Hellas Journal’s questions to NATO MC Chairman, Admiral Rob Bauer, and Norway’s Chief of Defence, General Eirik Kristoffersen, at the NATO MCC Press Conference, Oslo, Saturday 16.9.2023.
Hellas Journal:
My name is Panagiotis Pavlos, from Hellas Journal in New York. And my first part of question to Admiral Bauer is the following. I mean, whether at this present Conference, in the part related to the Southeast wing of the Alliance, have you considered any provisions about promoting Greece’s role as a security hub, both with regard to the East borders, and the inlands Balkan and East European region, provisions that would in a way challenge, or affect, the balance of power between Greece and Turkey? The reason why I am asking that is that because we see that Turkey holds a very firm relation with Russia, which is the subject of the war in Ukraine, and this is indeed and oxymoron?
And the second part of the question is to general Kristoffersen, whether would you see as a contingent a war between NATO and Russia, and even a nuclear war? And that, in view of the fact that is the first time that Norway, since last year, has been sending for the first time in its history weapons abroad; this is something completely new for the Norwegian culture.
Thank you.
NATO MC Chairman, Admiral Rob Bauer
Chairman of NATO Military Committee, Admiral Rob Bauer:
Ehm, we didn’t talk in a specific, we didn’t talk about very specific functions of the nations in the executability discussion. Because the roles that the nations can play in the execution of the regional plans is very diverse. It ranges from the different services in the arm forces that perform a role, in different services that can be command roles even in the nations.
I know for example, that there is the NRDC Corps in Greece that can play a role in the land command structure. But we didn’t talk per nation on all the possible things that the different nations can play in the execution, so neither about Greece. In certain cases, the different nations ask, or report, the possibilities so that the Supreme Allied Commander Europe knows what the options are, and if a choice has to be made, that he is aware of the different possibilities.
With regard to your remark on Greece and Turkey, that is a bilateral discussion, that is not a NATO discussion, so I am not gonna answer on that.
Norway’s Chief of Defence, General Eirik Kristoffersen
Norway’s Chief of Defence, General Kristoffersen:
So, Norway and Russia has not been to war for at least thousand years. So we are the only neighbouring country that has not been in newer history in war with Russia. And President Putin knows very well that NATO is not a threat against Russia. He says that but he knows that, that we don’t threat Russia.
Neither Norway, nor Sweden, or Finland, or Poland, we are not threatening Russia. If he believed that we are threatening Russia he couldn’t have moved all these troop to Ukraine, to fight the war there. So on our border, on the region border, there is maybe 20% or less forces left than it used to be before 24th of February 2022. So he has taken that risk because he knows that NATO is not threatening anyone. And President Putin is occupied in Ukraine, and President Putin has started this war and he can end it. He can pull out.
Norway has since 1949 been a NATO member, and NATO has kept peace for his allies, for his members ever since. So, it’s a long period of peace among NATO nations, and we have enjoyed that. And that’s also why we need to support Ukraine. Because if we allow this to happen, then we have changed, we have let Russia change some of the rules that has secured this peace since the end of WWII.
So, it was very early that Norway decided to move from non-lethal aid to antitank weapons, to artillery pieces, to air defence, it happened in a few weeks after invasion on 24th of February. And we will continue. We have made a 5-year plan approved by all parties in Parliament, which gives me the force that I need to plan to plan for both donations, training, working with industry, but also buying back, or buying new equipment to the Norwegian Army, to fill up the gaps based on what we are doing with Ukraine. So, priority one now, support Ukraine for as long as it takes.
Admiral Bauer:
If I can build on the answer of General Kristoffersen. As he says, Russia knows NATO is not a threat. Because we are not intending to attack them. Otherwise, they would have responded completely different to the accession of Finland. And they haven’t. They talk about it, but they haven’t, in physical terms. The reason why Russia attacked, and the same applies for Ukraine; the Ukraine wasn’t a threat for Russia as well; the reason why they have attacked Ukraine were democracy, freedom, rule of law, and the fact that Ukraine more and more was wanting and willing and showing they were making their own decisions about their own future. And that was a danger, that is a danger, if that democracy settles more and more and becomes, you know, in the heart of the Ukrainian thinking, as we see, then that is a danger to the Putin regime. Because then people in Russia might start to think the same.
Watch the video with HJ Q&A at the NATO MCC 2023 Press Conference:
Ο Ναύαρχος Ρόμπερτ Μπάουερ, Πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ (αριστερά) και ο Στρατηγός Έιρικ Κριστόφερσεν, Αρχηγός ΓΕΕΘΑ της Νορβηγίας (δεξιά), κατά τη Συνέντευξη Τύπου του ΝΑΤΟ MCC 2023, στο Όσλο, Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2023. Φωτογραφία Hellas Journal.
Τις πλείστες φορές οι ερωτήσεις περιέχουν τις ειδήσεις και οι απαντήσεις είναι του στιλ “άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε”. Αυτό συνέβη στη Διάσκεψη της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ (NATO Military Committee Conference), που πραγματοποιήθηκε στο Όσλο.
Η Hellas Journal ρώτησε εάν η Επιτροπή συζήτησε το νέο ρόλο της Ελλάδας, ως κόμβου ασφαλείας, προς τα ανατολικά σύνορα, όσο και προς τη Βαλκανική ενδοχώρα και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Και επίσης εάν οι Νατοϊκοί φοβούνται ένα πυρηνικό πόλεμο που θα ξεκινήσει με επίθεση της Ρωσίας εναντίον της Νορβηγίας. Για το θέμα αυτό, ο στρατηγός Κριστόφερσεν, Αρχηγός ΓΕΕΘΑ της σκανδιναβικής χώρας, τόνισε ότι η Νορβηγία και η Ρωσία δεν έχουν εμπλακεί σε πόλεμο κατά τα τελευταία χίλια τουλάχιστον χρόνια. Άρα, δεν βλέπει ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Ο Ναύαρχος Μπάουερ, Πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ, έσπευσε να υπογραμμίσει ότι η Ρωσία γνωρίζει ότι το ΝΑΤΟ δεν συνιστά απειλή. Διότι δεν σκοπεύουμε να τους επιτεθούμε, τόνισε.
Για τη νέα στρατηγική θέση της Ελλάδας, καμώθηκαν πως το θέμα δεν συζητήθηκε. Ο κ. Μπάουερ δήλωσε σχετικά:
“Αναφορικά με το σχόλιό σας περί της Ελλάδας και της Τουρκίας αυτό είναι ένα διμερές ζήτημα, δεν είναι ένα ζήτημα που αφορά το ΝΑΤΟ, και άρα δεν πρόκειται να σας απαντήσω επ᾽ αυτού”.
Διαβάστε τα ερωτήματα που έθεσε στον Πρόεδρο της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ και στον Νορβηγό Α/ΓΕΕΘΑ, ο ανταποκριτής του Hellas Journal στο Όσλο, Παναγιώτης Παύλος:
Hellas Journal:
Σας ευχαριστώ πολύ.
