και βελτίωση των σχέσεών τους και των σχέσεων των λαών τους, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι βασίζονται στον αμοιβαίο σεβασμό και τον σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας του καθενός.

Από την άλλη μεριά, το Μαυροβούνιο, η Τουρκία και η Ελλάδα, και οι τρεις αυτές χώρες, είναι Νατοϊκοί Σύμμαχοι. Η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΕ, εμείς, όπως είπα ήδη, είμαστε πρωτοπόροι στη διαδικασία ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Τουρκία επίσης είναι υποψήφια χώρα για την ΕΕ και επομένως είμαι βέβαιος ότι, όπως σε όλα τα είδη σχέσεων υπάρχουν ζητήματα που ίσως μας χωρίζουν και για τα οποία έχουμε διαφορετική θεώρηση, υπάρχουν και παράμετροι που μας συνδέουν και μπορούν να μας φέρουν εγγύτερα. Άρα, θα έλεγα ότι θα ήταν πολύ χρήσιμο να εργαστούμε σε εκείνα τα θέματα που φέρνουν χώρες και λαούς πλησιέστερα.

Η Τουρκία είναι πολύ ενεργός παράγων στην περιοχή των Βαλκανίων, όχι μόνο στο Μαυροβούνιο αλλά και σε άλλες χώρες. Χαιρετίζω τη δραστηριότητά της και τον ρόλο της στα Βαλκάνια. Αλλά χαιρετίζω επίσης θερμά έναν πιο ενεργό ρόλο της Ελλάδος στην περιοχή. Αυτό μάλιστα είναι κάτι που μετέφερα στους συνομιλητές μου, ότι προσβλέπουμε σε πιο ενεργό ρόλο περισσότερο ορατής παρουσίας της Ελλάδος στην περιοχή. Όχι μόνον με όρους στήριξης της ευρωπαϊκής ένταξης, όπως παραδείγματος χάριν η στήριξη που παρέχει η Ελλάδα στην ευρωπαϊκή ενσωμάτωση, αλλά και με την έννοια της διμερούς συνεργασίας μεταξύ της Ελλάδος και των χωρών των Βαλκανίων.

  • ΠΠ: Μιλώντας για τη σχέση μεταξύ Μαυροβουνίου και Ελλάδος στην προοπτική ένταξης σε κοινούς θεσμούς όπως η ΕΕ, θα μπορούσε κανείς να πει ότι στο συλλογικό ασυνείδητο των περισσοτέρων Ελλήνων, στην κοινή αντίληψη όσων τουλάχιστον έχουν μια ορισμένη ηλικία, το Μαυροβούνιο είναι εν γένει συνδεδεμένο με το Σερβικό έθνος και τον Σερβικό λαό. Πόσο έγκυρη είναι σήμερα αυτή η αντίληψη; Πώς θα προσδιόριζε κανείς με ακρίβεια το σύγχρονο κράτος του Μαυροβουνίου, της εξωτερικής πολιτικής του οποίου ηγείσθε, και ποιές είναι σήμερα οι φιλοδοξίες της χώρας και του λαού της;

ΥΠΕΞ Ιβάνοβιτς: Πρέπει να πω ότι ιστορικά και κατά τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων τα πεπρωμένα των ατόμων, των λαών και των κρατών ήταν πολύ αλληλένδετα. Πολλές από τις σημερινές χώρες των Βαλκανίων, του Μαυροβουνίου και της Σερβίας συμπεριλαμβανομένων, έχουν μοιραστεί την ίδια ιστορική μοίρα στο διάβα διαφορετικών εποχών. Όπως γνωρίζετε, το Μαυροβούνιο και η Σερβία σχημάτισαν μια κρατική ένωση που έζησε για περίπου ενενήντα χρόνια, και βεβαίως, είναι πολύ φυσικό να υπάρχουν ιστορικοί, πολιτιστικοί, ακόμη και συγγενικοί δεσμοί μεταξύ τους. Το ένα τρίτο του πληθυσμού του Μαυροβουνίου θεωρεί ότι είναι Σέρβοι. Έχουμε περίπου σαράντα πέντε τοις εκατό του πληθυσμού που θεωρούν εαυτούς Μαυροβούνιους, κι έχουμε επίσης βόσνιο, αλβανικό και κροατικό πληθυσμό. Αλλά αυτό που είναι πολύ σημαντικό είναι ότι το Μαυροβούνιο ορίζεται συνταγματικά ως κοσμικό και αστικό κράτος, κράτος πολιτών, όχι κράτος εθνών ή εθνοτήτων. Είναι δηλαδή μια χώρα στην οποία κάθε πολίτης ξεχωριστά έχει το δικαίωμα να διατηρεί και να δηλώνει τη δική του ιδιότητα δίχως να φέρει οιοδήποτε είδος αρνητικών συνεπειών ή επιπτώσεων.

Όσον αφορά στην εξωτερική πολιτική, αυτό που επί του παρόντος είναι επίσης πολύ σημαντικό είναι ότι ογδόντα τοις εκατό των πολιτών του Μαυροβουνίου – και αυτό σημαίνει πολίτες του Μαυροβουνίου όλων των εθνοτήτων και όλων των θρησκειών – είναι πολύ φιλο-ευρωπαίοι και θα ήθελαν να δουν το Μαυροβούνιο ως το επόμενο μέλος της ΕΕ. Άρα, αυτό που τώρα κάνουμε είναι να ασκούμε μιαν εξωτερική πολιτική που είναι εξωτερική πολιτική του Μαυροβουνίου ως ενιαίας αστικής χώρας και που μπορεί να είναι προς όφελος εκάστου πολίτη ανεξαρτήτως εθνότητας, θρησκείας, ή οιασδήποτε άλλης πτυχής της ταυτότητάς του.

  • ΠΠ: Θα ήθελα να περάσω τώρα σε περισσότερο προσωπικό τόνο, καθώς έχουμε μια φιλία που πηγαίνει αρκετά πίσω στον χρόνο, και μια σχέση συναδελφική που μας συνδέει στο πεδίο της φιλοσοφίας. Είναι βέβαιο ότι οι περισσότεροι Έλληνες αγνοούν ότι εσείς, ο Υπουργός Εξωτερικών του Μαυροβουνίου δεν είστε ένας σπουδαίος φίλος της Ελλάδος μόνο στη θεωρία, ένας πραγματικός φιλέλληνας, αλλά – και δεν θα διστάσω να το ονομάσω έτσι – και στην πράξη: τόσο ως πολυγραφότατος μελετητής της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και της φιλοσοφίας της ύστερης αρχαιότητας, όσο και ένας από τους εξέχοντες ειδικούς στη μελέτη του έργου του Διονυσίου Αρεοπαγίτου και της κληρονομιάς του. Θα μπορούσατε, σας παρακαλώ, να μας πείτε λίγα λόγια για τη σχέση σας με την Ελλάδα, τις απαρχές αυτής της σχέσης και την εξέλιξή της;

ΥΠΕΞ Ιβάνοβιτς: Σας ευχαριστώ για την ερώτηση αυτή. Είναι πάντα ωραίο να επιστρέφω στις ακαδημαϊκές και ερευνητικές καταβολές μου. Πράγματι, η εκπαίδευσή μου περιλαμβάνει κατοχή Διδακτορικού τίτλου στη Φιλοσοφία και τις Θρησκευτικές Σπουδές, και η ειδίκευσή μου είναι Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, Φιλοσοφία της Ύστερης Αρχαιότητας, και Βυζαντινή Φιλοσοφία. Αυτές είναι οι θεματικές και οι περιοχές της φιλοσοφίας που κέρδισαν το μεγάλο ενδιαφέρον μου από τις απαρχές των φιλοσοφικών σπουδών μου. Βεβαίως, το ενδιαφέρον σε αυτές τις περιοχές με έκανε να εκτιμήσω με τρόπο φυσικό και να εξετάσω ακόμη περισσότερο την Ελληνική ιστορία, τον Ελληνικό πολιτισμό και την Ελληνική τέχνη. Κατά τη διάρκεια της ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας μου είχα την ευκαιρία και την αγαθή τύχη να επισκεφθώ πάρα πολλούς τόπους στην Ελλάδα, να γνωρίσω τον Ελληνικό λαό, την αθηναϊκή ζωή. Πρόκειται για μια πολύ ζωηρή κουλτούρα και κοινωνία και θα πρέπει να πω ότι έχω πολύ βαθιά προσωπική σχέση με την Ελλάδα, τόσο που θα μπορούσε να προσδιοριστεί κατά τον καλύτερο τρόπο με μια λέξη. Και η λέξη αυτή είναι η αγάπη.

  • ΠΠ: Αυτό είναι εξαίσιο! Και καθώς η αγάπη είναι η λέξη κλειδί εδώ, ποιό θα ήταν το μήνυμα που θα μεταφέρατε στη νεότερη γενιά των σημερινών Ελλήνων που θα μπορούσε να πει κάποιος ότι δεν αντιλαμβάνονται πλήρως τη σημασία του Ελληνισμού και της επίγνωσης περί αυτού και περί του Ελληνικού Πνεύματος εν συνόλω; Ποιά θα ήταν η συμβουλή σας, τόσο ως μελετητής που έχει δαπανήσει πολλά χρόνια να σπουδάζει τον Ελληνικό πολιτισμό, την τέχνη, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, όσο και ως γνήσιος φίλος της Ελλάδας αλλά και ως επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής ενός κράτους των Βαλκανίων που προσβλέπει στις συνεισφορές του Ελληνισμού στην περιοχή αυτή;

ΥΠΕΞ Ιβάνοβιτς: Εάν έλεγα ότι η Ελλάδα και ο Ελληνικός πολιτισμός είναι το λίκνο του Δυτικού πολιτισμού, δεν θα ήταν κάτι καινούριο. Αλλά ορισμένες φορές ακόμη και τα γνωστά και «παλαιά» πράγματα πρέπει να επαναλαμβάνονται προκειμένου να μην λησμονούνται. Εάν υπάρχουν τόσο πολλοί άνθρωποι εκτός Ελλάδας, και όχι μόνον στην Ευρώπη αλλά και σε άλλες ηπείρους, στην Αμερική, Βόρεια και Νότια, την Ασία, την Αφρική, που θαυμάζουν και αγαπούν την Ελληνική ιστορία, τον πολιτισμό, την κουλτούρα τη φιλοσοφία, την τέχνη και ούτω καθεξής, τότε οι Έλληνες εντός Ελλάδας, ιδίως οι νέες γενιές, θα πρέπει να είναι πολύ περήφανοι για την κληρονομιά τους.

Αυτή η κληρονομιά δεν αφορά μόνον τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και την κουλτούρα των αρχαίων Ελλήνων. Δεν αφορά μόνον τη Βυζαντινή κουλτούρα και παράδοση. Αφορά και τη σύγχρονη Ελλάδα. Αφορά τον Αγώνα για Ελευθερία, για τις αξίες της Δημοκρατίας και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να φυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού από κάθε νέο Έλληνα. Αυτό είναι κάτι για το οποίο οι νέοι Έλληνες θα πρέπει να είναι περήφανοι και, όπως είπα, εάν άνθρωποι εκτός Ελλάδας είναι περήφανοι γι᾽ αυτήν, τότε πολλώ μάλλον περήφανοι θα πρέπει να είναι οι εντός Ελλάδος για την κληρονομιά των προγόνων τους.

  • ΠΠ: Έρχομαι τώρα σε κάτι που ίσως λίγοι γνωρίζουν. Μιλάμε συχνά για ινστιτούτα, για φίλους του πολιτισμού, του Κινεζικού πολιτισμού παραδείγματος χάριν – υπάρχουν εκατοντάδες Ινστιτούτα ῾Κομφούκιος᾽ σε ολόκληρο τον κόσμο – και θα περίμενε κανείς η Ελλάδα να έχει τη δική της αλυσίδα, το δικό της διεθνές δίκτυο Πολιτιστικών Ινστιτούτων και Οργανισμών σε όλη την υδρόγειο. Ωστόσο, αυτό δυστυχώς δεν ισχύει. Αλλά εσείς, και πάλι, θεμελιώσατε πριν αρκετά χρόνια μια πρωτοβουλία την οποία θα αποκαλούσα μάλλον μοναδική, εξ όσων τουλάχιστον γνωρίζω. Εννοώ το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών στην Ποντγκόριτσα, το οποίο ιδρύθηκε το 2015, αν δεν απατώμαι. Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε γι᾽ αυτό;

ΥΠΕΞ Ιβάνοβιτς: Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών ιδρύθηκε στο Μαυροβούνιο το 2015 ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός και ήταν το αποτέλεσμα ενθουσιασμού ορισμένων συναδέλφων μου και εμού του ιδίου, που μολονότι ζουν στο Μαυροβούνιο εργάζονται ακαδημαϊκά σε θέματα Ελληνικού πολιτισμού. Κάποιοι εξ αυτών σπούδασαν και πραγματοποίησαν ερευνητικό έργο στην Ελλάδα και διαθέτουν μιαν εις βάθος γνώση της Ελληνικής κουλτούρας και του Ελληνικού πολιτισμού. Σκεφθήκαμε ότι είναι πολύ σημαντικό, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες δυτικές χώρες και δυτικά ερευνητικά κέντρα, να θεμελιώσουμε έναν Οργανισμό που θα είναι πλήρως αφοσιωμένος στη μελέτη του Ελληνικού πολιτισμού και πνεύματος, από τις αρχαίες ρίζες του μέχρι τη σύγχρονη εποχή.