Παναγιώτης Παύλος είναι το όνομά μου, ανταποκριτής του Hellas Journal, από τη Νέα Υόρκη, και το πρώτο σκέλος της ερώτησής μου προς τον Ναύαρχο Bauer, είναι το ακόλουθο:
Εάν κατά την παρούσα Σύνοδο, στο τμήμα το σχετιζόμενο με την ανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, αναλάβατε ορισμένες πρόνοιες αναφορικά με την ανάδειξη του ρόλου της Ελλάδος ως κόμβου ασφαλείας, τόσον αναφορικά προς τα ανατολικά σύνορα, όσο και προς τη Βαλκανική ενδοχώρα και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Προβλέψεις οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν ή να επηρεάσουν την ισορροπία ισχύος μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας.
Ο λόγος που το θέτω αυτό είναι διότι βλέπουμε ότι η Τουρκία διατηρεί μια πολύ στενή σχέση με την Ρωσία, η οποία είναι και το αντικείμενο του πολέμου στην Ουκρανία, κάτι το οποίο είναι ασφαλώς οξύμωρο.
Το δεύτερο σκέλος της ερώτησής μου, προς τον Στρατηγό Kristoffersen, αφορά το εάν θεωρείτε ως ενδεχόμενο ένα πόλεμο μεταξύ του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας, και μάλιστα ένα πόλεμο πυρηνικό.
Αυτό το ρωτώ και σε σχέση με το γεγονός ότι πρόκειται για την πρώτη φορά που η Νορβηγία έχει από πέρυσι, για πρώτη φορά στην ιστορία της, προβεί στην αποστολή όπλων στο εξωτερικό. Αυτό είναι κάτι εντελώς καινούριο για τον νορβηγικό πολιτισμό.
Σας ευχαριστώ.
Ναύαρχος Μπάουερ, Πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ:
Κατά τη συζήτηση περί εκτελεσιμότητας (executability) δεν μιλήσαμε για συγκεκριμένες δράσεις των εθνών της Συμμαχίας. Διότι οι ρόλοι που τα έθνη μπορούν να διαδραματίσουν στην εκτέλεση των τοπικών σχεδιασμών είναι ποικίλοι. Εκτείνονται από τις διάφορες υπηρεσίες των Ενόπλων Δυνάμεων οι οποίες διαδραματίζουν ένα συγκεκριμένο ρόλο, σε διάφορες υπηρεσίες στις οποίες μπορεί να συγκαταλέγονται ρόλοι διοίκησης ακόμη και για τα κράτη μέλη.
Γνωρίζω, παραδείγματος χάριν, ότι υπάρχει το Σώμα Ταχείας Ανάπτυξης του ΝΑΤΟ στην Ελλάδα (σσ. NRDC Corps, ΝΑΤΟ Rapid Deployable Corps στο Γ´ Σώμα Στρατού), το οποίο μπορεί να παίξει ρόλο στη διοικητική δομή της χώρας. Αλλά δεν συζητήσαμε ξεχωριστά ανά έθνος για όλα τα εν δυνάμει ζητήματα για τα οποία τα διάφορα κράτη μέλη μπορούν να παίξουν ρόλο κατά την εκτέλεση, κι επομένως ούτε για την Ελλάδα.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη ζητούν, ή αναφέρουν, τις δυνατότητες, προκειμένου ο Ανώτατος Συμμαχικός Διοικητής Ευρώπης να γνωρίζει ποιές είναι οι επιλογές, κι εφόσον πρέπει να ληφθεί κάποια απόφαση να είναι ενήμερος για τις διάφορες δυνατότητες.
Αναφορικά με το σχόλιό σας περί της Ελλάδας και της Τουρκίας, αυτό είναι ένα διμερές ζήτημα, δεν είναι ένα ζήτημα που αφορά το ΝΑΤΟ, και άρα δεν πρόκειται να σας απαντήσω επ᾽ αυτού.
Στρατηγός Κριστόφερσεν, Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Νορβηγίας:
Η Νορβηγία και η Ρωσία δεν έχουν εμπλακεί σε πόλεμο κατά τα τελευταία χίλια τουλάχιστον χρόνια. Επομένως, είμαστε η μοναδική γείτων της Ρωσίας χώρα που δεν έχει υπάρξει σε πόλεμο με τη Ρωσία στη νεώτερη ιστορία. Και ο Πρόεδρος Πούτιν γνωρίζει πολύ καλά ότι το ΝΑΤΟ δεν είναι απειλή κατά της Ρωσίας. Το λέει αυτό, αλλά γνωρίζει ότι δεν απειλούμε τη Ρωσία. Ούτε η Νορβηγία, ούτε η Σουηδία, ή η Φινλανδία, ή η Πολωνία, απειλούμε τη Ρωσία.
Εάν πίστευε ότι απειλούμε τη Ρωσία, δεν θα είχε μεταφέρει όλα αυτά τα στρατεύματα στην Ουκρανία, για να διεξάγει τον πόλεμο εκεί. Στα δικά μας σύνορα, στη συνοριακή περιοχή υπάρχουν εναπομένουσες δυνάμεις ίσως 20% ή λιγότερο από ότι πριν την 24ηΦεβρουαρίου 2022. Και άρα ο ίδιος έχει αναλάβει το ρίσκο γνωρίζοντας ότι το ΝΑΤΟ δεν απειλεί κανέναν. Και είναι ο Πρόεδρος Πούτιν που τον απασχολεί η Ουκρανία, είναι ο Πρόεδρος Πούτιν που ξεκίνησε αυτόν τον πόλεμο και μπορεί να τον σταματήσει, μπορεί να αποσυρθεί.
Η Νορβηγία είναι μέλος του ΝΑΤΟ από το 1949, και έκτοτε το ΝΑΤΟ έχει προασπίσει την ειρήνη για τους Συμμάχους του, για τα μέλη του. Πρόκειται, επομένως, για μια μακρά περίοδο ειρήνης μεταξύ των μελών του ΝΑΤΟ, την οποία απολαμβάνουμε. Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει να στηρίξουμε την Ουκρανία. Διότι εάν επιτρέψουμε τώρα αυτό να συμβεί, τότε θα έχουμε αλλάξει και θα έχουμε επιτρέψει στη Ρωσία να ανατρέψει ορισμένους από τους κανόνες που έχουν διασφαλίσει αυτήν την ειρήνη από το τέλος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου.
Επομένως, ήταν από πολύ νωρίς που η Νορβηγία αποφάσισε να κινητοποιηθεί από την παροχή μη θανατηφόρας βοήθειας σε αποστολή αντιαρματικών όπλων, μονάδων πυροβολικού, συστημάτων αεράμυνας. Αυτό συνέβη μόλις λίγες εβδομάδες μετά την εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου. Και θα συνεχίσουμε. Έχουμε συντάξει ένα πενταετές σχέδιο που έχει εγκριθεί από όλα τα πολιτικά κόμματα στο Κοινοβούλιο και το οποίο μου παρέχει την ισχύ που χρειάζομαι για να υλοποιήσω τον σχεδιασμό τόσο για δωρεές, εκπαίδευση, συνεργασία με τη βιομηχανία, όσο και για την επαναγορά ή την αγορά νέου εξοπλισμού στον νορβηγικό στρατό. Να βελτιώσουμε τα κενά με βάση το τί κάνουμε με την Ουκρανία. Επομένως, προτεραιότητα τώρα, είναι να στηρίξουμε την Ουκρανία για όσο χρόνο χρειαστεί.