Έτσι, ιδρύσαμε το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών στην Ποντγκόριτσα. Ξεκινήσαμε ένα ακαδημαϊκό περιοδικό, το ‘Akropolis: Journal of Hellenic Studies’. Αυτό το περιοδικό διανύει πλέον τον έβδομο χρόνο ζωής. Θα τολμούσα να πω ότι είναι ένα πολύ καλό και διακεκριμένο διεθνές περιοδικό. Βρίσκεται, παραδείγματος χάριν, στη λίστα ακαδημαϊκών περιοδικών Scopus, μια από τις πιο καταξιωμένες λίστες παγκοσμίως. Θεσμοθετήσαμε επίσης το Διεθνές Συνέδριο Ελληνικών Σπουδών(International Conference of HellenicStudies) που έλαβε χώρα στο Μαυροβούνιο για πρώτη φορά το 2019. Δυστυχώς, ο σχεδιασμός ήταν να συνεχιστεί σε ετήσια βάση σε διάφορα μέρη του Μαυροβουνίου, αλλά η πανδημία του κορωνοϊού και κάποιες άλλες κρίσεις μας χτύπησαν κι έτσι τα Συνέδρια αυτά αναβλήθηκαν. Αυτό που ελπίζουμε όμως είναι ότι θα ανανεώσουμε το έργο και του Κέντρου και των Συνεδρίων. Όλη η ουσία είναι να αγκαλιάσουμε με φροντίδα, να προωθήσουμε και να ερευνήσουμε τη σχέση μεταξύ Ελληνικού και Δυτικού πολιτισμού. Και φυσικά, το Μαυροβούνιο είναι ένα από τα ιδιαίτερα μέρη της Ευρώπης που έχει ειδικούς δεσμούς με την Ελλάδα.

Θα ήθελα επίσης να ενθαρρύνω τους Έλληνες φίλους μου να επιτελέσουν τον ρόλο τους και να προωθήσουν τη δική τους κουλτούρα και πολιτισμό σε όλον τον κόσμο και με διάφορα μέσα. Ένας από τους αποτελεσματικότερους τρόπους να το πράξουν είναι ιδρύοντας και υποστηρίζοντας Κέντρα Ελληνικών Σπουδών σε όλον στον κόσμο. Ασφαλώς, δεν είμαστε το μοναδικό Κέντρο Ελληνικών Σπουδών, στο Μαυροβούνιο. Υπάρχουν πολλά κέντρα σαν αυτό στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε όλη την Ευρώπη, ακόμη και στην Ιαπωνία. Επομένως, θα έλεγα ότι αυτή είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για πολιτιστική διπλωματία, για επιστημονική διπλωματία, πέραν της αμιγούς ακαδημαϊκής έρευνας και του σχετικού ενδιαφέροντος.

  • ΠΠ: Είχατε μήπως την ευκαιρία κατά τις συναντήσεις σας σε αυτήν την επίσκεψή σας στην Αθήνα να θέσετε ζητήματα διμερούς συνεργασίας μεταξύ Μαυροβουνίου και Ελλάδος σε αυτό ακριβώς το επίπεδο, του Πολιτισμού, της Παιδείας, της Έρευνας, της Επιστημονικής Συνεργασίας; Ή μήπως αυτό είναι κάτι για το οποίο υπάρχει ακόμη χώρος να εργαστεί κανείς στο εγγύς μέλλον;

ΥΠΕΞ Ιβάνοβιτς: Υπάρχουν πολλές περιοχές στις οποίες Ελλάδα και Μαυροβούνιο μπορούν να συνεργαστούν έτι περαιτέρω. Ένα καλό παράδειγμα είναι η εκπαίδευση των δοκίμων αξιωματικών μας σε στρατιωτικές ακαδημίες στην Ελλάδα. Αυτή η συνεργασία έχει υπάρξει πολύ καρποφόρα και πολλοί νέοι στρατιώτες και αξιωματικοί από το Μαυροβούνιο έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της επισκέψεώς μου συζητήσαμε τις δυνατότητες αύξησης του αριθμού των υποτροφιών που χορηγεί η Ελλάδα σε φοιτητές από το Μαυροβούνιο προκειμένου να ακολουθήσουν προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές σε Πανεπιστήμια σε όλη τη χώρα.

Συζητήσαμε επίσης, τις δυνατότητες μεγαλύτερης και ισχυρότερης σύνδεσης μεταξύ Πανεπιστημίων και Ερευνητικών Οργανισμών του Μαυροβουνίου και της Ελλάδος, διότι θεωρούμε ότι το να εργαζόμαστε σε αμοιβαία προγράμματα – ανταλλαγή ακαδημαϊκού προσωπικού, ανταλλαγή φοιτητών – είναι από τις καλύτερες ευκαιρίες ενίσχυσης των δεσμών μεταξύ των δύο χωρών μας. Ελπίζω ότι στο άμεσο μέλλον θα έχουμε και ορισμένες διμερείς συμφωνίες σε ισχύ στους τομείς του πολιτισμού, της εκπαίδευσης και της έρευνας. Επομένως, συμφωνήσαμε ότι θα πρέπει μαζί να εργαστούμε εντατικότερα στα θέματα αυτά το συντομότερο δυνατόν.

  • ΠΠ: Κύριε Υπουργέ, η τελευταία ερώτηση. Ποιό είναι το όραμά σας ως η κεφαλή του Υπουργείου Εξωτερικών του Μαυροβουνίου και πώς θα επιθυμούσατε να το δείτε να ενσαρκώνεται;

ΥΠΕΞ Ιβάνοβιτς: Η κυβέρνηση της οποίας είμαι μέλος έχει θέσει τέσσερεις στόχους εξωτερικής πολιτικής τους οποίους θέλουμε να κατορθώσουμε. Πρώτος στόχος της εξωτερικής μας πολιτικής είναι η ένταξη του Μαυροβουνίου στην ΕΕ. Δεύτερος στόχος είναι η συνεχής ενεργή και αξιόπιστη συμμετοχή μας στο ΝΑΤΟ. Τρίτος στόχος είναι οι σχέσεις καλής γειτονίας και η προστασία και φροντίδα της περιφερειακής συνεργασίας. Και τέλος, τέταρτος στόχος της εξωτερικής πολιτικής μας, που είναι και μακροπρόθεσμος, είναι ο πιο ενεργός και χειροπιαστός ρόλος του Μαυροβουνίου στους πολυμερείς οργανισμούς, ιδίως τα Ηνωμένα Έθνη. Αυτοί είναι οι στόχοι προς τους οποίους όλοι εμείς ως κυβέρνηση, και ιδιαίτερα εμείς ως Υπουργείο των Εξωτερικών, είμαστε πλήρως αφοσιωμένοι και εργαζόμαστε σκληρά για την επίτευξή τους.

Όσον αφορά στο Υπουργείο των Εξωτερικών, αυτό που έχω υποσχεθεί, και αυτό που η κυβέρνηση έχει υποσχεθεί, είναι η ανανέωση του διπλωματικού μας δικτύου στο εξωτερικό, η αφοσίωση στους νεότερους διπλωμάτες, οι δυνατότητες να προσφέρουμε ποικίλα είδη εκπαίδευσης – μέσω συνεργασίας με τις διάφορες διπλωματικές ακαδημίες και διεθνείς οργανισμούς – περισσότερο προσανατολισμένης στην πρακτική, όπως τα επιμέρους προγράμματα στο πλαίσιο των επισκέψεων πεδίου του Προγράμματος Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP) στα Ηνωμένα Έθνη, στη Γενεύη και τη Νέα Υόρκη. Αυτό που θέλουμε επίσης να συμπεριλάβουμε – και αυτό είναι κάτι για το οποίο εργαζόμαστε επί του παρόντος – είναι η έμφαση στην πολιτιστική και επιστημονική διπλωματία, διότι πιστεύουμε ότι αυτές είναι οι καλύτερες ατραποί δια των οποίων μια μικρή χώρα μπορεί να κατορθώσει μεγαλύτερη προβολή στη διεθνή σκηνή.

Έτσι, έχουμε πλέον συστήσει Διεύθυνση Οικονομικής και Δημόσιας Διπλωματίας εντός της οποίας θα εστιάσουμε περισσότερο στην πολιτιστική και επιστημονική διπλωματία. Επιπλέον, θέλουμε να συμπεριλάβουμε όλες αυτές τις ιδέες εστιάζοντας ιδιαίτερα στην ψηφιακή διπλωματία, καθώς πιστεύουμε ότι στον εικοστό πρώτο αιώνα ο συνδυασμός σύγχρονης πληροφορίας και τεχνολογιών επικοινωνίας με τη διπλωματία μπορεί να είναι μια φόρμουλα νίκης για το Μαυροβούνιο.

ΠΠ: Εξοχότατε Υπουργέ των Εξωτερικών του Μαυροβουνίου, Δρ. Ιβάνοβιτς, αγαπητέ Φίλιπ, σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου γι᾽ αυτή την εκτενή συνομιλία μας και σας εύχομαι εγκάρδια επιτυχία στο υπόλοιπο του ταξιδιού σας εδώ στην Αθήνα και στα καθήκοντά σας περαιτέρω. Ήταν μεγάλη χαρά και είμαι βαθιά ευγνώμων για τον χρόνο που αφιερώσατε σε αυτήν τη συνάντηση και συζήτησή μας.

ΥΠΕΞ Ιβάνοβιτς: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Ήταν μεγάλη μου χαρά πρώτα απ᾽ όλα που σας είδα, και εν συνεχεία που είχα την τιμή να απαντήσω στις ερωτήσεις που μου θέσατε.

ΠΠ: Σας εύχομαι όλα τα καλά!

ΥΠΕΞ Ιβάνοβιτς: Σας ευχαριστώ.

Δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 13 Μαρτίου 2024, στην Hellas Journal, Νέα Υόρκη. Πηγή:

Η ψήφιση του γάμου ομοφυλοφίλων συνιστά ανθελληνική πράξη αφελληνισμού της Ελλάδας και των Ελλήνων

Ο ελληνικός λαός παρακολουθεί άναυδος τη βίαιη απόπειρα της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη να περάσει τον νόμο του γάμου ομοφυλοφίλων ενάντια σε κάθε στοιχειώδη ανθρωπολογική, βιολογική, φυσική και πολιτειακή αρχή. Κι αν κανείς εξακολουθεί να παραμένει τυφλά αδαής και να μην αντιλαμβάνεται γιατί η επικείμενη ψήφιση αυτού του χαμερπούς εκτρώματος νομικής και δικανικής εξίσωσης του παρά φύσιν με το κατά φύσιν συνιστά πράξη εθνικής προδοσίας, υπάρχουν αρκετοί λόγοι εμφανείς και αφανείς, κάποιους εκ των οποίων παραθέτουμε ακολούθως.

Είναι προφανές, και δημόσια πλέον ομολογημένο, ότι η εν λόγω επιταγή της ψήφισης του γάμου ομοφυλοφίλων υποκινήθηκε συστηματικά και από τον στρατηγικό εταίρο της άλλης όχθης του Ατλαντικού στο άρμα του οποίου έχει προσδεθεί τυφλά η Ελλάδα εκχωρώντας όχι μόνον κάθε έννοια κυριαρχικής αυτεξουσιότητας αλλά και πολυχιλιετείς παραδόσεις οικουμενικών αξιών, χάριν ενός φληναφήματος ένταξης σε μια απροσδιόριστα «ορθή πλευρά της ιστορίας». Αυτό το υπαινίσσονται ήδη βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος οι οποίοι έχουν δηλώσει ότι θα καταψηφίσουν το νομοσχέδιο.

Επιπλέον, στην προ ημερών επίσκεψη του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών στο Στέητ Ντηπάρτμεντ, προς μεγάλη έκπληξη πολλών, το κοινό ανακοινωθέν των δύο ομολόγων ΥΠΕΞ, μολονότι αφορούσε τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική συνεργασία ΗΠΑ –Ελλάδος, επισφραγίστηκε με τη φαινομενικά irrelevant απόδοση ευσήμων της αμερικανικής κυβέρνησης προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη για το επικείμενο κατόρθωμα της ολοκλήρωσης του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για LGBTQI+ με την ψήφιση του γάμου ομοφυλοφίλων. Αυτό φυσικά δεν προξενεί εντύπωση σε όποιον διαθέτει τη στοιχειώδη μνήμη να θυμάται ότι δεν υπάρχει δράση υπέρ των ομοφυλοφίλων στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία αρκετά χρόνια που να μην έχει στηριχθεί οικονομικά, ηθικά και πολιτικά από την εν Αθήναις Πρεσβεία της συμμάχου μας.