Ναύαρχος Μπάουερ:
Θα ήθελα να βασιστώ στην απάντηση του στρατηγού Kristoffersen: Όπως λέει, η Ρωσία γνωρίζει ότι το ΝΑΤΟ δεν συνιστά απειλή. Διότι δεν σκοπεύουμε να τους επιτεθούμε. Αλλιώς, θα είχαν απαντήσει εντελώς διαφορετικά στην ένταξη της Φινλανδίας. Αλλά δεν έχουν απαντήσει. Μιλούν γι᾽ αυτό, αλλά δεν το έχουν κάνει, με όρους φυσικούς.
Ο λόγος για τον οποίο η Ρωσία επιτέθηκε, και το ίδιο ισχύει και για την Ουκρανία, καθώς ούτε η Ουκρανία ήταν απειλή για τη Ρωσία, ο λόγος λοιπόν για τον οποίο επιτέθηκαν στην Ουκρανία ήταν η δημοκρατία, η ελευθερία, το κράτος δικαίου και το γεγονός ότι η Ουκρανία όλο και περισσότερο ήθελε κι επιθυμούσε κι έδειχνε ότι λάμβανε τις δικές της αποφάσεις για το μέλλον της.
Αυτό ήταν ένας κίνδυνος, είναι ένας κίνδυνος εάν αυτή η δημοκρατία εδραιώνεται ολοένα και περισσότερο. Και αυτό, ξέρετε, συμβαίνει στον πυρήνα της ουκρανικής σκέψης, όπως βλέπουμε. Αυτό αποτελεί κίνδυνο για το καθεστώς Πούτιν. Γιατί τότε και στη Ρωσία οι άνθρωποι μπορεί να αρχίσουν να σκέφτονται το ίδιο.
Το τηλεοπτικό απόσπασμα της Συνέντευξης Τύπου:
Ανταπόκριση από το Όσλο για το Hellas Journal: Παναγιώτης Παύλος.
Παρακολουθήστε αυτήν την εφ’όλης της ύλης συζήτηση του Παναγιώτη Παύλου με τον Πρέσβη ε.τ. Γεώργιο Αϋφαντή, στο πλαίσιο της Αυγουστιάτικης εκπομπής – αφιέρωμα του Δικτύου Ελληνισμού στα εθνικά θέματα, τη εξωτερική πολιτική της Ελλάδος, τα Ελληνοτουρκικά, και τις ευρύτερες διεθνείς εξελίξεις, η οποία έλαβε χώρα την Κυριακή 20/8/2023.
Παρακάτω δημοσιεύουμε 20 θέσεις κριτικής παρέμβασής μας στο άρθρο των κ.κ. Διακόπουλου, Λιάκουρα, Υφαντή και Φίλη για τη Χάγη, στην Καθημερινή Κυριακής 30/7/2023)
Το επίμαχο άρθρο των κ.κ. Διακόπουλου, Λιάκουρα, Υφαντή και Φίλη, στην Καθημερινή της Κυριακής 30/7/2023, έχει ως επίκεντρο μια «διαπραγμάτευση» με την Τουρκία συνοδευόμενη από 3 στοιχεία που κατά τους συγγραφείς τη διέπουν: «όροι/πλαίσιο», «εναλλακτικές», «χρόνος». Δίδεται εξ αρχής η εντύπωση ότι το όλο ζήτημα στα Ελληνοτουρκικά είναι απλώς μια συνολική διαπραγμάτευση, πιθανόν προαποφασισμένη για κάποιους, και όχι μια μοναδική διαφορά, αυτή της οριοθέτησης Υφαλοκρηπίδας – ΑΟΖ, για την επίλυση της οποίας, ωστόσο, η διαπραγμάτευση προωθείται εν είδει φετίχ ως η πρώτιστη, μόνη και μοναδική λύση.
Και ενώ οι υπογράφοντες επεξηγούν ότι ο «χρόνος έχει τόσο την έννοια του χρονισμού (timing) όσο και του ποιο από τα δύο μέρη επείγεται περισσότερο για συμφωνία», εμφανίζουν την Ελλάδα ως επισπεύδουσα, χωρίς ποτέ να εξηγούν κατ᾽ ουσίαν το γιατί, αρκούμενοι απλώς σε αόριστες κινδυνολογίες του τύπου «στο μέλλον τα πράγματα θα είναι δυσχερέστερα»: «…ενδέχεται να βρεθούμε σε έναν κόσμο τελείως διαφορετικό και πολύ πιο επικίνδυνο, με εκκρεμή τα θέματά μας με την Τουρκία. Να έχουμε μετακυλίσει δηλαδή το πρόβλημα στις επόμενες γενιές, οι οποίες θα πρέπει να το διαχειριστούν, κατά τα φαινόμενα, με χειρότερους όρους».
Φάσκουν και αντιφάσκουν οι συγγραφείς, αφενός εμφανιζόμενοι ως επισπεύδοντες της Χάγης (προκειμένου, φαντάζομαι, να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε επιτέλους τα όσα απορρέουν από τα κυριαρχικά δικαιώματά μας), αφετέρου διατεινόμενοι ότι η Ελλάδα δεν ενδιαφέρεται για τον ορυκτό πλούτο της, μιας και τα επόμενα χρόνια θα επικρατήσει η πράσινη ενέργεια: «σε λίγα χρόνια δεν θα έχουν νόημα τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων, ακόμη και αν αυτά υπάρχουν και είναι εκμεταλλεύσιμα, λόγω της κλιματικής κρίσης και συνακόλουθα της αναπόφευκτης πράσινης μετάβασης». Εύλογα, λοιπόν, αναρωτιέται κανείς: προς τί τοιαύτη επίσπευσις; Άραγε, θα συμφωνούσαν μαζί τους οι ιθύνοντες της ExxonMobil, της BP, της TOTAL, της Shell, της QP και πολλών άλλων εταιρειών, οι οποίοι συμμετέχουν από καιρό τώρα σε φανερές και μυστικές συσκέψεις με στελέχη του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και άλλα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη;
Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν – αν και ταυτόχρονα επιδιώκουν να τον υποβαθμίσουν – τον τουρκικό αναθεωρητισμό, ενώ παράλληλα αποκρύπτουν έντεχνα από τη συλλογιστική τους τη δεδομένη πίεση από πλευράς ΗΠΑ και Γερμανίας για συνολική διευθέτηση των Ελληνοτουρκικών. Αποψιλώνουν το εύρος των δυνατοτήτων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής θέτοντας κατ᾽ ουσίαν ψευδοδιλλήματα του τύπου «ευλαβική διατήρηση του statusquo, ή κάθε τι άλλο πλην της διαπραγμάτευσης θα σημάνει πόλεμο».
Παραβάλλουν παντελώς ανόμοια, μη συγκρίσιμα μεγέθη: τα 50 μεταπολιτευτικά χρόνια αγώνα διατήρησης του αξιόμαχου των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων με 35 σχεδόν χρόνια κατασπατάλησης της δημόσιας περιουσίας, αφαίμαξης του ελληνικού πλούτου, υπερχρέωσης του εθνικού δημοσίου χρέους λόγω του καρκινώματος του ρουσφετιού και της μίζας στη χώρα, και της υποθήκευσης του μέλλοντος των Ελλήνων χάριν των ολίγων.