Θεωρεί δηλαδή ο Έλληνας Πρωθυπουργός εθνικά ωφέλιμο, τίμιο, ηθικό και φυσιολογικό, μεστό αρχών και αξιών, μια χώρα κι ένας λαός με πολιτισμό αειθαλή και ιστορία πολυχιλιετή που υποτίθεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες τιμούν τόσο ώστε να διατρανώνουν παντού και πάντοτε τις αξίες της δημοκρατίας (democracy) και του ήθους (ethos) που έλαβαν από τους Έλληνες, να καταστρατηγεί την μεν πρώτη με πρακτικές σταλινισμού, τη δε δεύτερη με την εισαγωγή μιας ανήθικης νεοταξικής μεταφυσικής ακολασίας και ευθείας προσβολής των αξιωμάτων της φύσης όπως την πρακτικεύουν και την επιβάλλουν παραλογισμένοι επίγονοι θανατοποινιτών καταδίκων της Αγγλοσαξονίας;

Αντί δηλαδή η Ελλάδα να παραμένει το άλας που δίνει γεύση και ελπίδα ζωής στην επιθανάτια μεταφυσική της ναρκωμένης Δύσης, γίνεται το υποχείριό της, η πόρνη της, προκειμένου οι κτηνώδεις άλογες ορμές της νεοφεουδαρχικής βαρβαρότητας να μαγαρίσουν την τελευταία ικμάδα υγείας, ανθρωπιάς, φυσιολογικότητας και σεβασμού στη ζωή, τη φύση και τον άνθρωπο;

Διότι πώς αλλιώς μπορεί κανείς να ερμηνεύσει τις ευρωλιγούρικες κλάψες κορυφαίου ομοφυλοφίλου συμβούλου του Πρωθυπουργού – τον οποίο το μόνο που τον κόπτει ως χρυσοπληρωμένο ένοικο του Μεγάρου Μαξίμου είναι η νομιμοποίηση του γάμου του με τον Αγγλοσάξονα σύντροφό του – ότι ενώ 36 χώρες της Ευρώπης και του πλανήτη έχουν θεσμοθετήσει τον γάμο ομοφυλοφίλων η Ελλάδα παραμένει ως τώρα εκτός;
Άραγε, ο εν λόγω κύριος πήρε ποτέ του μυρωδιά ότι η Ελλάδα και ο Ελληνισμός δεν είναι ό,τι κι ό,τι; Και σίγουρα δεν είναι αυτά που ο ίδιος φαντάζεται;

Άραγε, αντιλαμβάνεται ότι, με το σκεπτικό του, το 1940 οι Έλληνες θα έπρεπε να υποδεχθούν περιχαρείς τις δυνάμεις του Άξονα, επειδή αυτό είχε συμβεί και με μια σειρά μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών;

Άραγε, αντιλήφθηκε ποτέ του ότι Ελληνισμός σημαίνει αντίσταση στη βαρβαρότητα, αντίσταση στη βδελυρή απανθρωποποίηση του ανθρώπου, αγώνας αδιαπραγμάτευτος για να μπορεί ο άνθρωπος να παραμένει άνθρωπος, και να μην υποτάσσεται στη σήψη που ούτε κατώτερες μορφές του ζωικού βασιλείου δεν ανέχονται για τους εαυτούς τους;

Ή μήπως, θεωρεί ο Έλληνας πολίτης τυχαία την επιλογή από το πουθενά άλλου όψιμου ομοφυλόφιλου, ο οποίος μας ήρθε φυτευτός αρχηγός ως αντιδάνειο από την άλλη όχθη του Ατλαντικού, και μοστράρει στην ελλαδική πολιτική σφαίρα το έπαθλο της δικής του ναρκισσιστικής ψυχεδέλειας, δίχως να αντιλαμβάνεται ότι τίποτε το ελληνικό δεν επέχει αυτή του η βιοτή και πολιτεία;

Άραγε, συνειδητοποιούν οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, όσοι άνανδρα δηλώνουν ότι θα απέχουν από την ψηφοφορία, αλλά και οι καλοθελητές που θα υπερψηφίσουν το νομοσχέδιο αυτό, όπως και οι όμαιμοί τους του ΣΥΡΙΖΑ ότι τέτοιο πράγμα δεν υπήρξε ποτέ αναγνωρισμένο στη δημόσια ζωή των Ελλήνων, από την εποχή της Εκκλησίας του Δήμου μέχρι σήμερα; Έχουν άραγε διαβάσει το Συμπόσιο του Πλάτωνα, διότι κι εδώ τα παραμύθια που ακούγονται από άσχετους κατεργάρηδες ξεπερνούν τη φαντασία της Χαλιμά, για να διαπιστώσουν ότι ο Σωκράτης ποτέ δεν ενέδωσε στις αρρωστημένες ορέξεις του Αλκιβιάδη, αφήνοντάς τον με τη χαρά στα …σκέλια, κι αναγκάζοντάς τον να ομολογήσει την ανωτερότητα του Έρωτα που δεν αποζητά αυτοβεβαίωση;

Γιατί άραγε, οι Έλληνες βουλευτές και πολιτικοί αρχηγοί δεν ενδιαφέρονται να μιμηθούν τις αρετές της πλειοψηφίας του αμερικανικού λαού, και επιλέγουν να συνταχθούν με τον δυσώδη οχετό της μειοψηφικής υποκουλτούρας ενός βαθέος κράτους που κατατρώγει και τα σωθικά της ίδιας της αμερικανικής κοινωνίας, όπως σύντομα θα πράξει και με την ελληνική; Είναι άραγε στρατηγική συμμαχία η ταύτιση του παρά φύσιν με το κατά φύσιν; Ποιά Πολιτεία άντεξε και για πόσο, τέτοια Πολιτειακή, με τη βαθύτερη σημασία του όρου, εκτροπή, η οποία λειτουργεί σαν εκρηκτικό μέσα στα σπλάχνα της κοινωνίας;

Αλήθεια, πόση φαιά ουσία έχει απομείνει στους κυβερνώντες της Νέας Δημοκρατίας, όταν πρωτοκλασάτος Υπουργός, συμβάλλων στην γκριζοποίηση του ανατολικού Αιγαίου, βγαίνει σήμερα το πρωί και δηλώνει ανερυθρίαστα, δίχως συναίσθηση του αυτo-ευτελισμού του, ότι η ψήφιση του γάμου ομοφυλοφίλων συνιστά μέσο γεωστρατηγικής ανάσχεσης του ενσαρκωμένου Κακού στο Μανιχαϊκό δίπολο της Νεοταξικής Νεοφεουδαρχικής αφασίας;

Ποιός Έλληνας πολίτης, αλήθεια, αισθάνεται ασφαλής, ότι τέτοιοι νόες είναι σε θέση να προασπίσουν τα εθνικά δίκαια, θέσμια και θέσφατα του Ελληνισμού, όταν έχουν εκχωρήσει πολλοί από αυτούς όχι μόνον τα κορμιά τους, αλλά, πολύ χειρότερα, το όποιο εναπομένον ελληνικό πνεύμα φυτοζωεί εντός τους;

Ο Ελληνισμός, ο ελληνικός πολιτισμός, το ελληνικό πνεύμα, κυρίες και κύριοι, ήταν πάντοτε ταυτισμένο και σταθερά προσηλωμένο στο Φως, στο Ήθος, στο Δίκαιο, στο Κάλλος, στον Λόγο, και με αφετηρία το έλλογο και το κατά φύσιν αποζητούσε το υπέρλογο και το υπέρ φύσιν. Αυτό αποδεικνύει η ιστορία των Ελλήνων, η τέχνη των, η ποίησή των, η γεωπολιτική των, η κοιν(ωνικ)ή βιοτή των, η κοσμοθεωρία των και η συνακόλουθη πολιτική των.

Ποτέ ο Ελληνισμός δεν ανέχθηκε να ονομάσει το παρά φύσιν κατά φύσιν. Ποτέ δεν ανέχθηκε να αυτοπροσβληθεί, και όταν αναγκάστηκε από την ιστορία, την εκδικήθηκε. Διότι γνώριζε ότι αν την άφηνε, θα τον εκδικείτο εκείνη.

Ας τα έχετε αυτά υπόψιν, όσοι σήμερα αποφασίσετε να ανοίξετε τον ασκό του Αιόλου και να αναγάγετε εαυτούς και υμετέρους σε θεραπαινίδες της εξίσωσης της παρά φύσιν διαστροφής με την κατά φύσιν λειτουργία και της τυραννίας του αλόγου εις βάρος του λόγου. Η ιστορία θα σας περιμένει, είτε για να τιμήσει κάποιους από εσάς ως Έλληνες, είτε για να αφανίσει τους υπόλοιπους ως βαθιά πνευματικά ξένους και πολέμιους του Ελληνισμού, ήτοι ανθέλληνες.

Δημοσιεύθηκε την Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024, στο newsbreak.gr.

Πηγή:

https://www.newsbreak.gr/parapolitika/563051/i-psifisi-toy-gamoy-omofylofilon-synista-anthelliniki-praxi-afellinismoy-tis-elladas-kai-ton-ellinon/?utm_source=dlvr.it&utm_medium=twitter

Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΤΡΟΠΟΣ ΤΟΥ 1821*

Η Έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821

Ὑπάρχουν τοὐλάχιστον τρεῖς τρόποι νὰ ἀνταποκριθεῖ κανεὶς στὸν ἑορτασμὸ μιᾶς ἱστορικῆς ἐπετείου. Ὁ πρῶτος εἶναι ὄχι μόνον νὰ ἀδιαφορήσει ἀλλὰ καὶ νὰ προσπαθήσει νὰ ὑποβαθμίσει τὸ ἑορταζόμενο γεγονὸς ἀλλοιώνοντας ἐντέχνως τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ περιεχόμενό του. Ὁ δεύτερος εἶναι νὰ τὴν ἀντιμετωπίσει ἁπλῶς ὡς ἕνα γεγονὸς ποὺ ἀρκεῖ νὰ ἑορταστεῖ στὸ σήμερα ὡς φολκλόρ, περιοριζόμενος σὲ μιὰ ἐξωτερικὴ ἔκφραση συναισθημάτων, καὶ δὴ εὐγενῶν αἰσθη- μάτων τιμῆς, πρὸς τὸ μέγιστο ἑορταζόμενο κα- τόρθωμα. Ὑπάρχει, ὡστόσο, κι ἕνας τρίτος τρόπος, οἱ ρίζες τοῦ ὁποίου χάνονται στὰ βάθη τῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, κι ἔχουν ὡς συμβατικὴ ἀφετηρία τους τὸν Πλάτωνα: εἶναι ὁ τρόπος τῆς μεθέξεως. Δηλαδή, τῆς μετοχῆς στὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν πρὶν μόλις δυὸ ἑκατονταετίες, κατὰ τρόπο ποὺ καταργεῖ τοὺς χωροχρονικοὺς περιορισμοὺς καὶ ἀποδίδει στὸ ἑορταζόμενο γεγονὸς ὄχι μόνον τὰ προσήκοντα, ἀλλὰ καὶ τὸ ζωντανὸ ἀποτύπωμά του στὸ διηνεκές. Ἀλλὰ ἂς δοῦμε τὰ πράγματα σὲ μιὰ σειρά.

Συμπληρώνονται φέτος 200 χρόνια ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, τῆς πρώτης ἐπιτυχημένης ὕστερα ἀπὸ 123 ἀποτυχημένες προσπάθειες στὸ διάβα πέντε αἰώνων κατὰ τοῦ Τούρκου δυνάστη καὶ κατακτητῆ, ἕνα γεγονὸς κοσμοϊστορικῆς σημασίας, ὅπως συμφωνεῖ ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία νουνεχῶν ἐρευνητῶν καὶ νοημόνων ἀνθρώπων. Παράλληλα, στὴν Ἑλλάδα συμπληρώνεται ἕνα ἔτος ἐπίσημης προετοιμασίας ἑορτασμῶν, μὲ εὐθύνη τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους μέσῳ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἑλλάδα 2021. Ὁ ἀναγνώστης εἶναι ἤδη ἐνήμερος γιὰ τὰ πεπραγμένα αὐτῆς τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὰ ἀτοπήματά της, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Οὔτε σκοπὸς εἶναι νὰ δείξουμε τὰ θεμελιώδη ἐπιστημονικὰ καὶ ἐπιστημολογικὰ σφάλματα στὰ ὁποῖα ὑποπίπτει ἡ αὐθαίρετη, ἰδιοτελὴς καὶ ἐργαλειοποιημένη ἑρμηνεία τοῦ Ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων γιὰ Λευτεριά, καθὼς τὴν ὑποβαθμίζει σὲ ἕνα φιλελεύθερο κίνημα ποὺ οὐδεμία σχέση ἔχει μὲ τὰ προφανῆ κίνητρα τοῦ ξεσηκωμοῦ τοῦ ὑπόδουλου σκλαβωμένου Γένους. Αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦμε, εἶναι νὰ τονίσουμε ὁρισμένες ἀλήθειες περὶ τῆς Ἐπανάστασης στὴν κατεύθυνση τοῦ τρίτου τρόπου ἑορτασμοῦ τοῦ Ξεσηκωμοῦ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀπόδοσης τιμῆς στὸ 1821 ποὺ ἐπισημάνθηκαν ἀνωτέρω, ὡς ἑορταστικὸ γεγονὸς μεθέξεως. Ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ ὁρισμένες παραμέτρους, ποὺ ἴσως ἀναδεικνύουν τὴν σημερινὴ ἀξία τοῦ 1821 καὶ ἐνδεχομένως ἐξηγοῦν, γιατὶ ἐπιχειρεῖται τόσο συστηματικὰ καὶ λυσσαλέα ἀπὸ ὁρισμένους ἰδεολογικοὺς καὶ πολιτικοὺς κύκλους ἡ ἀλλοίωσή του.

Στὴν ἀρχὴ τοῦ Πλατωνικοῦ διαλόγου Τίμαι- ος ὑπάρχει ἕνα χωρίο, στὸ ὁποῖο ὁ Πλάτων διηγεῖται, ὅπως τοῦ τὰ μετέφεραν Αἰγύπτιοι σοφοὶ κατὰ τὸ ταξίδι του στὴν Αἴγυπτο, τὰ κατορθώματα τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἔναντι ἑνὸς μεγάλου καὶ ἰσχυροῦ ἐχθροῦ ἐκ δυσμῶν, ποὺ ἐπιχείρησε νὰ καταδυναστεύσει ὅλες τὶς εὐρωπαϊκὲς πόλεις. Καὶ περιγράφει πῶς ἡ Ἀθήνα «ἔπαυσέν ποτε δύναμιν ὕβρει πορευομένην ἅμα ἐπὶ πᾶσαν Εὐρώπην καὶ Ἀσίαν» (Πλάτωνος Τίμαιος, 24e): «Τότε ἀκριβῶς, Σόλων, ἀποκαλύφθηκε σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ δύναμη τῆς πόλης σας, γιατί στάθηκε πρώτη στὸ φρόνημα καὶ στὴν τέχνη τοῦ πολέμου. Ἐπικεφαλῆς τῶν Ἑλλήνων, καὶ στὴν συνέχεια ἀναγκασμένη νὰ πολεμήσει μόνη ὅταν οἱ ἄλλοι τὴν ἐγκατέλειψαν, ἔφθασε στὸν ἔσχατο κίνδυνο, ἀλλὰ τελικὰ ἀπέκρουσε τοὺς εἰσβολεῖς καὶ θριάμβευσε. Δὲν ἄφησε ἔτσι νὰ γνωρίσουν τὴ σκλαβιὰ αὐτοὶ ποὺ δὲν εἶχαν ὑποδουλωθεῖ ποτὲ καὶ ἀπελευθέρωσε μὲ μεγαλοψυχία ὅλους ἐμᾶς τοὺς ἄλλους ποὺ κατοικούσαμε μέσα ἀπὸ τὶς Ἡράκλειες Στῆλες» (Ό.π., 25bc, μετάφραση Βασίλη Κάλφα: Πλάτωνος Τίμαιος, Πόλις, Ἀθήνα 2005, σελ. 193).

Πλάτων καὶ Ἀριστοτέλης, λεπτομέρεια ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ραφαὴλ «Ἡ Σχολὴ τῶν Ἀθηνῶν».

Μολονότι μυθική, ἡ περιγραφὴ αὐτὴ τοῦ Πλάτωνος γιὰ τὴν Ἀτλαντίδα περιέχει στοιχεῖα ποὺ διέπουν τὴν ἑλληνικὴ ταυτότητα καὶ τὴν διαχρονικὴ παγκόσμια λειτουργία τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὡς ἀμύντορος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δημοκρατίας. Ὑπ ̓ αὐτὴν τὴν ἔννοια, ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Πλάτωνος, διαπιστώνουμε μίαν αὐτοσυνειδησία τοῦ ἔθνους τῶν Ἑλλήνων ἔναντι τῆς ἱστορίας, τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ του. Αὐτὴ ἡ αὐτοσυνειδησία ἐκφράζεται καὶ ἐπαληθεύεται πολλαπλῶς στὸ διάβα τῶν αἰώνων, μὲ κορυφαῖα παραδείγματα τὴν ἀντίσταση τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τοὺς Περσικοὺς Πολέμους, τὴν Αὐτοκρατορία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τὴν μετεξέλιξή της στὴν ὑπερχιλιόχρονη ζωὴ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, αὐτὸ ποὺ σχεδὸν πα- ραπλανητικὰ καλεῖται σήμερα Βυζάντιο, καθὼς καί την πλέον πρόσφατη Ἀντίσταση τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὴν Ναζιστικὴ θηριωδία. Στὴν ἑλληνικὴ παράδοση, ὡστόσο, ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἐξ αὐτῆς πηγάζουσας δημοκρατίας δὲν εἶναι ἀφῃρημένη, οὔτε προέρχεται ἀπὸ μιὰ ἀνάγκη ἐνδοκοσμικῆς διευθέτησης τοῦ ἀτόμου, προκειμένου νὰ διασφαλίσει μέσῳ τῆς χρήσης ἀτομικῶν καὶ κοινωνικῶν δικαιωμάτων συνθῆκες διαβίωσης τέτοιες ποὺ ἡ μετανεωτερικότητα ἔχει κωδικοποιήσει μὲ τὸν ὅρο «ποιότητα ζωῆς».
Μὲ τὸν Ἑλληνισμὸ συμβαίνει κάτι ἄλλο. Τόσο στὴν πρὸ Χριστοῦ, ὅσο καὶ στὴν Χριστοποιημένη ἐκδοχή του, ὁ Ἕλληνας τρόπος καὶ λόγος ἐμμένει στιβαρὸς στὴν διαγωγή τοῦ εἶναι, ὅπως κανεὶς ἄλλος λαὸς ἢ ἄνθρωπος ἐπὶ γῆς δὲν ἔχει κατορθώσει. Ὁ Ἕλληνας τρόπος κινεῖται στὰ ὅρια τῆς ἀναμέτρησης τοῦ ὄντος μὲ τὸ ἴδιο τὸ εἶναι, στὸ μεταίχμιο τῆς πάλης τῆς φθορᾶς μὲ τὴν ἀφθαρσία· τοῦ πεπερασμένου μὲ τὸ ἄπειρο· τῆς χρονικότητας μὲ τὸ ἄχρονο· τῆς ἐνθαδικότητας μὲ τὸ ἐπέκεινα· τοῦ ψεύδους, τῆς πλάνης καὶ τῆς αἵρεσης μὲ τὴν ἀλήθεια· τῆς ἰδιοτέλειας μὲ τὴν ἀνιδιοτέλεια· τοῦ μέρους μὲ τὸ ὅλον· τῆς ἄγνοιας μὲ τὴν γνώση· τῆς κακίας μὲ τὸ Ἀγαθό· τοῦ κτιστοῦ μὲ τὸ ἄκτιστο· τοῦ Θανάτου μὲ τὴν Ζωή. Εἶναι αὐτὸ τὸ τελευταῖο ζεῦγος ποὺ ὁ Ἕλληνας θεωρεῖ καὶ βιώνει μοναδικὰ καὶ ξεχωριστὰ ἀπὸ κάθε ἄλλον λαό, μολονότι εἶναι ἴδιον σύνολης τῆς ἀνθρωπότητας ἡ μὲ κάθε μέσο προσπάθεια νὰ ξορκίσει τὸν πρῶτο καὶ νὰ προσδεθεῖ ὅσο γίνεται στὴν δεύτερη. Διότι γνωρίζει ὁ Ἕλληνας ὅτι ὁ πραγματικὸς καὶ πλέον ἐπικίνδυνος θάνατος δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐπέρχεται μὲ τὸ βιολογικὸ τέλος τοῦ σώματος καὶ τὸν χωρισμό του ἀπὸ τὴν ψυχή, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ νεκρώνει ἐκεῖνα τὰ αἰσθητήρια τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τοῦ θυμίζουν ὅτι ἔχει δημιουργηθεῖ γιὰ πράγματα πολὺ μεγάλα, ὡραῖα, ἀληθινά, γιά νά θυμηθῶ τόν Κωστῆ Παλαμᾶ. Πράγματα ποὺ ὑπερέχουν κάθε ἔννοιας φυλῆς, γένους, ράτσας· πράγματα ποὺ ἀνήκουν σὲ ἕνα Πολίτευμα τὸ ὁποῖο δὲν ὑπηρετεῖται ἀπὸ κόμματα, φατριασμούς, διχασμούς, ἰδεολογίες, ἰδεοληψίες, ἰδιοτέλειες καὶ κάθε λογῆς βολέματα. Γνωρίζει ὁ Ἕλληνας, ὅτι ἡ θεϊκή νομή του του εἶναι νὰ μεταμορφώσει τὸν κόσμο καὶ νὰ τὸν ἀνακαινίσει, ὄχι μὲ τὴν δική του δύναμη, ἀλλὰ μὲ τὴν δύναμη ποὺ ἐκείνη ἡ θεϊκὴ μοῖρα του ὅρισε, νὰ γίνει κληρονόμος καὶ δοχεῖο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.
Αὐτὴ εἶναι ἡ τολμηρὴ ἀλήθεια, ποὺ διαμορφώνει τόσο τὶς ἐκρηκτικὲς προϋποθέσεις ἑορτασμοῦ τῶν 200χρονων τοῦ 1821 ὅσο καὶ τὸ ἴδιο τὸ γεγονός. Ἕνα γεγονὸς τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα φέρει ἐντός του τὴν πλέον ἀκατάβλητη τεκμηρίωση τοῦ πόσο ἄρρηκτα συνυφασμένος εἶναι ὁ Ἀγῶνας τῆς Ἀνεξαρτησίας τῶν Ἑλλήνων μὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν Πίστη τὴν Ἁγία: Ἐπ-Ἀνάσταση.

Ὡς Ἐπ-Ἀνάσταση, ὁ Ἀγῶνας τῆς Ἀνεξαρτησίας δὲν εἶναι μόνον ἑλληνικὰ ἐθνικὴ ὑπόθεση. Ἀλλὰ εἶναι ἔργο κατάφασης στὴν Ζωὴ ποὺ νικᾶ τὸν Θάνατο. Ὡς τέτοιο ἀφορᾶ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα. Ὄχι τόσο διότι δείχνει τὸν δρόμο τῆς Λευτεριᾶς σὲ κάθε σκλαβωμένο ἄνθρωπο ἐπὶ γῆς. Ἀλλά, πρωτίστως καὶ κυρίως, διότι θέτει ἐκ νέου ἐνώπιον τῆς ἀνθρωπότητας τὸ μεῖζον διακύβευμα τῆς Ἐλευθερίας, ἑρμηνεύοντας ἐπὶ ἀληθοῦς βάσεως σὲ τί συνίσταται ἡ σκλαβιά. Στὸ πρόσωπο τοῦ Τούρκου κατακτητῆ ὁ Ἕλληνας ἀγωνιστὴς ἀναγνωρίζει τὴν φυλακὴ τῆς ἀνθρωπότητας στὰ δεσμὰ τῆς κλειστότητας καὶ τῆς αὐτοθέωσης ποὺ ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ ἐπιφέρει. Ἡ ἐξέγερση δὲν εἶναι ἁπλῶς ζητούμενο ἀποκατάστασης μιᾶς ἐνθαδικῆς ἐλευθερίας καὶ ἐπίτευξης αὐτοδιάθεσης, μολονότι καὶ τὰ δύο εἶναι ἱερὰ καὶ ἅγια. Ἀλλὰ εἶναι ἡ ὕψιστη πράξη ἀντίστασης στὸν θάνατο ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὴν κατάφαση καὶ συνθηκολόγηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἰδιοτελῆ χρήση τοῦ κόσμου, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὴν ἐπιβολὴ ἐπ ̓αὐτοῦ καὶ ἐπιδιώκει τὴν νέκρωση τῆς μὴ ἀντικειμενοποιήσιμης θεϊκότητάς του.
Ὡς τέτοια, ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση εἶναι τὸ ὕψιστο μάθημα ἔγερσης τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἄρσης τῆς ὕβρεως κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ κόσμου. Ὡς τέτοιος, ὁ Ἀγῶνας γιὰ τὴν Λευτεριὰ εἶναι ἡ ἐκρηκτικὴ κραυγὴ ἄρνησης τοῦ θανάτου τοῦ κόσμου. Μπροστὰ σὲ μιὰ τέτοια θεϊκὴ ἀποστολή, ἡ θυσία καὶ ὁ ἑκούσιος θάνατος προβάλλουν ὄχι μόνον δίχως δεύτερη σκέψη, ἀλλὰ ὡς ἡ κατεξοχὴν Ἔξοδος ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ Θανάτου ποὺ ὑβρίζει τὴν Ζωὴ τῆς Ἀθανασίας. Μόνον ἕνα τέτοιου συντριπτικοῦ μεγέθους διακύβευμα εἶναι ἱκανὸ νὰ γεννήσει τὸ πρόταγμα «Ἐλευθερία ἢ Θάνατος». Μόνον ἡ βιωμένη ἐμπειρία τῆς αἰωνιότητας μέσα στὸ κτιστὸ εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐξηγήσει τὴν τρέλλα τῶν κατοίκων τοῦ Μεσολογγίου, ποὺ δείχνουν πῶς ὁ Πολιορκημένος μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ μένει Ἐλεύθερος. Μόνον μιὰ τέτοια βαθιὰ πίστη στὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει δημιουργηθεῖ γιὰ νὰ γίνει κατὰ Χάριν Θεὸς καὶ νὰ ἑλκύσει ὅλη τὴν κτίση καὶ τὸν κόσμο στὸν Δημιουργό του εἶναι ἱκανὴ νὰ ἑρμηνεύσει σωστὰ καὶ νὰ δικαιώσει τὴν πεποίθηση ὅτι «μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ζωὴ εἶναι καλύτερη ἀπὸ σαράντα χρόνους σκλαβιά καὶ φυλακή». Διότι αὐτὸς ποὺ ζεῖ μέσα στὴν αἰωνιότητα εἶναι σὲ θέση νὰ ὑπηρετεῖ τὸ ἄπειρο ἀκόμη καὶ σὲ μιὰ στιγμή. Γι ̓ αὐτόν, ἡ μιὰ ὥρα ἐλεύθερης ζωῆς εἶναι ἀσύγκριτη μπρὸς σὲ μιὰ αἰωνιότητα σκλαβιᾶς, μιὰ αἰωνιότητα, δηλαδή, ἡ ὁποία δὲν ἔχει συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ της.
Ἄν δὲν ἐπρόκειτο περὶ αὐτοῦ, κανένας Λόρ- δος Βύρωνας δὲν θὰ εἶχε συγκινηθεῖ, δὲν θὰ εἶχε μεθύσει ἀπὸ τὸ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ ̓21, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ γίνει Ἕλληνας καὶ αὐτός, νὰ μαρτυρήσει δηλαδὴ μὲ τὸ αἷμα του τούτη τὴν Ἀλήθεια. Ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση δὲν πρόκειται περὶ κατάφασης στὸ ὕψιστο Γεγονός, τῆς νίκης τῆς Ζωῆς κατὰ τοῦ Θανάτου, τότε, μοιραῖα καὶ μα- θηματικά, αὐτὸ ποὺ ἀπομένει εἶναι ἡ ἀποψίλωσή της καὶ ἡ θεώρησή της μὲ ὅρους κλειστούς, ἐνθα- δικούς, διευθέτησης μερικῶν δεκαετιῶν ἐπίγειου βίου καὶ ἱκανοποίησης ἰδεοληψιῶν ποὺ γεννιῶνται ἀπὸ τὴν ἰδιοτελῆ συσχέτιση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν κόσμο.