Επιχειρούν να παραπλανήσουν την ελληνική κοινή γνώμη μιλώντας για «κούρσα εξοπλισμών, που ξεκίνησε λόγω της διαφοράς μας για την υφαλοκρηπίδα», ωσάν οι εξοπλισμοί να μην ξεκίνησαν στον απόηχο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και της παράνομης μέχρι σήμερα κατοχής πλέον του 37% της Μεγαλονήσου!
Αναφέρονται σε «προσδοκώμενο κέρδος» από «τυχόν πλουτοπαραγωγικούς πόρους», όταν τα δεδομένα που αρμόδιοι διεθνείς οργανισμοί δεν κρύβουν πλέον μιλούν για γιγάντια αποθέματα ορυκτού πλούτου στην Ανατολική Μεσόγειο, ικανά να παρέχουν υψηλή κάλυψη ενεργειακής επάρκειας στην Ευρώπη, τη στιγμή μάλιστα που η Νορβηγία π.χ. έχει αυξήσει κατακόρυφα την παροχή ενέργειας στην ΕΕ μετά το Ουκρανικό και την ανατίναξη του Nordstream και μόνον στο 2022 τα συνολικά έσοδά της από εξαγωγές υποθαλάσσιου ορυκτού πλούτου ανήλθαν σε περίπου 170 δις ευρώ: ΕΔΩ).
Όπως ήδη επισημάναμε αλλού, οι εν λόγω συντάκτες δεν διστάζουν να υιοθετήσουν ρητορική του ΚΚΕ και των πασιφιστών της ελληνικής ψευδοαριστεράς, προκειμένου να παρακάμψουν – ανεπίτρεπτα για αξιωματικούς του Πολεμικού Ναυτικού, Συμβούλους του ΕΛΙΑΜΕΠ, και ειδικούς επιστήμονες ων Διεθνών Σχέσεων – το διαχρονικό αξίωμα sivispacemparabellum (εάν θες ειρήνη προετοιμάζου για πόλεμο).
Δεν φαίνεται να τους απασχολεί ότι η μομφή τους περί «κυριαρχικώνμας δικαιωμάτων σε θεωρητικό (αλλά και φαντασιακό) επίπεδο» είναι ακριβώς απότοκο της εγκληματικής κληρονομιάς της Μαδρίτης, όταν ο Κώστας Σημίτης αποδείχθηκε για δεύτερη φορά εντός διετίας εντολοδόχος των Ηνωμένων Πολιτειών, και υιοθέτησε verbatim τις διατυπώσεις που του ενεχείρησε ο Τόμας Νάιλς, τότε Αμερικανός Πρέσβης στην Αθήνα, μέσω του δικού μας Πρέσβη Αριστείδη Αγαθοκλή (βλ. σχετικά το κορυφαίο έργο: Μ. Ιγνατίου, Ν. Μελέτης, Η Συμφωνία που «γκρίζαρε» το Αιγαίο:Από τα Ίμια στη Μαδρίτη – Classified, Αθήνα: Πεδίο, 2020). Η φοβική στασιμότητα άσκησης τόσο του μονομερούς δικαιώματος – με βάση το Διεθνές Δίκαιο και το ΔΔΘ – πλήρους επέκτασης της εθνικής κυριαρχίας μας στα 12 ναυτικά μίλια χωρικών υδάτων, όσο και η ανυπαρξία έναρξης άσκησης και εφαρμογής των όσων απορρέουν από τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος στις δεδομένες πλέον ΑΟΖ, πλήρους με Ιταλία και μερικής με Αίγυπτο, τις οποίες αυτή ταύτη η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη οριοθέτησε, είναι εδώ και σχεδόν δύο χρόνια μια πραγματικότητα για την οποία κάποιοι οφείλουν να λογοδοτήσουν, παρά κάποιοι άλλοι να την χρησιμοποιούν ως επιχείρημα στην πράξη απεμπόλησής τους!
Οι κ.κ. Διακόπουλος, Λιάκουρας, Υφαντής και Φίλης, αποδεικνύονται περίτρανα ανακόλουθοι και λογικά ασυνεπείς, όταν αναγνωρίζουν και αποδέχονται την ορθότητα της επιχειρηματολογίας και της ορθής ανάγνωσης της Τουρκίας από τις αντίθετες προς αυτούς φωνές («Πολλοί αναλυτές και δημοσιολόγοι εκφράζουν βάσιμες ενστάσεις στη διαδικασία προσέγγισης με την Τουρκία»), ενώ ταυτόχρονα καταλογίζουν απουσία, δήθεν, «αξιόπιστης και ρεαλιστικής εναλλακτικής». Υπονοούν, έτσι, τορπιλισμό του διαλόγου από την Ελλάδα, αντί να ευγνωμονούν τον τουρκικό μαξιμαλισμό ο οποίος ευνοεί ως τώρα τη χώρα κατά της πολυπόθητης σε ορισμένους εκχώρηση, ή έστω παραχώρηση, «κάποιων κυριαρχικών δικαιωμάτων», για να θυμηθούμε πρόσφατους λόγους του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών στη Βουλή.
Επιδίδονται οι ίδιοι, ως κάκιστοι ερασιτέχνες σκακιστές, σε biased προβλέψεις για τις επόμενες κινήσεις του αντιπάλου, λησμονώντας να οργανώσουν το δικό τους πλαίσιο στρατηγικών κινήσεων με γνώμονα την αποτροπή έκβασης των κινδυνολογουμένων. Θα άξιζε να ερωτηθούν εξάλλου, εάν διαφωνούν με τη στρατηγική επιλογή των φρεγατών Belharra, στις οποίες η Ελλάδα κατέληξε (έστω και αν υπήρξε η σπόντα της εμπλοκής μεταξύ Αυστραλίας, ΗΠΑ και Γαλλίας) ακριβώς λόγω της στρατηγικής επιμονής στο επιχειρησιακό πλεονέκτημα που εδράζεται σε κάθε άλλο παρά την παραίτηση κάλυψης του θαλάσσιου χώρου της ανατολικής Μεσογείου, μέχρι την Κύπρο. Εκτός, φυσικά, και εάν τα Επιτελεία των Ενόπλων Δυνάμεων θεωρούνται από κάποιους ως προσκόμματα στην άσκηση «μεταμοντέρνας» εξωτερικής πολιτικής.
Οι εν λόγω συντάκτες ξορκίζουν τις διεκδικήσεις από πλευράς Ελλάδος, αφού βέβαια προηγουμένως έχουν μοιραία ενδώσει στην εμπράγματο αποδοχή του τουρκικού ορισμού του όρου «διεκδίκηση», εκλαμβάνοντας μονοσήμαντα ως μοναδική λογική επέκταση της έννοιας διεκδίκησητον τουρκικό αναθεωρητισμό, τη ναυαρχίδα δηλαδή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής: «Άλλοι πάλι ζητούν να αρχίσει και η χώρα μας να «διεκδικεί» (τι;). Να γίνουμε δηλαδή και εμείς αναθεωρητική χώρα. Να υιοθετήσουμε με άλλα λόγια την πολιτική της Τουρκίας χωρίς να έχουμε τα χαρακτηριστικά της Τουρκίας». Διαπομπεύουν έτσι, συνειδητά ή ασυνείδητα, μετά ή άνευ δόλου, τα εθνικά δίκαια, όπως η νευραλγική επέκταση των εθνικών Χωρικών Υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια – ή στο μέγιστο της μέσης γραμμής στο Α/ΝΑ Αιγαίο – και τα υποβαθμίζουν ποιοτικά, εξισώνοντάς τα σχεδόν, στο σκεπτικό τους, με υφαρπαγή ζωτικών συμφερόντων της γείτονος ή αμφισβήτηση της υπόστασής της, τη στιγμή μάλιστα που οι αξιώσεις τις Τουρκίας εδράζονται επί της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδος, όπως οι παραβιάσεις, η απαίτηση για αποστρατικοποίηση των νησιών, η επιδίωξη γκριζοποίησης του Αιγαίου και ο σταθερά προωθούμενος εκτουρκισμός της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, αποδεικνύουν. Με τον τρόπο αυτόν όχι μόνον διαστρέφουν τα εθνικά δίκαια, αλλά παρέχουν εμμέσως άλλοθι ανοχής στις εμπράγματες τουρκικές αξιώσεις!
Δύσκολα αποφεύγουν να εμφανιστούν ως κυνηγοί σχεδόν «φιλότουρκων» Ελλήνων, ενώπιον όσων επισημαίνουν τις επιτυχίες του Ερντογάν, και αγνοούν στιβαρούς Αμερικανούς αναλυτές, όπως ο Michael Rubin, που εξέθεσαν αντικειμενικά τα κέρδη Ερντογάν στο Βίλνιους, τη στιγμή μάλιστα που ο Τούρκος Πρόεδρος συνεχίζει να τα «μασάει» περί οριστικής επικύρωσης της ένταξης της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση τον προσεχή Οκτώβριο. Δεν διστάζουν μάλιστα να υποβαθμίσουν εκ νέου την αμετάβλητη τουρκική στρατηγική αποκαλώντας τους τακτικούς ελιγμούς της γείτονος «ραγδαίες μεταβολές του Ερντογάν».
Φαίνεται ότι ορισμένοι εκ των συγγραφέων δεν διδάσκονται ούτε καν από τη θητεία τους ως επισκέπτες καθηγητές σε τουρκικά πανεπιστήμια. Καταφεύγουν, λοιπόν, στην ανεπίτρεπτη αφέλεια των ευχολογίων και των εύλογων υποθέσεων μιας κατεξοχήν φαντασιακής Τουρκίας, τη στιγμή μάλιστα που οι ίδιοι νωρίτερα αποκήρυξαν κάθε τι το «φαντασιακό»! Όσον αφορά στο πόσο ενοχλητική είναι η «αναξιοπιστία της Τουρκίας στις δυτικές πρωτεύουσες», θα άξιζε οι εν λόγω συντάκτες να συζητήσουν με Νορβηγούς διπλωμάτες, προσωπικούς φίλους του ΓΓ του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ, εδώ στο Όσλο, ώστε να ελέγξουν τον βαθμό εγκυρότητας της εκτίμησής τους.
Επικαλούνται οι συγγραφείς, τον χρονισμό μιας δήθεν στριμωγμένης στον τοίχο Τουρκίας, όχι ούτως ώστε – όπως εύλογα θα ανέμενε κάθε νοήμων Έλληνας – η Ελλάδα να αποκομίσει το μέγιστο όφελος που μια τέτοια δεδομένη κατάσταση της γείτονος θα απέφερε, αλλά προκειμένου να επιτευχθεί μια συμφωνία για την οποία η Ελλάδα – τραγικά και ανόητα – έχει ήδη δηλώσει κατ᾽ ουσίαν ότι θα αντιμετωπίσει την ακρότητα των τουρκικών απαιτήσεων με εκπεφρασμένη τη βούλησή της για υποχωρήσεις από τα απώτατα όρια των δικών της εθνικών δικαίων. Ελληνικός μινιμαλισμός, δηλαδή, ως αντίδοτο στον τουρκικό μαξιμαλισμό!
Όλως παραδόξως, οι συγγραφείς αυτού του κειμένου, μολονότι γνήσια (;) τέκνα του Καραμανλικού Ευρωκεντρικού Φιλελευθερισμού, είναι έτοιμοι όσο ποτέ άλλοτε να αποταχθούν το ευρωπαϊκό πλαίσιο – μιας και όπως ομολογούν χαρακτηριστικά «η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πολύ διαιρεμένη και αδύνατη για να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία» – και να εγκαταλείψουν τη θεώρηση των τουρκικών αξιώσεων εις βάρος της Ελλάδος ως πρόβλημα ολόκληρου του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την Κύπρο, παρακάμπτοντας αμφότερα, προκειμένου να διευκολυνθεί μια διμερής διαπραγμάτευση που θα οδηγήσει στον επιθυμητό κατ᾽ αυτούς συμβιβασμό.
Η τετράς των κυρίων αυτών παραλογίζεται, καθώς αναγνωρίζει αφενός αρνητικό συντελεστή ισοζυγίου ισχύος έναντι της Τουρκίας κατά τα τελευταία 50 χρόνια, αφετέρου λίγο νωρίτερα στο κείμενό τους κατήγγειλε τα 400 δις ευρώ της τελευταίας 50ετίας ελληνικών αμυντικών δαπανών. Επικαλούνται φαυλοπρεπώς μιαν σε απόλυτους αριθμούς (αν)ισορροπία ισχύος αποστερημένη του ποιοτικού πλεονεκτήματος που διαθέτει ο αμυνόμενος υπέρ πάτρης, ιερών και οσίων, προκειμένου να τοκιστεί το ηττοπαθές κεφάλαιό τους με τον προς τούτο επιβεβλημένο, καταναγκαστικό συμβιβασμό.
Φυσικά, η κινδυνολογία δεν απουσιάζει, καθώς η κατ᾽ αυτούς τυχόν μη επίλυση των Ελληνοτουρκικών τώρα θα σημάνει αυτόματα και την επιδείνωσή τους στο μέλλον, αφού «δύσκολα θα παρουσιαστεί ευνοϊκότερη συγκυρία στο ορατό μέλλον». Αγνοούν άραγε, το γεγονός ότι η Νορβηγία, παραδείγματος χάριν, συζητούσε επί 40 χρόνια με τη Σοβιετική Ένωση – και μάλιστα σε ευρύτερες συνθήκες λίαν δυσμενέστερες αυτών που διέπουν τα Ελληνοτουρκικά σήμερα, όπως ήταν εκείνες του Ψυχρού Πολέμου – έως ότου αισθανθεί αρκετά ισχυρή για να προχωρήσει σε οριοθέτηση ΑΟΖ μαζί της; Και βεβαίως, η Νορβηγία, ουδόλως δείχνει σήμερα να μοιράζεται τη συγκίνηση των συγγραφέων του άρθρου υπέρ της «πράσινης ανάπτυξης», ώστε να αρνηθεί να είναι ο πάροχος του 1/3 του εισαγόμενου από την Ευρώπη Φυσικού Αερίου, το 2021, ή να είναι εισαγωγέας στην Ευρώπη 80 εκατομμυρίων βαρελιών αργού πετρελαίου, μόνον μέσα στο 2022.