Τὰ ἀνωτέρω δείχνουν, νομίζω, γιατί ὁ Ἑορτασμὸς τοῦ 1821 εἶναι πρωτίστως γεγονὸς μεθέξεως καὶ μάλιστα διττῆς. Ἡ πρώτη ὁρίζεται ἀπὸ τὴν ὑπέρβαση τῆς ἱστορικότητας, ἀκριβῶς διότι ὁ Ἀγῶνας τῆς Ἀνεξαρτησίας δὲν εἶναι ἁπλῶς ἱστορικὸ γεγονός. Τιμᾶ κανεὶς τὸ ̓21 ὅταν ζεῖ στὴν ὀντολογικὴ βαθμίδα τῶν δημιουργῶν του. Ὅταν μετέχει δηλαδὴ αὐτῆς τῆς Ἀλήθειας στὴν ὁποίαν μετεῖχαν καὶ οἱ Ἀγωνιστὲς τοῦ 1821. Αὐτὴ ἡ μετοχὴ προϋποθέτει ἕναν ἐσωτερικὸ ἀνακαινισμὸ τοῦ ἀνθρώπου, μιὰ ἀσκητικὴ καὶ ὁσιακὴ βιωτὴ ὅμοια μὲ αὐτὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννη Καποδίστρια, τοῦ πρώτου Κυβερνήτη τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ κράτους. Τότε μόνον μπορεῖ ὁ σύγχρονος Ἕλληνας νὰ ἀναχθεῖ ὀντολογικὰ στὸ ἐπίπεδο ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἐπιτρέπει νὰ διακρίνει τὸ σημαινόμενο πίσω ἀπὸ τὸν τύπο τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος καὶ νὰ οὐσιώσει ἐντός του τὸ ἦθος καὶ τὸν τρόπο τῶν προπατόρων του, ποὺ ἕξι γενιὲς νωρίτερα ἔπεσε ἐπάνω τους, κατά τήν ἔκφραση τοῦ Κολοκοτρώνη, «ὡς μία βροχή ἡ ἐπιθυμία τῆς Ἐλευθερίας».
Ὅσο παράδοξη κι ἂν ἀκούγεται αὐτὴ ἡ πραγ- ματικότητα, δὲν εἶναι ξένη στὸν σύγχρονο Ἑλληνισμό, ἀλλὰ πολὺ παλαιὰ καὶ ταυτόχρονα ἀπολύτως νέα. Διότι μιμεῖται τὸ Μυστήριο τῶν Μυστηρίων ποὺ τελεῖται ἀπαραλλάκτως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία σήμερα καὶ πάντοτε, γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας γράφει: «οὐ γὰρ τύπος θυσίας οὐδὲ αἴματος εἰκών, ἀλλὰ ἀληθῶς σφαγὴ καὶ θυσία» (Ἁγ. Νικόλαος Καβάσιλας, Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, λβ ́, Patrologia Graeca 150, 440-441). Ἔτσι, ἡ μετοχή μας στὸ γεγονὸς τοῦ 1821 μπορεῖ νὰ μεταμορφώσει μιὰ ἐκδήλωση σεβασμοῦ καὶ τιμῆς σὲ «μίμηση πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας» (Ἀριστοτέλης, Περὶ Ποιητικῆς, 6, 1449b24-25), μὲ προεκτάσεις εὐεργετικὲς στὸ διὰ ταῦτα τοῦ σύγχρονου Ἑλληνισμοῦ, ποὺ συνιστᾶ καὶ τὴν δεύτερη πτυχὴ τῆς μεθέξεως, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀνάληψη τῆς σκυτάλης στὸ σήμερα καὶ τὴν διεκπεραίωση αὐτοῦ ποὺ χαρακτηρίζεται ὡς «ἀνολοκλήρωτη ἐπανάσταση».
Διότι, ὅπως καὶ σήμερα ὁ κόσμος ἐξακολουθεῖ νὰ βρίσκεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν φθορὰ τοῦ θανάτου, μιὰ ἀπὸ τὶς μορφὲς τῆς ὁποίας εἶναι καὶ τὸ πολίτευμα τῆς τυραννίας -καὶ δὴ στὴν παγκοσμιοποιημένη ἐκδοχή του-, ἔτσι καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς βρίσκεται ἀντιμέτωπος μὲ τὰ ἴδια ζητήματα ποὺ γέννησαν τὸ 1821, κατὰ τρόπο ποὺ δικαιώνει τὴν Θουκυδίδεια σπειροειδῆ ἀντίληψη τῆς ἱστορίας. Καὶ τοῦτο συμβαίνει διότι ἔτσι διευκολύνονται παγκόσμια σχέδια διάλυσης τῶν διακριτῶν ταυτοτήτων τῶν λαῶν, καὶ ἐξυπηρετοῦνται ἰδιοτελεῖς σκοποὶ ἀνθρώπων ἐντὸς τοῦ σώματος τῆς ἐν Ἑλλάδι νεοελληνικῆς κοινωνίας σήμερα.
Τὸ τελευταῖο ἐξηγεῖ πρόδηλα καὶ τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο τὸ φετινὸ μεῖζον Ἰωβηλαῖο τοῦ Ἀγῶνα τοῦ 1821 γιὰ τὴν Λευτεριὰ ἐπιχειρεῖται νὰ ὑποβαθμιστεῖ μὲ τρόπο ἀνιστορικὸ καὶ ἀνιστόρητο καὶ νὰ μεταλλαχθεῖ σὲ ἀμιγὲς κίνημα φιλελευθερισμοῦ, μέ διττὴ στόχευση, μεταφυσικὴ καὶ γεωπολιτική. Ἀφ’ ἑνός, νὰ ἀποπροσανατολίσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ καίρια, διασφαλίζοντας τὸ χαμερπές του στὸ διηνεκές. Ἀφ’ ἑτέρου, νὰ θέσει τὶς προϋποθέσεις μόνιμου καὶ τελεσίδικου ἀφα- νισμοῦ τοῦ Ἕλληνα τρόπου, μετατρέποντας τὸ τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ποὺ ἀπελευθερώθηκε μὲ τὴν Ἐπανάσταση σὲ χῶρο συνάθροισης ἀλλοτρίων καὶ ἀλλοθρήσκων ἐποίκων. Στὴν προοπτικὴ αὐτή, ἡ ἄρτια σχεδιασμένη κρατικὴ ἐπιχείρηση προπαγάνδας κατὰ τοῦ ἀληθοῦς διακυβεύματος τοῦ 1821 συνεταιρίζεται μὲ ἀγαστὴ συνέργεια τὴν ἀποποίηση θεμελιωδῶν ἀρχῶν ἐθνικῆς κυριαρχίας, σὲ μιὰ ἀπέλπιδα προσπάθεια νὰ διαγραφεῖ ἀπὸ τὸ πνευματικὸ γενετικὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ συνείδηση τόσο τῆς ἱστορικῆς συνέχειάς του ὅσο καὶ τῆς ὑπεριστορικῆς ἀποστολῆς του νὰ λειτουργεῖ ὡς μεσάζων μεταξὺ Θεοῦ καί ἀνθρώπων.
Τὸ πρῶτο ἐπιδιώκεται σήμερα σὲ τεχνικὸ ἐπίπεδο μὲ τὴν ἐπιστράτευση πλήθους ἐθνομηδενιστῶν, ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ἀνιστόρητοι κι ἀκαλλιέργητοι ἰδεολάγνοι, ἰδεολογικοὶ ἀπόγονοι μιᾶς μειοψηφίας ἰδεοληπτῶν ποὺ ἔβαζαν ἐπικίνδυνα προσκόμματα στοὺς Ἀγωνιστὲς πρὶν 200 χρόνια, οἱ ὁποῖοι προπαγανδίζουν συστηματικὰ τὴν ὑποβάθμιση τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 σὲ ἰδεολογικοπολιτικὸ φιλελεύθερο κίνημα, σὲ μιὰ ἐξωφρενικὴ ἄγνοια τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διακυβευμάτων. Τὸ δεύτερο συντελεῖται διττά. Ἀφ’ ἑνὸς μὲ τὴν συντεταγμένη καὶ ἁδρὰ χρηματοδοτούμενη στρατηγικὴ δημογραφικῆς ἐξάλειψης τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀντικατάστασης -οἱ πολιτικὰ ὀρθοὶ ὅροι αὐτῆς τῆς διαδικασίας εἶναι κοινωνικὸ μπόλιασμα καὶ ἐμπλουτισμός- τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας ἀπὸ ὀρδὲς μουσουλμάνων ἀλλοφύλων, ποὺ ἐργαλειοποιοῦνται μὲ αὐτὸν τὸν σκοπό. Ἀφ’ ἑτέρου, μὲ τὴν συστηματικὴ τὶς τελευταῖες δεκαετίες ἀποποίηση τῶν ἐθνικῶν δικαίων, ὅπως στὴν περίπτωση τῆς Μακεδονίας, καὶ τὴν συνακόλουθη πολιτικὴ κατευνασμοῦ ἔναντι τῆς Τουρκίας, παράλληλα μὲ τὴν ἰσλαμοποίηση τοῦ ἀνατολικοῦ τόξου τοῦ σήμερα ἐλεύθερου Ἑλληνισμοῦ, ἀπὸ τὴν Θράκη μέχρι τὴν Κύπρο.
Ὑπ ̓ αὐτὴν τὴν ἔννοια, οἱ Ἕλληνες σήμερα καλοῦνται νὰ ἀναβαπτιστοῦν στὰ νάματα τῆς παράδοσης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι κάτι ἄλλο παρὰ ἡ πλέον προοδευτικὴ στάση ζωῆς, πού, καθὼς ἀρθρώνεται στὴν οὐσιώδη, ὀντολογικὴ καὶ ὄχι ἐν εἴδει φολκλὸρ μίμηση τῆς σπουδαίας καὶ τελείας πράξεως ποὺ ἄρχισε νὰ συντελεῖται τὸ 1821, ἐκτείνεται στὸ μέλλον, ἐπιδαψιλεύοντας στὸ παρὸν τὶς προϋποθέσεις τῆς ἐλπίδας ἀνόρθωσης τοῦ Ἕλληνα, τοῦ ἀνθρώπου κάθε φυλῆς καί ὅπου γῆς, καὶ τοῦ κόσμου ὁλόκληρου. Μιᾶς ἐλπίδας ποὺ δὲν συνιστᾶ φενάκη, ἀλλὰ προϋπόθεση Ἐξόδου καὶ Ἀναστάσεως ἀπὸ τὴν σκλαβιὰ καὶ τὴν φθορά, ὅπως προσμαρτυρεῖ τὸ συναμφότερον τοῦ Ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ τῆς 25ης Μαρτίου 1821.

* Κείμενο δημοσιευμένο στο επετειακό συλλεκτικό τεύχος της Νέας Κοινωνιολογίας ‘Η Επανάσταση που Άλλαξε τον Παγκόσμιο Χάρτη’, αφιέρωμα στα 200 χρόνια από το 1821, που κυκλοφορεί από τις 7 Δεκεμβρίου 2021 στα βιβλιοπωλεία (Εκδόσεις Καπόν).

Αγαθότητα, Ανάγκη, Βούληση, Ελευθερία: Όψεις της Θεολογίας του Πλάτωνα στον Τίμαιο

Εισήγηση στο 23ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φιλοσοφίας, Αθήνα, 7 Αυγούστου 2013

Το θέμα μου είναι ένα συγκεκριμένο χωρίο του Τιμαίου του Πλάτωνα, αυτό το πολύ διάσημο σημείο όπου ο Πλάτων εισάγει στην κοσμολογία του τον Θεό Δημιουργό. Και βέβαια, δεν είναι η πρώτη φορά στον Τίμαιο που ο Πλάτων εισάγει την έννοια του Δημιουργού. Αυτό έχει γίνει και σε προηγούμενους διαλόγους, στην Πολιτεία, τον Σοφιστή, τον Φίληβο, τον Σοφιστή και αλλού.

Ωστόσο, το καινοτόμο στοιχείο στον Τίμαιο είναι η εισήγηση του Πλάτωνα, δια στόματος Τιμαίου, με την οποία προσπαθεί να εξηγήσει για ποιόν λόγο ο Θεός Δημιουργός δημιουργεί αυτό το οποίο υπάρχει, αυτό που είναι. 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι προφανώς δεν μπορούμε να μιλάμε για δημιουργία εκ του μηδενός στην πλατωνική σκέψη. Κάτι τέτοιο είναι πολύ μακριά ακόμη, καθώς βρισκόμαστε εντός της προχριστιανικής ελληνικής φιλοσοφίας, εντός της παγανιστικής παράδοσης, ας μου επιτραπεί να το πώ έτσι. Οπότε δεν υπάρχει δημιουργία εκ του μηδενός. Αυτό το οποίο χαρακτηρίζει την πλατωνική κοσμολογία και κοσμογονία είναι η απόδοση μορφών στην προϋπάρχουσα σε χαοτική κατάσταση ύλη.