Εν κατακλείδι, η εν λόγω παρέμβαση των τεσσάρων, δεν θα μπορούσε παρά να κλείσει μοιρολατρικά, αποδεχόμενη ότι «η γεωγραφία είναι πεπρωμένο». Λυπεί, δυστυχώς, όχι μόνον το όραμα που απουσιάζει από την ελληνική εξωτερική πολιτική, όπως οι κ.κ. Διακόπουλος, Λιάκουρας, Υφαντής και Φίλης την αντιλαμβάνονται, αλλά και η αδυναμία των εν λόγω κυρίων να σκεφθούν ελληνικά, και να συνειδητοποιήσουν ότι όπως ακριβώς ο κάθε άνθρωπος, έτσι και η κάθε χώρα ορίζει τη δική της μοίρα.
Στον 20ο αιώνα η Ελλάδα όρισε το πεπρωμένο της γεωγραφίας της. Αν οι εν λόγω κύριοι οραματίζονται, αξιώνουν και εκφράζουν κάτι διαφορετικό ή αντίθετο στον 21οαιώνα, ας έχουν υπόψιν ότι αυτό δεν είναι δική τους δουλειά αλλά σύσσωμου του ελληνικού λαού.
* Το προσχέδιο του κειμένου αυτού ετοιμάστηκε πριν τον θόρυβο που ξέσπασε με αφορμή το εν λόγω δημοσίευμα της Καθημερινής. Στην παρούσα μορφή του όμως έλαβα υπόψιν όλες τις εξαίρετες παρεμβάσεις που έχουν δημοσιευθεί ως το βράδυ της Κυριακής 6 Αυγούστου 2023 καθώς και τις πρώτες αντιδράσεις ορισμένων εκ των υπογραφόντων το επίμαχο κείμενο, γι᾽ αυτό και επέλεξα την υπάρχουσα μορφή του κειμένου αυτού.
Οι 20 θέσεις κριτικής παρέμβασης στο (πρώτο, ακολούθησαν άλλα δύο μέχρι σήμερα, 5/10/2023) άρθρο των 4 υπέρ της Χάγης, δημοσιεύθηκαν ευρύτατα σε πολλά ΜΜΕ. Ενδεικτικά αναφέρονται:
FILE PHOTO: Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανταλλάσσει χειραψία με τον Πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, κατά τη συνάντησή τους στο περιθώριο της διήμερης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, στο Βίλνιους της Λιθουανίας, Τετάρτη 12 Ιουλίου 2023. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ
Με αμείωτη ένταση, κοινή φρασεολογία και επιχειρήματα επωδό υπό την επίφαση αντικειμενικότητας και ρεαλισμού, συνεχίζεται η επιχείρηση εξαπάτησης της ελληνικής κοινής γνώμης ώστε να αποδεχθεί μία εφ᾽ όλης της ύλης διαπραγμάτευση με την Τουρκία, με ήδη δεδομένη την εθνική ζημία και με αφορμή ένα υποτιθέμενο παράθυρο ευκαιρίας που άνοιξε μετά τους σεισμούς.
Νέο απόκτημα στο οπλοστάσιο όσων ομνύουν υπέρ της προσφυγής στη Χάγη, η εκτενέστατη παρέμβαση στην Καθημερινή της Κυριακής (30/7/23), όπου τέσσερεις «ειδικοί» συμπράττουν με σκοπό την άμβλυνση των εθνικών αντανακλαστικών, με σαθρά και εν πολλοίς ανυπόστατα επιχειρήματα.
Στο παρόν κείμενό μας επιλέγουμε ορισμένα εκ των κεντρικών σημείων της παρέμβασης των κ.κ. Διακόπουλου, Λιάκουρα, Υφαντή και Φίλη (εφεξής ΔΛΥΦ) και παρεμβαίνουμε κριτικά με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και την ενημέρωση του ελληνικού λαού.
Αρχικά παρέχεται μία γενική ανάλυση για τους λόγους που η Τουρκία εγκατέλειψε τη «διπλωματία του καταναγκασμού» και της πίεσης προς τη χώρα μας, και πώς η «νέα» στάση της επηρεάζεται από τον πόλεμο στην Ουκρανία και την οικονομική κατάστασή της.
Δεν αναφέρεται όμως ότι στην εξίσωση της επαναπροσέγγισης των δύο χωρών σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι συντονισμένες πιέσεις από ΗΠΑ και Γερμανία, οι οποίες θέλουν την Τουρκία σε ρόλο καλού συμμάχου στο ΝΑΤΟ και όχι ενός επιτηδείου ουδέτερου που διευκολύνει τη Ρωσία.
Δεν θυμήθηκαν ίσως τις δηλώσεις του Αμερικανού Πρέσβη Τσούνη στο φετινό Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών όπου δήλωσε ότι μετά τις εκλογές θα γίνει μια «ειλικρινής» προσπάθεια και από τις δύο πλευρές ώστε να υπάρξει σημαντική πρόοδος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, και ότι οι ΗΠΑ είναι πρόθυμες να μεσολαβήσουν.
Ανάλογες δηλώσεις είχε κάνει και ο Γενς Πλέτνερ, Σύμβουλος του Γερμανού καγκελάριου. Και όλα αυτά χωρίς να παραβλέπεται ότι η Τουρκία εξακολουθεί να παραμένει μία αναθεωρητική χώρα.
«Η κούρσα εξοπλισμών, που ξεκίνησε λόγω της διαφοράς μας για την υφαλοκρηπίδα […] έχει κοστίσει μέχρι σήμερα περισσότερο από το όποιο προσδοκώμενο κέρδος θα μας απέφεραν τυχόν πλουτοπαραγωγικοί πόροι της υφαλοκρηπίδας. Αν αυτό το ποσό επενδυόταν στο κράτος πρόνοιας, στις υποδομές και σε άλλους κοινωφελείς σκοπούς, θα μπορούσε να παραγάγει πολλαπλάσιο αποτέλεσμα σε οικονομία και κοινωνία».
Με δεδομένο ότι η κούρσα των εξοπλισμών δρομολογήθηκε μετά την τουρκική εισβολή και Κατοχή της Κύπρου το 1974, αναρωτιέται κανείς τί πρεσβεύουν οι ΔΛΥΦ;
Έπρεπε ίσως να καταργούσαμε την ασφάλεια, την άμυνα της χώρας και τον Στρατό της απλώς επειδή κόστισε 400 δις ευρώ σε 50 χρόνια; Τη στιγμή, μάλιστα, που οι αμυντικοί Π/Υ κατά το μείζον αφορούν λειτουργικά έξοδα (μισθοδοσία, συντήρηση, εφοδιασμός κλπ) και κατά το έλασσον αγορά εξοπλισμού.
Η παιδαριώδης συλλογιστική ότι θα μπορούσαν να δοθούν στην κοινωνία, θυμίζει το παλαιό ΚΚΕ που στις αντιμιλιταριστικές του διαφημίσεις αντιπαρέβαλε το πολλαπλάσιο κόστος απόκτησης αρμάτων και Α/Φ έναντι της ανέγερσης σχολείων και νοσοκομείων.
Είναι δυνατόν «ειδικοί», με θεσμικό μάλιστα ρόλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, ή πρώην Σύμβουλοι Εθνικής Ασφαλείας, να θεωρούν ότι υπάρχει κράτος που μπορεί να ασκεί εξωτερική πολιτική χωρίς ισχυρό Στρατό που θα διασφαλίζει την άμυνά του; Το γεγονός ότι από το 1974 μέχρι σήμερα δεν είχαμε πόλεμο, δεν οφείλεται και στην αποτρεπτική ισχύ του Στρατού μας;
«Σε λίγα χρόνια δεν θα έχουν νόημα τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων, ακόμη και αν αυτά υπάρχουν και είναι εκμεταλλεύσιμα, λόγω της κλιματικής κρίσης και συνακόλουθα της αναπόφευκτης πράσινης μετάβασης».