Θα σας διαβάσω, να σας θυμίσω περισσότερο –πιστεύω- αυτό το συγκεκριμένο χωρίο του Τιμαίου, καθώς εκεί θα βασίσω την παρουσίασή μου. Σας διαβάζω από το πρωτότυπο:

«Λέγωμεν δὴ δι’ ἣν τινα αἰτίαν γένεσιν καὶ τὸ πᾶν τόδε ὁ ξυνιστὰς ξυνέστησεν. Άγαθὸς ἦν ἀγαθῷ δὲ οὐδεὶς περὶ οὐδενὸς ἐγγίγνεται φθόνος· τούτου δ᾽ ἐκτὸς ὥν πάντα ὅ τι μάλιστα γενέσθαι ἐβουλήθη παραπλήσια ἑαυτῷ. Ταύτην δὲ γενέσως καὶ κόσμου μἀλιστ᾽ ἄν τις ἀρχὴν κυριωτάτην παρ᾽ἀνδρῶν φρονίμων ἀποδεχόμενος ὀρθότατα ἀποδέχοιτ᾽ ἄν. Βουληθεὶς γὰρ ὁ θεὸς ἀγαθὰ μὲν πάντα, φλαῦρον δὲ μηδὲν εἶναι κατὰ δύναμιν, οὕτω δὴ πᾶν ὅσον ἦν ὁρατὸν παραλαβὼν οὐχ ἡσυχίαν ἄγον ἀλλὰ κινούμενον πλημμελῶς καὶ ἀτάκτως, εἰς τάξιν αὐτὸ ἤγαγεν ἐκ τῆς ἀταξίας, ἡγησάμενος ἐκεῖνο τούτου πάντως ἄμεινον. Θέμις δὲ οὔτ᾽ ἦν οὔτ᾽ ἔστιν τῷ ἀρίστῳ δρᾷν ἄλλο πλὴν τὸ κάλλιστον·» (Τίμαιος 29e– 30a).

Λέει με λίγα λόγια, δηλαδή, ο Πλάτων στο απόσπασμα αυτό, «ας πούμε τώρα για ποιόν λόγο ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο». Και αυτό το οποίο αμέσως μετά αναφέρει, είναι ότι ο Θεός ήταν, είναι, Αγαθός. Κι ο Αγαθός δεν έχει κανένα φθόνο για τίποτε. Κι επειδή ακριβώς δεν έχει κανένα φθόνο για τίποτε, θέλησε όλα όσα δημιουργεί, όσα δηλαδή φέρνει από το χάος στην τάξη -σύμφωνα πάντα με την πλατωνική ιστόρηση της δημιουργίας- να γίνουν όμοια προς αυτόν. Και στη συνέχεια του αποσπάσματος, λέει ότι αυτά βέβαια, ανήκει στους ώριμους άνδρες να τα κάνουν αποδεκτά.

Τί έχουμε μέχρι εδώ; Έχουμε, καταρχήν, την αγαθότητα. Η οποία βεβαίως, δεν είναι καινούριο στοιχείο, νέα έννοια στην πλατωνική σκέψη και κοσμοθεωρία. Απλώς σε αυτό το σημείο του διαλόγου το καινούριο στοιχείο είναι ότι ο Πλάτων αποδίδει το χαρακτήρα της αγαθότητας στον Θεό Δημιουργό. Και αυτό ίσως είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ιδίως εάν λάβουμε υπόψιν μας το τί έχει ειπωθεί σχετικά με το Αγαθό στην Πολιτεία, όπου ο Πλάτων διατυπώνει την περίφημη φράση ότι το Αγαθό είναι «ἐπέκεινα τῆς οὐσίας, πρεσβείᾳ καὶ δυνάμει ὑπερέχον» (Πολιτεία, 509β), και άρα, όταν χαρακτηρίζει τον Δημιουργό Αγαθό, του δίνει μια ιδιότητα η οποία είναι πέρα από κάθε ιδιότητα. Δηλαδή, θα πρέπει να φανταστούμε ως μη ιδιότητα την αγαθότητα του Θεού Δημιουργού. Ή, αν θέλετε, ως μια ιδιότητα τόσο ίδια, τόσο μοναδική, που είναι ταυτότητα. Δηλαδή Θεός και Αγαθότητα είναι ίδια και ταυτά στην σκέψη του Πλάτωνα. Τουλάχιστον αυτό φαίνεται στο συγκεκριμένο σημείο του Τιμαίου.

Και το ερώτημα που τίθεται, βεβαίως, είναι: γιατί ο Πλάτων επιλέγει αυτόν τον τρόπο εξήγησης της δημιουργίας του κόσμου; Γιατί, δηλαδή, εισηγείται μια έννοια, μια αξία αν θέλετε, μια ποιότητα, καλύτερα, την οποία θεωρεί τόσο μοναδική που την αναβιβάζει στον υπερουράνιο τόπο, και όχι μαζί με τις ιδέες, αλλά πέρα ακόμη και από αυτές, κι εντέλει την ταυτίζει με τον Θεό Δημιουργό του κόσμου; Και μάλιστα, ζητά κατ᾽ ουσίαν από εμάς να πιστέψουμε μια τέτοια αξήγηση.

Καταρχήν, θα έλεγα ότι, όπως τουλάχιστον διαβάζω το κείμενο, αυτό το οποίο αντιλαμβάνομαι, είναι ότι – και το επισημαίνει αυτό σε πολλά σημεία του έργου του ο Πλάτων, σε πολλούς διαλόγους του – όταν φθάνει στα δύσκολα, μας ενημερώνει ότι, «επειδή με αυτόν τον τρόπο έχουμε φθάσει έως εδώ την διήγησή μας, δεν μπορούμε να τα πούμε κάπως αλλιώς τα πράγματα, θα πρέπει να τα αποδεχθείτε έτσι, να τα πιστέψετε όπως τα λέμε». Κατευθύνει δηλαδή, τον συνομιλητή του, τον αναγνώστη του, προς μια διαδικασία πίστης.

Και το επόμενο, σχετικό με το προηγούμενο, ερώτημα είναι: γιατί επιλέγει στο συγκριμένο αυτό σημείο να μας ζητήσει να πιστέψουμε; να αποδεχθούμε, δηλαδή, -«ἀποδέχοιτ’ ἄν» είναι η ακριβής φράση; Το ίδιο περίπου λέει και σε ένα άλλο σημείο του Τιμαίου, λίγο πιο κάτω από αυτό που εξετάζουμε, ότι δηλαδή –το περιγράφω- ο τρόπος για να αναγνωρίσουμε τον Αγαθό Δημιουργό ως τον Δημιουργό του Σύμπαντος είναι να αποδεχθούμε τους «εἰκότας λόγους» (likely accounts). 

Καταρχήν, θα πρέπει εν προκειμένω να μας απασχολήσει το πώς αντιλαμβανόμαστε το γεγονός ότι ο Πλάτων δεν προβαίνει σε οιουδήποτε είδους λογική, με την τυπική έννοια του όρου, εξήγηση. Αντιθέτως, σπεύδει ο ίδιος, δηλαδή, να μας ενημερώσει ότι δεν μπορούμε να έχουμε μια λογική εξήγηση γι᾽ αυτά τα πράγματα. Θα πρέπει να τα δεχθούμε όπως είναι. Θα πρέπει δηλαδή να αποδεχθούμε ότι ο Θεός Δημιουργός είναι Αγαθός και ότι αυτή η Αγαθότητά του είναι ακριβώς η αιτία της δημιουργίας του κόσμου.

Και βέβαια, εύκολα έρχονται στον νου μας στο σημείο αυτό, δύο γνωστές υποθέσεις που έχουν συστηματικά κατά καιρούς διατυπωθεί από μελετητές της πλατωνικής φιλοσοφίας, δηλαδή, ότι εδώ ο Πλάτων είτε κυριολεκτεί, είτε μιλά μεταφορικά. Και βέβαια, το πρόβλημα δεν είναι τόσο απλό. Τουλάχιστον, εάν είμασταν σε θέση να αποφανθούμε ότι ο Πλάτων απλώς χρησιμοποιεί μια μεταφορική περιγραφή, μια ποιητική εικόνα, κάτι που εύλογα μπορεί κανείς να δεχθεί, θα ήταν εύκολα τα πράγματα. 

Όμως, τι συμβαίνει στην περίπτωση που ο φιλόσοφος δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο ή διαφορετικό από αυτό που η ίδια η διατύπωσή του εκφράζει; Με άλλα λόγια δηλαδή, τι γίνεται στην περίπτωση που ο Πλάτων κυριολεκτεί; Και ακόμη περισσότερο, τα πράγματα δεν είναι εύκολο να αναλυθούν επιμέρους, στον βαθμό που είναι πιθανόν να ισχύουν κατά παράδοξο τρόπο και τα δύο, δηλαδή, ο Πλάτων και να κυριολεκτεί και να μιλά μεταφορικά. 

Φαίνεται ότι σε αυτό το σημείο δεν μπορεί κανείς να πει πολλά περισσότερα. Φαίνεται ότι δεν προκύπτει μάλλον από κάπου, ότι προσπαθεί ο Πλάτων να αποφύγει κάτι. Μάλλον συμβαίνει ο ίδιος να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να πει κάτι περισσότερο. Διότι από την στιγμή που εισηγείται ότι ο Δημιουργός Θεός είναι Αγαθός και δεδομένου ότι έχει πει στην Πολιτεία ότι το Αγαθό είναι επέκεινα της ουσίας, δεν υπάρχει κάποια ασφαλής δίοδος ώστε να μπορεί κάποιος να πει με βεβαιότητα, ναι, αυτό είναι το Αγαθό και ιδού η απόδειξη ότι αυτό είναι το Αγαθό και ότι αυτό ευθύνεται για την δημιουργία του κόσμου.

Επιπλέον, λέει και κάτι άλλο πιο πριν. Στο σημείο όπου αναφέρει πως είναι πολύ δύσκολο να βρει κάποιος τον πατέρα και δημιουργό του σύμπαντος, μας παρέχει μια έμμεση αιτιολόγηση της μεθόδου του. Διότι, όπως προσθέτει, ακόμη κι αν κανείς τον βρει, είναι πολύ πιο δύσκολο να τον εξηγήσει στους ανθρώπους. 

Όταν το ακούει κανείς αυτό, αναρωτιέται εύλογα, ίσως, τί συμβαίνει. Έχουμε, δηλαδή την περίπτωση ενός μύστη, του Πλάτωνα, ο οποίος έχει ενός είδους μανία, μια τρέλλα, και λέει τα δικά του, όντας σε μια κατάσταση μέθης λέει αυτά που θέλει να πει; Ή το όλο πράγμα έχει και μια δόση αλήθειας; 

Δηλαδή, είναι δυνατόν να μπορεί κάποιος να δει τον πατέρα και τον δημιουργό αυτού του σύμπαντος, (ο οποίος δημιουργός φαίνεται –από την διήγηση του Πλάτωνα- να είναι ίσως κάτι διαφορετικό από μια απλή αιτία (αλλά αυτό είναι ένα ανοικτό θέμα προς συζήτηση); 

Αλλά, κι αν μπορέσει να τον βρει, παραμένει σχεδόν ακατόρθωτο να τον εξηγήσει στους ανθρώπους.

Μια εύλογη απορία εκφράζει το ερώτημα: γιατί είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσει κανείς, να μιλήσει κανείς στους ανθρώπους για τον Δημιουργό του σύμπαντος;

Μια απάντηση σε αυτό, κι επιτρέψτε μου την χρήση του δεύτερου ενικού προσώπου, είναι ότι δεν μπορείς να εξηγήσεις. Τί σημαίνει ότι δεν μπορείς να εξηγήσεις; Σημαίνει ότι δεν έχεις ένα εργαλείο για να πείσεις τον άλλο. Δηλαδή, όταν ο Πλάτων λέει ότι πρέπει να δεχθούμε τους εικότες λόγους, είναι σαν να μας «πετάει το μπαλάκι» και μας λέει: «εάν δεν χρησιμοποιήσετε την πίστη σας για να δείτε οι ίδιοι αυτό που εγώ βλέπω, εγώ δεν μπορώ να σας πείσω για αυτό». 

Και ίσως αυτή είναι και η σημασία μιας πρότασης που έχει διατυπώσει λίγο πιο πριν στον Τίμαιο, ότι δηλαδή, «ὅτιπερ πρὸς γέννεσιν οὐσία, τοῦτο πρὸς πίστιν ἀλήθεια». Tι νόημα έχει αυτή η αναλογία, αυτή η σύγκριση; Από τη μια μεριά έχουμε το ζεύγος γέννεση – ουσία και από την άλλη το ζεύγος πίστη – αλήθεια. Αυτό έχει ένα νόημα, εάν θεωρήσουμε ότι –πιο πριν πάλι λέει κάπου ότι ο Δημιουργός βλέπει προς το ἀΐδιον, αυτό που είναι και δεν μεταβάλλεται και παραμένει ως έχει, και με βάση αυτό, δημιουργεί τον κάλλιστο των κόσμων. Από την άλλη μεριά, υπάρχει κι αυτό το οποίο είναι το γιγνόμενον, το οποίο δεν είναι ποτέ τίποτε και πάντα υφίσταται ως μεταβολή –ας μου επιτραπούν αυτές οι παραδοξολογίες. 

Βλέπουμε, δηλαδή, δύο επίπεδα: το ένα είναι το επίπεδο της ουσίας, στο οποίο κατά μια έννοια, σύμφωνα με αυτήν την πρόταση [«ὅτιπερ πρὸς γέννεσιν οὐσία, τοῦτο πρὸς πίστιν ἀλήθεια»] αντιστοιχεί η αλήθεια, κι έχουμε και το πεδίο της μεταβολής, του αενάου γίγνεσθαι, στο οποίο πάλι, σύμφωνα με την ανωτέρω πρόταση – κλειδί, αν θέλετε, αντιστοιχεί η πίστις. 

Άρα, εάν, αφού δεχθούμε ότι αυτό είναι μια εξίσωση και δεχθούμε επίσης ότι οι άνθρωποι βρισκόμαστε στο πεδίο του γίγνεσθαι, της μεταβολής, κάνουμε τις απαραίτητες αντικαταστάσεις, τι έχουμε στο τέλος; Έχουμε μια αιτιολόγηση, μια εξήγηση του γιατί ο Πλάτων επιλέγει να μας πει, ότι, «κοιτάξτε φίλοι μου, μόνο εάν αποδεχθείτε τους εικότες λόγους, μπορούμε να μιλήσουμε για τον δημιουργό». Δηλαδή, μόνον εάν αποδεχθούμε ότι υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε αλλά πρέπει να τα πιστέψουμε. Διότι τέτοια είναι η σχέση του γίγνεσθαι προς την ουσία: όποια είναι και η σχέση της πίστης προς την αλήθεια. Ώστε, μόνον με την προϋπόθεση της πίστης μπορούμε εμείς οι όντες εντός του γίγνεσθαι να μιλήσουμε για την αλήθεια, δηλαδή την αγαθότητα του δημιουργού.

Στο σημείο αυτό έρχεται στην συζήτησή μας από τις λέξεις που σας έγραψα στην αρχή στον πίνακα, ο όρος βούληση. Η βούληση σε αυτό το χωρίο του Τιμαίου του Πλάτωνα, δηλαδή στο 28-29, φαίνεται να έχει δύο έννοιες.

Η μια έννοια είναι αυτή που αποδίδεται στον Δημιουργό: «βουληθείς… θέλησε όλα να είναι ίδια με αυτόν…». Και, βέβαια, εδώ υπάρχει ήδη και μπορεί να γίνει ακόμη, μεγάλη συζήτηση αναφορικά με το αν και κατά πόσο αυτή η μετοχή βουληθείς, ή αυτό το ρήμα ἠβουλήθηπου χρησιμοποιεί ο Πλάτων, μπορούμε να το συσχετίσουμε με την έννοια της βούλησης που αναπτύσσεται στους επόμενους αιώνες ως μια αυτοτελής ας το πούμε, ιδιότητα του ανθρωπίνου όντος, ή που προσδίδεται, πολλώ δε μάλλον, στον Θεό;

Δηλαδή, το ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι εάν αυτή η μετοχή βουληθείςσυνδέεται με την ελευθερία. Δηλαδή, εάν ο Θεός Δημιουργός, όταν ο Πλάτων του προσδίδει την ιδιότητα βουληθείς, εξυπακούεται ότι είναι ελεύθερος, και σε τί βαθμό είναι ελεύθερος; Ή αυτή η ιδιότητα της βούλησης είναι υποκείμενη σε κάτι άλλο; Και σε τι θα μπορούσε να είναι υποκείμενη; 

Θα μπορούσε να είναι υποκείμενη σε μια αναγκαιότητα. Δηλαδή, όταν λέει ο Πλάτων στο 28β του Τιμαίου, «ὅτου μὲν ἄν ὁ δημιουργὸς…. οὔτω ἀποτελείσθαι πὰν», αυτή η πρόταση δίνει μια έννοια ότι, αναγκαστικά τα πράγματα είναι καλά. Δηλαδή, και στο επίπεδο του Θεού Δημιουργού υφίσταται μια αναγκαιότητα. Υφίσταται μια ανάγκη από την οποία δεν φαίνεται και ο ίδιος ο Θεός Δημιουργός να ξεμπλέκει εύκολα. 

Από την άλλη μεριά, η έννοια της βούλησης έχει να κάνει και με εμάς, τους αναγνώστες του Τιμαίου, τους ακροατές του Πλάτωνα. Δηλαδή, ο Πλάτων φαίνεται να μας λέει, περίπου, τα εξής: «κοιτάξτε, αποδεχτείτε τους εικότες μύθους, αν θέλετε. Αν δεν θέλετε, δεν πειράζει. Αλλά εγώ δεν έχω άλλο τρόπο να σας πείσω». Άρα, λοιπόν, είναι διττή η έννοια της βούλησης, όπως προκύπτει απ’ αυτό το χωρίο, αφενός στο επίπεδο του Θεού Δημιουργού, αφετέρου και αναλόγως στο επίπεδο των όντων του γίγνεσθαι. Δηλαδή, στο επίπεδο του κόσμου. 

Και φυσικά, κοντά στην βούληση έρχεται και η Ανάγκη, όπως προείπαμε. Καταρχήν, η Ανάγκη είναι η γνωστή κατάσταση που διέπει την προϋπάρχουσα ύλη. Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι εδώ φαίνεται ως ανάγκη η ύλη που κατά μια έννοια δημιουργεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τις οποίες αναγκάζεται ο Θεός Δημιουργός να λάβει υπόψιν του, ώστε να προχωρήσει στην μορφοποίησή της, σύμφωνα φυσικά με την δική του αγαθότητα. Πάντως δεν παύει να υπάρχει αυτή η Ανάγκη. Υφίσταται ως ύλη (;).

Και παραμένει, βέβαια, ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο αυτή η Ανάγκη δεσμεύει τελικά ακόμη και τον ίδιο τον Δημιουργό. Δηλαδή, κατά πόσο αυτή η Ανάγκη, έχει μια τέτοια δυνατότητα να αναγκάζει τον Δημιουργό επειδή είναι Αγαθός να δημιουργεί. Μια ευσύνοπτη διατύπωση του ερωτήματος είναι: Ο Αγαθός Δημιουργός δημιουργεί αγαθά επειδή είναι υποχρεωμένος λόγω της αγαθότητάς του ή επειδή έτσι ο ίδιος θέλει; 

Αυτό είναι το ερώτημα. Εγώ ομολογώ ότι δεν το έχω λύσει. Δεν είμαι σίγουρος δηλαδή εάν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο Πλάτων σε αυτό το σημείο λέει ότι ο Αγαθός δημιουργός είναι ελεγχόμενα ελεύθερος, άρα υφίσταται κάποιου είδους ανάγκη, κάποια αναγκαιότητα.

Αυτή είναι μια πολύ συνοπτική, στο πλαίσιο του περιορισμένου χρόνου που έχουμε στη διάθεσή μας, πραγμάτευση των όρων Αγαθότητα, Ανάγκη, Βούληση, Ελευθερία, με αφορμή το συγκεκριμένο απόσπασμα του Τιμαίου που σας ανέφερα. 

Και φυσικά, παρέλειψα να πω ότι αυτούς τους τέσσερις όρους, που έχετε δει και στο πρόγραμμα, δεν τους εισηγούμαι αυστηρά, αλλά μάλλον τους προτείνω. Και ερωτώ εσάς, αν κρίνετε ότι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως όψεις της θεολογίας του Πλάτωνα στον Τίμαιο. Εφόσον δηλαδή, φυσικά, πούμε ότι, ναι, ο Πλάτωνας θεολογεί και άρα δεχόμαστε ότι υπάρχει θεολογία στον Πλάτωνα, το ερώτημα είναι εάν η θεολογία του Πλάτωνα δομείται και αναπτύσσεται γύρω από αυτούς τους όρους. 

Δεν θα ήθελα να πω κάτι περισσότερο. Νομίζω έχω κλείσει το εικοσάλεπτο. Απλώς θα έλεγα εν κατακλείδι, ότι διαβάζοντας τον Τίμαιο, αυτό που νιώθει κανείς είναι ότι δεν μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα για τα πράγματα όσον αφορά στην δημιουργία του κόσμου στο πλαίσιο της πλατωνικής κοσμολογίας. 

Επίσης, όταν πρωτοδιάβασα αυτό το σημείο, την εξήγηση της δημιουργίας του κόσμου δια της αγαθότητας του Θεού Δημιουργού, κάτι επίσης που αισθάνθηκα είναι ότι, η φιλοσοφία δεν είναι ένα μικρό πράγμα. Όταν πρωτοδιαβάσει κανείς, δηλαδή -και γι’ αυτό σας το διάβασα στην αρχή, όχι για κάποιον άλλο λόγο- αυτό το πρώτο πληθυντικό που μιλά ο Τίμαιος (το ομώνυμο πρόσωπο του διαλόγου), νιώθει ότι υπάρχει μια ζωή εδώ, ότι υπάρχει κάτι το πολύ ζωντανό. 

Και φυσικά, σε ένα τόσο μεγάλο συνέδριο με τόσες χιλιάδες κόσμο από όλα τα πέρατα της γης, δεν είναι πάντα εύκολο να διασώζει κανείς αυτόν τον χαρακτήρα της φιλοσοφίας. Θέλω να πω, δηλαδή, ότι ο Πλάτων υπέφερε όταν έθετε αυτά τα ερωτήματα. Δεν είναι ότι απλώς καθόταν και συλλογιζόταν, κι έλεγε, περίπου, «α, τί να κάνω σήμερα». Και το βλέπει αυτό κανείς διαβάζοντας όχι μόνον το συγκεκριμένο αλλά και πολλά άλλα σημεία του Τιμαίου αλλά και του πλατωνικού έργου εν γένει. 

Θα έλεγα ότι η επιτυχία του Πλάτωνα έγκειται στο κατά πόσο καλεί τον αναγνώστη του, να προβληματιστεί κι ο ίδιος. Κι αν αντέχει, να υποφέρει κιόλας. Και υποφέρει σημαίνει, να μην δώσει μια εύκολη απάντηση. Ή, ακόμη περισσότερο, υποφέρει, σημαίνει να μην δώσει μια απάντηση, αλλά να μπορέσει να κάνει μια ερώτηση και να είναι μια ερώτηση ανοιχτή (openquestion). 

Δεν θα ήθελα να σας κουράσω περισσότερο. Ελπίζω η φωνή μου να μην σας ενόχλησε, γιατί μιλάω δυνατά. Εάν υπάρχει κάποια ερώτηση, ή εάν θέλετε να μου πείτε ότι ήμουν πολύ κακός στα όσα είπα, με πολλή χαρά να το ακούσω. Ευχαριστώ.


Ερωτήσεις και Απαντήσεις

Ερώτηση 1η: 

Ευχαριστούμε πολύ. Αρχικά, μπήκα λίγο αργά, οπότε δεν πρόλαβα να ακούσω όλη την ομιλία από την αρχή, όμως θέλω να σας ρωτήσω κάτι. Τέθηκε το θέμα της θεολογίας στον Πλάτωνα. Γενικά, υπάρχει η εκτίμηση στους αρχαίους ότι η ανάγκη είναι πάνω απ’ όλα, είτε είναι στις τραγωδίες του Αισχύλου, είτε είναι στους Ορφικούς. Όλοι οι Θεοί, τέλος πάντων, είναι παιδιά της ανάγκης και του χρόνου. 

Μήπως ο Πλάτωνας, όταν βάζει την Ανάγκη ανάμεσα σε αυτές τις έννοιες, την βούληση και την ελευθερία, θέλει να προλάβει κατά ένα τρόπο –να χτυπήσει αυτήν την ηγεμονική θέση της Ανάγκης ως μητέρας των θεών αλλά και να κάνει μια νέα σύνθεση, βάζοντας μέσα και τα αντίθετα, την βούληση και την ελευθερία; Μήπως δίνει ένα νέο ορισμό στην αναγκαιότητα μέσα από αυτήν την πραγμάτευση, όπως ο Χέγκελ, που την φέρνει στο μέτρο του και λέει ότι η Ανάγκη είναι η κατανόηση της ελευθερίας; Ή η ελευθερία είναι η κατανόηση της αναγκαιότητος;

Απάντηση: 

Σας ευχαριστώ πολύ για την ερώτηση. Καταρχήν, να πω ότι αυτή τη διάταξη των όρων δεν την έχει ορίσει ο Πλάτωνας. Είναι μια δική μου σχηματοποίηση για τις ανάγκες αυτής της εργασίας. Αυτό το λέω, για να μην τον αδικήσουμε και να μην τον παρερμηνεύσουμε. Κατά δεύτερον κι επί της ουσίας, είναι αληθές αυτό που λέτε, ότι δηλαδή σε όλη την αρχαιοελληνική σκέψη η ανάγκη παίζει κυρίαρχο ρόλο, μέσα από τις διάφορες μορφές της, στην τραγωδία είναι πολύ έντονη, παντού είναι πολύ έντονη. 