Είναι αστείο να ακούγονται τέτοιοι ισχυρισμοί, τη στιγμή π.χ. που η Νορβηγία ναι μεν πρωτοστατεί στην πράσινη ανάπτυξη και τις εναλλακτικές μορφές ενέργειας, πλην όμως προηγουμένως όχι μόνον δεν μείωσε αλλά φρόντισε να αυξήσει την ενεργειακή παραγωγή των κοιτασμάτων της ΑΟΖ της, και πλέον, μετά την καταστροφή του αγωγού Nordstream, έχει αναδειχθεί στον μεγαλύτερο πάροχο ενέργειας της Ευρώπης.
Μάλλον αγνοούν οι ΔΛΥΦ την πολιτική των αγωγών για ενεργειακή επάρκεια και την ευρωπαϊκή προσπάθεια απεξάρτησης από τη ρωσική τροφοδοσία. Είναι τραγικό κάποιοι, αντί του ρεαλισμού, να φαντασιώνονται πράσινες ουτοπίες.
«Πολλοί αναλυτές και δημοσιολόγοι εκφράζουν βάσιμες ενστάσεις στη διαδικασία προσέγγισης με την Τουρκία λόγω της καθ’ υποτροπήν παραβατικότητάς της, … Το πρόβλημα με τις αναλύσεις αυτές δεν είναι ότι έχουν άδικο στην επιχειρηματολογία τους, αλλά πως αδυνατούν να προτείνουν μια αξιόπιστη και ρεαλιστική εναλλακτική. Κατασκευάζουν άρτια επιχειρήματα μεν, μη διευθέτησης δε. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η ακινησία».
Θετικό ότι οι ΔΛΥΦ ομολογούν ότι υπάρχουν διαφωνούντες αναλυτές με άρτια επιχειρήματα.
Ως εκεί όμως φθάνει η ειλικρίνειά τους. Διότι οι περισσότεροι εκ των διαφωνούντων, αν όχι όλοι, προτρέπουν να προβούμε σε μονομερή επέκταση των εθνικών ΧΥ στα 12 ν.μ., να ασκήσουμε τα κυριαρχικά δικαιώματά μας, να οριοθετήσουμε ΑΟΖ με την Κύπρο, να ανασχέσουμε τον επιχειρούμενο, μέσω του τουρκικού προξενείου Κομοτηνής, εκτουρκισμό της Θράκης, και να καταγγείλουμε διεθνώς την Τουρκία για το casus belli, το Turkaegean και πλείστα άλλα.
Και βεβαίως, να προβούμε σε συστηματική εκμετάλλευση των θαλάσσιων περιοχών μας (αλιεία, εξορύξεις, ενέργεια, κλπ). Αυτό λέγεται εξωτερική πολιτική, αυτό πρέπει να είναι το νέο αναπτυξιακό πρότυπό μας, και σίγουρα αυτό δεν είναι ακινησία.
«Μονομερείς ενέργειες από πλευράς μας θα δικαίωναν τις τουρκικές αντιδράσεις, θα εξομοίωναν τις συμπεριφορές και θα μετέφεραν τη διαδικασία επίλυσης από το «πεδίο του δικαίου» στο «πεδίο της ισχύος».
Εδώ οι ΔΛΥΦ έχουν αντιστρέψει τις διατυπώσεις του τραγικού ανακοινωθέντος της Μαδρίτης, μεταξύ Ντεμιρέλ και Σημίτη το 1997, το οποίο όμως και παραβιάστηκε πάραυτα από την Τουρκία και έχει περιορισμένη νομική ισχύ. Γιατί, άραγε, δεν αναφέρουν ποιές είναι αυτές οι τυχόν «μονομερείς ενέργειές» μας; Μήπως η επέκταση των εθνικών ΧΥ; Ή η οριοθέτηση της ΑΟΖ;
Από πού προκύπτει ότι η άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων είναι μονομερής ενέργεια που θα προκαλέσει την Τουρκία; Μήπως από το casus belli; Άρα, για ό,τι λαμβάνει χώρα στο Αιγαίο προαπαιτείται συναίνεση; Να αναμένουμε δηλαδή και ότι οι ΗΠΑ θα ζητήσουν την έγκριση της Τουρκίας για την επικείμενη ενίσχυση της παρουσίας τους στο Αιγαίο;
Όταν π.χ. η Τουρκία κηρύσσει παράνομες ΝΟΤΑΜ, όταν υπογράφει Τουρκολυβικό μνημόνιο, όταν θέτει ζητήματα γκρίζων ζωνών, αμφισβητούμενων νήσων, αποστρατικοποίησης νησιών, εμείς συναινούμε;
Η απειλή χρήσης βίας (casus belli) δεν είναι απαγορευμένη από τον ΟΗΕ; Ή, μήπως, όλα τα ανωτέρω συμβαίνουν επειδή η Ελλάδα δεν προσέρχεται ως τώρα σε μια εφ᾽ όλης της ύλης διαπραγμάτευση για την επίλυση όλων των «misunderstandings»;
«Διατηρούμε μεν ακέραια τα «κυριαρχικά μας δικαιώματα» σε θεωρητικό (αλλά και φαντασιακό) επίπεδο, στην πράξη όμως, όσο δεν οριοθετούμε, δεν έχουμε τίποτα πέραν των 6 ν.μ. κυριαρχίας. Προσδοκούμε ΑΟΖ που φθάνει μέχρι την Κύπρο, αλλά προσώρας δεν μπορούμε καν να διεξάγουμε σεισμικές έρευνες στη μέση του Θερμαϊκού Κόλπου»
Εδώ η υποκρισία των εκπροσώπων του κατευνασμού χτυπάει κόκκινο. Διότι χρησιμοποιούν ως επιχείρημα μια κατάσταση για την οποία οι ομοϊδεάτες τους ευθύνονται αποκλειστικά!
Ποιος φταίει που ούτε καν στον Θερμαϊκό που περικλείεται από ελληνικά μόνον παράλια δεν κλείσαμε κόλπους, ούτε χαράξαμε γραμμές βάσης, για να προχωρήσουμε σε γεωτρήσεις; Ο κουλουρτζής του Λευκού Πύργου; Ή η ίδια αβελτηρία, παθητικότητα, ηττοπάθεια και μίζερη αδιαφορία που διέπει και το σκεπτικό «έντιμου συμβιβασμού», που στην ουσία εκχωρεί όσα δεν θέλει να διαφυλάξει;
«Επίσης, είναι αλυσιτελής η πρόταση για άμεση οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο προκειμένου να φέρουμε την Άγκυρα προ τετελεσμένων. Είναι προφανές ότι όμορες χώρες, όπως η Αίγυπτος, σημαντικός περιφερειακός δρών και εκ των σημαντικότερων αραβικών κρατών, με τις οποίες επιθυμούμε μια σχέση εμπιστοσύνης και λειτουργική, θα προβληματίζονταν, ενώ στα μάτια της διεθνούς κοινότητας θα εμφανιζόμασταν περιφρονητικοί έναντι προνοιών του Δικαίου της Θάλασσας που κατά τα άλλα επικαλούμαστε».