Από εκεί και πέρα, δεν θεωρώ ότι ο Πλάτων το αγνοεί αυτό. Αντιθέτως, αυτό που πασχίζει και φαίνεται ιδιαίτερα στονΤίμαιο, είναι ότι προσπαθεί τα πράγματα αυτά να τα διαχειριστεί. Δηλαδή, βλέπει την αναγκαιότητα. Δεν έχει όμως στην διάθεσή του κάποια εργαλεία που να μπορούν να τον βγάλουν έξω από τα όρια της ανάγκης. Αυτό που όμως μπορεί κανείς να πει –δική μου εκτίμηση αλλά και πολλών μελετητών είναι- ότι φαίνεται ο Πλάτων να έχει μια ιδιαίτερη έμπνευση. Δηλαδή, η ποιητικότητά του συνίσταται σε αυτήν ακριβώς την προσπάθεια να κάνει την υπέρβαση ίσως με έναν από τους πιο επιτυχημένους –κατ’ εμέ τρόπο-. Τουλάχιστον αυτό διαισθάνομαι μέσα από το κείμενο. 

Επομένως, για το αν υπάρχει αυτή η αντίθεση, είναι ένα θέμα που θα προκύψει στον καθένα. Δηλαδή, εσείς την βλέπετε, άλλος μπορεί να μην την δει. Πάντως, δεν είμαι σίγουρος ότι ο Πλάτων βγαίνει από τα όρια της ανάγκης, όπως προείπα. Γιατί δεν μπορεί να βγει από τα όρια της ανάγκης; Διότι η ελληνική φιλοσοφία έχει μια ειδοποιό διαφορά σε σχέση με αυτό που λέμε ότι έπεται, με την χριστιανική φιλοσοφία. Ότι, δηλαδή, η σκέψη του δεν βασίζεται σε κάποια αποκάλυψη. 

Και άρα, εάν υποθέσουμε ότι εντός των ορίων του κόσμου στον οποίο ζούμε εντοπίζουμε την ανάγκη, τότε για να βγεις από την ανάγκη πρέπει με κάποιον τρόπο να μπορέσεις να διαπεράσεις αυτά τα όρια –αυτό  προσπαθεί και κάνει ο Πλάτωνας με την θεωρία του Αγαθού, με την θεωρία των Ιδεών, το πετυχαίνει με το Αγαθό σε μεγάλο βαθμό, όταν λέει, όπως δείξαμε, στην Πολιτείαότι το Αγαθό είναι πέρα από την Ουσία. Δηλαδή, μας προτρέπει να κοιτάξουμε έξω από κάθε υποκειμενικότητα, έξω από κάθε αντικειμενικότητα, έξω από κάθε ιδεολογία. Διότι το Αγαθό είναι εκεί που δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι είναι.

Από την άλλη μεριά, δεν έχουμε μια αποκάλυψη. Κι αυτό είναι ένα ζήτημα. Διότι βλέπουμε μετά, στην χριστιανική θεολογία, στη χριστιανική φιλοσοφία ή τη θεολογία, η Αγαθότητα, η έννοια του Αγαθού παίρνει άλλα νοήματα, κατά κάποιο τρόπο εμπλουτίζεται. Αυτό, βέβαια, είναι ένα θέμα ανοιχτό προς συζήτηση στις λεπτομέρειές του.

Ερώτηση 2η: 

Η βούληση είναι και έχει συνάρτηση με το χρόνο; Γιατί μια στιγμή ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, την άλλη είναι σε κατάσταση ανάγκης.

Απάντηση: 

Πολύ ωραία ερώτηση. Η βούληση όπως την εννοείτε, είναι στο επίπεδο του ανθρώπου. Διότι στο επίπεδο του Θεού Δημιουργού του Πλάτωνα, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα εάν αυτό το ‘βουληθείς’ συνεπάγεται χρόνο. Διότι κάπου αλλού στο Τίμαιοορίζει και για τον χρόνο ότι είναι η κινητή εικόνα της αιωνιότητας. Αν μιλήσουμε στα όρια της ελληνικής σκέψης, νομίζω ότι η βούληση είναι μέσα σε χρόνο. Δεν είναι άχρονη η βούληση. Αυτή την αίσθηση έχω. Και στον άνθρωπο δηλαδή, έρχεται κάποια στιγμή. 

Τώρα, εάν ρωτάτε, πότε «βουληθείς» ο Θεός Δημιουργός του Πλάτωνα, αυτό για να το απαντήσει κανείς, εάν δεν παρασυρθεί να λάβει υπόψιν του την Παλαιά Διαθήκη, πάλι η απάντηση που θα δώσουμε εξαρτάται από και συναρτάται με το ποιά δεχόμαστε ότι είναι η οντολογία του Δημιουργού του Πλάτωνα. 

Δηλαδή, ο Δημιουργός του Πλάτωνα οντολογικά τί είναι; Εφόσον απαντήσουμε στο ερώτημα ποιά είναι η οντολογία του Δημιουργού του Πλάτωνα, τότε μπορούμε να δούμε εάν η έννοια της βούλησης συνεπάγεται κάποιο χρόνο ή είναι άχρονη.

Ερώτηση 3η:

Ο Πλάτωνας στον Τίμαιό του μάς μιλάει τέσσερις φορές για εἰκότα μῦθο και οκτώ ή δέκα φορές για εἰκότα λόγο. Ως εκ τούτου, πιστεύω ότι ολόκληρος ο Τίμαιοςπρέπει να εκληφθεί στην γραμμή του Πλάτωνα στο τέλος του 6ουβιβλίου της Πολιτείας, ως «εικασία» ή ως «πίστη» και εκεί να σταματήσει. Δεν προχωράει πέρα από τη διάνοια και από την νόηση. Ο Θεός του Πλάτωνα, όντας Αγαθός, ο Δημιουργός –γιατί ο Πλάτωνας δεν πιστεύω ποτέ ότι κάνει Θεολογία- ο Δημιουργός του Πλάτωνα έχει ανάγκη την Ανάγκη γιατί δεν έχει την ύλη στα χέρια του, για να δημιουργήσει «κόσμον τόνδε». 

Κι όχι μόνον την Ανάγκη χρησιμοποιεί, αλλά θεάται και τις Ιδέες και χρησιμοποιεί την Χώρα και την Τιθύνη, αυτήν την Τιθύνη που πολύ δύσκολα μπορούμε να καταλάβουμε τι θα πει –κι αν μπορείτε να με διευκολύνετε να μου την εξηγήσετε. Πάντως, δεν έχει καμμία σχέση ο Δημιουργός του Πλάτωνα με τον Δημιουργό των Χριστιανών. Ο Δημιουργός του Πλάτωνα δεν είναι παντοδύναμος. Έχει ανάγκη την Ανάγκη.  

Απάντηση – παρεμβολή: Διότι ο Πλάτων δεν μπορεί να θεμελιώσει μια δημιουργία εκ του μηδενός.

Συνέχεια ερώτησης: Ακριβώς. Και βλέπουμε εκεί ότι και τον ίδιο τον άνθρωπο, δεν τον δημιουργεί ο Θεός. Τον αφήνει σε κατώτερους θεούς, όπως μας λέει. Ξεκουράζεται ο ίδιος και δημιουργείται ο άνθρωπος από κατώτερους θεούς. Άρα, λοιπόν, δεν βλέπω την βούληση και την ελευθερία πώς μπορούν να «κολλήσουν» στον Τίμαιο του Πλάτωνα. 

Απάντηση:

Σωστή ερώτηση, ευχαριστώ πολύ. Όλες οι παρατηρήσεις σας είναι απολύτως σωστές. Ωστόσο, η βούληση και η ελευθερία εδώ περισσότερο με ενδιαφέρουν από την πλευρά–ας το πω έτσι- του γνωρίζοντος υποκειμένου, των ανθρώπων δηλαδή. 

Ο Πλάτων σου παρουσιάζει κάτι. Είτε το πεις εἰκότα μύθο, ή εἰκότα λόγο, εἰκός είναι. Από τη στιγμή που είναι εἰκός, συνεπάγεται ότι εσύ πρέπει να αποφασίσεις. Αυτός δεν μπαίνει στην διαδικασία να σε πιέσει. Επειδή λοιπόν, πρέπει εσύ να αποφασίσεις, γι’ αυτό μιλάμε για βούληση. Και η ελευθερία είναι κάτι που έρχεται μετά από αυτό. Προφανώς, δεν είναι απολύτως ελεύθερος ο Δημιουργός. Είναι αναγκασμένος, εφόσον υπάρχει ύλη. 

Αλλά, από την άλλη μεριά, η ελευθερία εδώ έχει να κάνει και με το ερώτημα τελικά, επιτρέψτε μου να το εκφράσω έτσι, –ρε παιδί μου- αυτό το πράγμα όλο έχει κανένα νόημα, ή είναι απλώς ένα παραμύθι; Πώς θα τοποθετηθούμε απέναντι σε αυτό; Πώς θα δεχθούμε αυτήν την πλατωνική έμπνευση, αν θέλετε, την πλατωνική σύλληψη; 

Η ελευθερία δηλαδή, έχει να κάνει και με το πώς ο άνθρωπος ο ίδιος, μπαίνει σε μια διαδικασία να τοποθετηθεί απέναντι σε αυτό που και ο ίδιος ο Πλάτωνας τοποθετείται. Δηλαδή, ο Πλάτωνας εδώ στον Τίμαιο, δεν κάνει κάτι άλλο από το να τοποθετηθεί. Τοποθετείται. Εάν υπάρχει κάποιος άλλος που μπορεί να τοποθετηθεί καλύτερα απ᾽ αυτόν στα όρια της ελληνικής σκέψης, θα συζητούμε για εκείνον μετά.

2ηερώτηση του ιδίου (4η):

Επειδή ο Τίμαιος είναι λίγο αντιφατικός πολλοί στηρίζονται σε αυτόν και παρεξηγούν τον Πλάτωνα από τον Τίμαιο. Είναι απαράδεκτο αυτό. 

Απάντηση: 

Εξαρτάται, τί εννοείτε ‘παρεξηγούνε’, τί εννοείτε ‘αντιφατικός’ κι εξαρτάται και τι εννοείτε ότι ο Πλάτωνας δεν κάνει Θεολογία. Αλλά αυτό μπορούμε να το κουβεντιάσουμε μετά κατ’ ιδίαν, επειδή νομίζω ότι στερώ τον χρόνο από τους υπόλοιπους ερωτώντες και ομιλητές.

Ερώτηση 5η: 

Ευχαριστούμε πολύ για την ζωντανή παρουσίασή σας, είναι πολύ καλή. 

Θα ήθελα, να μου επιτρέψετε, εάν συμφωνείτε φυσικά, να προσθέσω κάτι. Ότι μπορούμε να πούμε ότι δεν μπορεί να αποδείξει κάτι ο Πλάτωνας, γι’ αυτό χρησιμοποιεί τον εικότα λόγο. Δεν μπορεί να το αποδείξει και μας καλεί να τον πιστέψουμε. Όμως, από την στιγμή που ο φορέας του λόγου είναι ο Τίμαιος, που είναι ένας αστρονόμος, ο λόγος παίρνει μια άλλη χροιά, μια άλλη πιστότητα, κι ένα κύρος. Γιατί μιλάει ένας αστρονόμος. Δεν μιλάει ένας τυχαίος άνθρωπος. 

Και όσον αφορά για την Ανάγκη που είπαμε, εγώ δεν βλέπω ότι ο Θεός υποκύπτει στην Ανάγκη και μπλέκεται στην ύλη. Από την στιγμή που είναι μια άλλη ουσία, δεν έχει να κάνει καθόλου με την ύλη. Και προσπαθεί, ας πούμε, και στην δημιουργία απλά συμβιβάζεται ίσως σε αυτό στο οποίο υπόκειται η ύλη. Η ύλη υπόκειται στην Ανάγκη. Αλλά αυτή βρίσκεται έξω από εκείνη. Και μετά την δημιουργία ο Θεός αποχωρεί. Οπότε αποχωρώντας, αφήνει και ελεύθερη βούληση στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος υπόκειται στην Ανάγκη της ύλης.

Και μια άλλη ερώτηση ήθελα να κάνω. Μπορούμε να πούμε ότι με την έννοια του Θεού ο Πλάτωνας δίνει ένα πρόσωπο, μια υπόσταση, στην ιδέα του Αγαθού;

Απάντηση:

Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορεί κανείς να το πει αυτό. 

Διότι λέει αλλού ο Πλάτων ότι, ο Αγαθός Δημιουργός βλέπει το πρότυπο, το υπόδειγμα και με βάση αυτό μορφοποιεί τα πάντα όμοια προς αυτό. Άρα φαίνεται σε αυτό το σημείο ότι προχωρά σε μια διάκριση. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Όπως επίσης, δεν νομίζω ότι υπάρχει κανείς που μπορεί να δώσει μια πλήρη, σαφέστατη και πολύ καθοριστική απάντηση στο ερώτημα ‘τι, ή ορθότερα, ποιός είναι ο Δημιουργός του Πλάτωνα’. 

Πάντως, σε αυτό το επίπεδο τώρα, επειδή δεν μας παίρνει και ο χρόνος, νομίζω ότι υπάρχει μια σαφής διάκριση μεταξύ του Αγαθού και του Αγαθού Δημιουργού. Θα έλεγα ότι θα βοηθούσε ίσως να το φανταστείτε σαν ένα φράκταλ αυτό το πράγμα, δηλαδή, ότι έχεις το Αγαθό, και από εκεί και πέρα έχεις διάφορες διαμορφώσεις, ας το πούμε έτσι, σε σύνολο το πλατωνικό έργο, μεταξύ των οποίων και η παρούσα του Τιμαίου (και όχι μόνον), όπου ο Πλάτωνας αναγκάζεται να δώσει προσωπική υπόσταση, γιατί είναι ποιητής. Δηλαδή, εάν ο τεχνίτης δεν έχει χέρια για να φτιάξει κάτι, δεν είναι τεχνίτης. Οπότε, αναγκάζεται να τον πει Δημιουργό.