Εδώ ανακύπτει εύλογο το ερώτημα: Όταν η Κύπρος προέβη σε οριοθέτηση της ΑΟΖ της ζήτησε τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας;
Όταν εμείς αποζητήσαμε να τα βρούμε με την Αίγυπτο στο θέμα της οριοθέτησης, ρωτήσαμε την Τουρκία; Και εάν φοβόμαστε ότι η Άγκυρα θα προσπαθούσε να παραβιάσει την όποια συμφωνία της Αθήνας με τη Λευκωσία με διάφορους τρόπους (ερευνητικά, πλωτά γεωτρύπανα κ.ά.) δεν θα έπρεπε να είμαστε σε θέση να την υπερασπιστούμε και στρατιωτικά;
Ή μήπως, κατά τους ΔΛΥΦ, οφείλει η Ελλάδα να λάβει υπόψη και τη θέση της Τουρκίας ότι τα νησιά του ανατολικού και νότιου Αιγαίου, μέχρι και η Κρήτη, δεν δικαιούνται ΑΟΖ;
«Άλλοι πάλι ζητούν να αρχίσει και η χώρα μας να «διεκδικεί» (τι;). Να γίνουμε δηλαδή και εμείς αναθεωρητική χώρα; Και εδώ η μυωπία σε στρατηγικό αλλά και τακτικό επίπεδο είναι χαρακτηριστική».
Αυτό που αυτονόητα επαναλαμβάνεται από τους υγιώς σκεπτόμενους στην Ελλάδα είναι ότι οφείλουμε να αγωνισθούμε για τα δικαιώματά μας στην περιοχή. Δεν μιλάμε για τίποτε άλλο. Χωρικά Ύδατα, ΑΟΖ, Ζώνες Ευθύνης Έρευνας Διάσωσης, κυριαρχία νήσων, είναι δικαιώματα, όχι διεκδικήσεις από την γείτονα.
Η εξομοίωση με τουρκικό αναθεωρητισμό των στοιχειωδών παραμέτρων της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας, αγγίζει τα όρια της διαστροφικής υποτέλειας.
«Είναι δε παράδοξος ο θαυμασμός που ορισμένοι εκφράζουν για την τουρκική εξωτερική πολιτική και τις ενέργειες Ερντογάν. Συναγωνίζονται το πρακτορείο «Αναντολού» στην προβολή των «επιτυχιών του προέδρου».
Πολύ εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο Ερντογάν ασκεί εξωτερική πολιτική με γνώμονα το εθνικό συμφέρον της Τουρκίας, και μετά όλα τα υπόλοιπα. Εμείς προκρίνουμε τη Συμμαχική και Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη (βλ. Πρέσπες, πόλεμο στην Ουκρανία, κλπ) και μετά αρκούμαστε σε ό,τι μας δώσουν.
Η Τουρκία διεκδικεί τα συμφέροντά της, ακόμη και με μέσα παράλογα και παράνομα (εισβολή σε Κύπρο, Ιράκ, Συρία, κλπ). Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί εμείς δεν την καταγγέλλουμε διεθνώς απαιτώντας κυρώσεις και φυσικά γιατί δεν εξασκούμε τα νόμιμα δικαιώματά μας;
Εάν τελικά ο Ερντογάν με τις ενέργειες και τις απειλές του οδηγεί τα πράγματα εκεί που θέλει, μήπως τότε είναι ένας επιτυχημένος Πρόεδρος; Τόσο απλό είναι το ερώτημα.
«Επομένως, σε αυτή την ιστορική καμπή, η Τουρκία δεν μπορεί να συνεχίσει τη διπλωματία του καταναγκασμού εις βάρος της χώρας μας χωρίς υψηλό κόστος. Η Άγκυρα για το προβλεπτό μέλλον πρέπει να εξομαλύνει τη σχέση της με τη Δύση, ενδεχομένως και να την αναθερμάνει, λόγω των αναγκών της οικονομίας της».
Και γιατί αυτό θα πρέπει να γίνει αιτία «υποχώρησης» από τα κυριαρχικά δικαιώματά μας; Γιατί η Τουρκία, αφού έχει αλλάξει συμπεριφορά, δεν αποσύρει το casus belli, τις παράλογες αξιώσεις, διεκδικήσεις και ενέργειές της σε Θράκη, Αιγαίο και Κύπρο;
Εάν τα πράξει αυτά, ασφαλώς και θα μας βρει υποστηρικτές στην προσπάθειά της να τα βρεί με τη Δύση. Αλλά το παζάρι είναι αλλιώς: Η Τουρκία παζαρεύει την επιστροφή της στη Δύση με αντάλλαγμα το Αιγαίο. Θα δεχθούμε εμείς να γίνουμε το σφάγιο μεταξύ Τουρκίας και Συμμάχων μας;
«Πρέπει να βρούμε τον τρόπο (όχι βέβαια οποιονδήποτε τρόπο) να συνυπάρξουμε με την Τουρκία που έχουμε, όχι με αυτή που θέλουμε».
Εύσχημη διατύπωση για κλείσιμο άρθρου, ώστε να αποφύγουν οι ΔΛΥΦ να πουν ευθέως ότι είμαστε αναγκασμένοι να ακολουθήσουμε την πολιτική του κατευνασμού με την Τουρκία, επειδή η Τουρκία είναι αυτή που είναι. Αυτή όμως η πολιτική έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι και αδιέξοδη είναι και εθνικά επιζήμια αλλά και δεν αποδίδει στην περίπτωση της Τουρκίας.
Η Τουρκία ασκεί διαχρονικά αναθεωρητική πολιτική και αυτό φαίνεται τόσο από τις ενέργειές της (Κύπρος, Ίμια, Συρία, Ιράκ) όσο και από πλήθος δηλώσεων Τούρκων αξιωματούχων.
Εμείς, όπως είχε πει και ο πρόσφατα εκλιπών Α/ΓΕΕΘΑ Μιχαήλ Κωσταράκος σε ομιλία του το 2018, θα πρέπει να προσέξουμε «να μην μας ρίξουν στα βράχια». Αυτή πρέπει να είναι η ανησυχία μας. Γιατί το Αιγαίο έχει και βράχια. Και στο στρατηγικό βάθος της Τουρκίας είναι αδιανόητο η Ελλάδα να προβάλλει θολά και ρηχά νερά.
* Ο Ιωάννης Ιντζές είναι Ανιστράτηγος ε.α., απόφοιτος της ΣΕΘΑ και κάτοχος ΜΑ στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνή Ασφάλεια. ** Ο Παναγιώτης Παύλος είναι Ερευνητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Όσλο και Επιστημονικός Συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο του Cambridge.
Το κείμενο αυτό αποτέλεσε την πρώτη συστηματική κριτική στο επίμαχο άρθρο των Τεσσάρων στην Καθημερινή της Κυριακής 30/6/2023, αναφορικά με το ζήτημα της προσφυγής στη Χάγη για την επίλυση των προβλημάτων στα Ελληνοτουρκικά. Δημοσιεύθηκε εκτενέστατα σε μεγάλους ειδησεογραφικούς ιστοτόπους (hellasjournal.com, neakriti.gr, militaire.gr, newsbreak.gr, κλπ) και αναπαράχθηκε ευρέως. Ενδεικτικά: