Ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, με τον Τούρκο ομόλογό του, Χακάν Φιντάν, στην Άγκυρα.
Ακολούθως παραθέτω τον πλήρη ορισμό αυτού που έχω εδώ και μια εβδομάδα προσδιορίσει δημόσια ως «γεραπετρίτειο δόλο», διατυπωμένο προς διευκόλυνση των αναλυτών στα Ελληνοτουρκικά ζητήματα και τα θέματα εθνικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς και -κυρίως- όλων των άμεσα ενδιαφερομένων Ελλήνων.
‘H αντιστροφή της αιτιώδους σχέσης κατά την οποία η «μείζων διαφορά Υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ» ως αιτιατό της τουρκικής αμφισβήτησης της ελληνικότητας του Αιγαίoυ αντιστρέφεται και γίνεται αποδεκτή από την Ελλάδα ως αίτιο αυτής’.
Η έννοια παραπέμπει στην αντίληψη και ρητορική πρακτική που εισήγαγε για πρώτη φορά στη δημόσια σφαίρα το 2024, ο Γιώργος Γεραπετρίτης.
Συγκεκριμένα, ο κ. Γεραπετρίτης, ως Υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη από τον Ιούνιο του 2023, καταφεύγει σε αυτήν την αντίληψη την οποία και εκφράζει συστηματικά, στην ακόλουθη προσπάθειά του.
Την απόπειρα, δηλαδή, να πείσει την ελληνική κοινωνία για την επιτακτική ανάγκη άμεσης διευθέτησης ζητημάτων στα ελληνοτουρκικά, δίχως προηγούμενη εφαρμογή από πλευράς Ελλάδος των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και άλλων ευεργετικών για την Ελλάδα προβλέψεων του Διεθνούς Δικαίου, όπως η μονομερής επέκταση των Εθνικών Χωρικών Υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, ή το μέγιστο της μέσης γραμμής’.
Ο Παναγιώτης Παύλος, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Όσλο στη Νορβηγία και επί χρόνια αρθρογράφος-αναλυτής των ελληνοτουρκικών σχέσεων, μιλώντας στον 98.4, έκανε λόγο για την έντεχνη εξαΰλωση της ελληνικότητας του Αιγαίου σε μια εποχή διεθνούς αστάθειας και παγκόσμιας αναδιανομής «λείας» από παίκτες με προβολή ισχύος, την ώρα που, όπως τόνισε, το ελληνικό πολιτικό σύστημα δείχνει μία ανεξήγητη αφασία.
Στην καταιγιστική και εκτεταμένη συζήτησή του με τον Γιώργο Σαχίνη, ο Παναγιώτης Παύλος αναλύει τα δομικά προβλήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής με επίκεντρο τα ελληνοτουρκικά, στον απόηχο της πρόσφατης (4/10) συνέντευξης του Υπουργού Εξωτερικών στον ΣΚΑΙ.
Ο ομιλητής αναλύει τη δομική ανεπάρκεια και την έλλειψη βούλησης του ελληνικού πολιτικού συστήματος να αποτιμήσει στις πραγματικές διαστάσεις του τον νεοθωμανικό αναθεωρητισμό εις βάρος της Ελλάδας. Προσδιορίζοντας αυτό που αποκαλεί «γεραπετρίτειο δόλο», ο κ. Παύλος επισημαίνει την αυτοκτονική στρατηγική επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης να αντιστρέψει την αιτιώδη σχέση, ανάγοντας έτσι καταστροφικά την ελληνοτουρκική διαφορά περί υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ σε αιτία – και όχι αποτέλεσμα – του τουρκικού επεκτατισμού.
Το τραγελαφικό αυτό παράδοξο υποτάσσει την ελληνική ηγεσία σε θέσεις ανιστόρητου μεσσιανισμού, που φιλοδοξεί να καταστήσει τους μέχρι χθες κακοδιαχειριστές των εθνικών δικαίων σε σημερινούς σωτήριους μεσίτες της ελληνικότητας του Αιγαίου. Η μυστική διπλωματία των τελευταίων τριών ετών βάζει στη γκιλοτίνα του μειοδοτικού κατευνασμού το Αιγαίο, καθώς το θεωρεί ουσιαστικά όχι ως αδιαμφισβήτητο ελληνικό έδαφος, αλλά ως «μεσοτοιχία» με το οικόπεδο του Τούρκου γείτονα, που επιδιώκει την καταπάτησή του.
Όπως μάλιστα σημειώνει εμφατικά: «Η ανυπαρξία εθνικού οράματος γεννά τη δαμόκλειο σπάθη ενός φοβικού διλήμματος που ανάγει την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και δυνάμει κυριαρχίας σε πολύτιμο αντίτιμο κάλπικης “ειρήνης” και “ευημερίας”. Αν όμως το αίμα γίνει νερό, τότε, σύντομα και μοιραία, και το νερό θα γίνει αίμα…».
Η υπόκλιση του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη στον νεοσουλτάνο της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος. Φωτογραφία από το τουρκικό πρακτορείο ειδήσεων Anandolu. Πηγή: Hellasjournal.com
Αργά την Παρασκευή (4 Οκτωβρίου 2024) το βράδυ ενημερώθηκα για τη ραδιοφωνική συνέντευξη που παραχώρησε το πρωί της ίδιας ημέρας ο Υπουργός των Εξωτερικών της Ελλάδας, Γιώργος Γεραπετρίτης, στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ και τον Παύλο Τσίμα, ανήμερα των εορτασμών για τα 50 χρόνια της Νέας Δημοκρατίας.
Η ενημέρωση αυτή με εξέπληξε καθώς περιλάμβανε μια κατακλείδα δήλωση στην οποία προέβη ο κ. Γεραπετρίτηςπρος το πέρας της συζήτησης με τον δημοσιογράφο, που με συγκλόνισε και σας την παραθέτω αυτούσια: «Αν είναι να αφήσω μια μεγάλη παρακαταθήκη για τη χώρα μου για τις επόμενες γενιές, να είναι μια γειτονιά ηοποία θα είναι ήρεμη, μια Ελλάδα της αυτοπεποίθησης, της σταθερότητας, της υπερηφάνειας, ας χαρακτηριστώ και μειοδότης».
Όπως καταλαβαίνετε, ήταν τέτοια η έκπληξή μου στο άκουσμα τοιαύτης δήλωσης εκ στόματος του Υπουργού των Εξωτερικών, που αναγκάστηκα να ξενυχτίσω για να ακούσω προσεκτικά ολόκληρη τη συνέντευξη του κ. Γεραπετρίτη και να καταλάβω τί εννοεί. Στην πορεία αποδείχθηκε ότι το ξενύχτι άξιζε τον κόπο. Διότι μου έδωσε τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσω το δομικό πρόβλημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ένα πρόβλημα τόσο μείζον που η επιπολαιότητα της δήλωσης αυτής του Υπουργού των Εξωτερικών μοιάζει ως δευτερεύουσα, αποκαλυπτική μεν, λεπτομέρεια δε.
Θα σταθώ σε ορισμένα μόνον σημεία, τα οποία έρχονται, δυστυχώς, να προστεθούν εκ νέου, σε μια σειρά εσφαλμένων στρατηγικών κατευνασμού της Τουρκίας, ατυχέστατης ανάγνωσης και αντιμετώπισης της δικής της στρατηγικής, και επιπόλαιης, αν όχι επιβεβλημένης έξωθεν, βιασύνης προς μια διευθέτηση που ελλείψει κατανόησης της γείτονος θα αποτελέσει ταφόπλακα των ελληνικών εθνικών συμφερόντων.
Το πρώτο δομικό πρόβλημα που έχει η σκέψη του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών είναι η αδυναμία που επιδεικνύει στο να εκτιμήσει στην πραγματική διάστασή του τον νεοθωμανικό αναθεωρητισμό. Αδυναμία που τον οδηγεί μεταξύ άλλων σε τραγική, αν όχι εγκληματική, αντιστροφή της αιτιοκρατικής σχέσης που διέπει αίτιο και αιτιατό. Ισχυρίζεται, λοιπόν, ο κ. Γεραπετρίτης ότι «εάν δεν λυθεί η μεγάλη μας διαφορά της οριοθέτησης, τότε μακροπρόθεσμη ειρήνη και ευημερία δεν πρόκειται να υπάρξει στην περιοχή μας». Θεωρεί και πιστεύει δηλαδή ο ίδιος, ή εν πάσει περιπτώσει θέλει εμείς να δεχθούμε και να πιστέψουμε, ότι το πρόβλημα που έχει η Ελλάδα με την Τουρκία είναι ότι εμείς δεν ανταποκρινόμαστε ως τώρα στην επιθυμία της Τουρκίας να οριοθετήσουμε Υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.
Αυτό σημαίνει, αν φυσικά μετέχουμε του ιδίου Κοινού και Ορθού Λόγου με τον κ. Γεραπετρίτη, ότι, παραδείγματος χάριν, ο τουρκικός αναθεωρητισμός εις βάρος της Ελλάδας που εκπτύσσεται ως πάγια στρατηγική τουρκοποίησης της Θράκης, δημιουργίας παράλληλων παρακρατικών δομών ελέγχου της εκεί μουσουλμανικής μειονότητας, η εργαλειοποίηση από την Τουρκία της αποβατικής στα νησιά του Αιγαίου λαθρομετανάστευσης, στο πνεύμα του δόγματος Οζάλ, οι άνω των 1600 μέχρι στιγμής φέτος παραβιάσεων των εθνικών χωρικών μας υδάτων, η μόνιμη παράνομη αλιεία τουρκικών σκαφών εντός των ΕΧΥ, από την Αλεξανδρούπολη ως τις Κυκλάδες, η αμφισβήτηση της ελληνικότητας του Αιγαίου με την εκστρατεία του Turkaegean, η εισαγωγή του δόγματος της Γαλάζιας Πατρίδας στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση της Τουρκίας που θα γαλουχεί τα τουρκόπουλα στην πίστη ότι οι Έλληνες είναι κλέπτες κατακτητές των «τουρκικών νησιών του Αιγαίου», η αξίωση Ερντογάν για δύο κράτη στην Κύπρο, και πολλά ακόμη, όλα αυτά, κατά τον κύριο Γεραπετρίτη είναι συνέπειες της «μιας μείζονος ανεπιλύτου ελληνοτουρκικής διαφοράς»! Πραγματικά είναι για γέλια μια τέτοια αντίληψη, αν δεν είναι για κλάματα ο ισχυρισμός του Υπουργού ότι είναι μάλιστα και αληθής. Το μόνον που έχω να προσθέσω σε αυτήν την τρικυμία εν κρανίω είναι ότι λυπάμαι βαθύτατα ως θρέμμα της Θράκης που ο κ. Γεραπετρίτης φαίνεται να έχει μαύρα μεσάνυχτα για το μοντέλο εκτουρκισμού της Θράκης και την αποτελεσματικότητα που η υπερπολλαπλάσια έναντι των δικών μας διάθεση ατύπων κονδυλίων του τουρκικού ΥΠΕΞ έχει στην ακριτική μας γη.
Δεύτερον. Επικαλείται ο Υπουργός Εξωτερικών την προσήλωσή του στη λογική και τον ορθό λόγο. Στο πλαίσιο αυτής της ορθολογικής του ικανότητας προβαίνει στην ακόλουθη διαπίστωση: «…Γιατί κάθε φορά που τελείωνε ένας κύκλος (σσ. διερευνητικών επαφών), λυπούμαι που το λέω, αλλά διαπιστώναμε ότι, αν όχι ότι βρισκόμασταν σε χειρότερη θέση, ότι παραμέναμε στάσιμοι. Το αποτέλεσμα είναι ότι συν τω χρόνω οι τουρκικές αξιώσεις έχουν μεγαλώσει, έχουν παγιωθεί και έχουν γίνει πολύ πιο έντονες οι πιέσεις οι οποίες ασκούνται».
Φαντάζομαι καταρχήν, και θέλω πραγματικά να ελπίζω, ότι αναφέρεται στις πιέσεις της Τουρκίας και όχι τυχόν κάποιων συμμάχων μας, παραδείγματος χάριν της Γερμανίας ή άλλων. Έτσι αν έχει το πράγμα, είναι δυνατόν Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος να θεμελιώνει επιχείρημα περί της ανάγκης ΤΩΡΑ να καθίσουμε στο τραπέζι με την Τουρκία, με το casus belli μάλιστα ενεργό πέραν των όσων αναφέραμε ανωτέρω, διότι «ήδη δεχόμαστε μεγάλες πιέσεις», οι οποίες, προφανώς, κατά τη συλλογιστική του κ. Γεραπετρίτη, αύριο θα είναι ακόμη μεγαλύτερες; Αυτό είναι σκεπτικό loser, που θέλει πάση θυσία να συνάψει ανακωχή με τον επιβουλέα του, και όχι ισχυρού παίκτη και «πυλώνα σταθερότητος» στην περιοχή. Τεράστιο ατόπημα του Υπουργού, και δεν εκπλήσσει το γιατί η συνέντευξή του αυτή δεν έχει ακόμη αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών (σσ. αναρτήθηκε εντέλει το μεσημέρι της Δευτέρας 7/10/2024).
Τρίτον. Αναφερόμενος στα της οριοθέτησης εν γένει, ο κ. Γεραπετρίτης δήλωσε στον Παύλο Τσίμα τα εξής: «Εμείς έχουμε κάνει την οριοθέτησή μας με την Αίγυπτο στην ευρύτερη περιοχή. Απομένει να υπάρξει περαιτέρω οριοθέτηση με τις άλλες γειτονικές χώρες, μεταξύ των οποίων κυρίως η Τουρκία, με την οποία έχουμε γειτονία και στην ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο. Είναι αναγκαίο να υπάρξει αυτή η οριοθέτηση». Ειλικρινά, αναρωτιέμαι, σε τί είδους αναγκαιότητα έχει υποταχθεί η ελληνική εξωτερική πολιτική ώστε να ξεφεύγει από τον επικεφαλής της τέτοια συγκλονιστική ομολογία. Να αποκαλύπτει δηλαδή, άθελά του προφανώς, ότι η μερική οριοθέτηση με την Αίγυπτο αυτή τη στιγμή θα πρέπει να θεωρείται ως ολική και τελική! Διότι τί άλλο μπορεί να σημαίνει η ανωτέρω διατύπωση, πέραν του ότι «για περαιτέρω οριοθέτηση από το ανατολικό ήμισυ της Ρόδου και πέρα, το λόγο έχει η Τουρκία»; Κι εν πάσει περιπτώσει, γιατί έχει η Ελλάδα ξεγράψει την ΑΟΖ με Κύπρο;
Εάν η παρούσα κυβέρνηση με Υπουργό Εξωτερικών έναν εξωκοινοβουλευτικό, δηλαδή μη εκλεγμένο από τον ελληνικό λαό που κόπτεται για τις μελλοντικές γενιές, θεωρεί ότι μπορεί παραπλανητικά να αναγάγει την ελληνοτουρκική διαφορά Υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο κατεξοχήν αίτιο των ελληνοτουρκικών προβλημάτων που οφείλονται στον τουρκικό αναθεωρητικό επεκτατισμό ώστε να πείσει τους Έλληνες πολίτες ότι εφόσον επιλυθεί αυτή η διαφορά τελειώνουν τα ελληνοτουρκικά, τότε αναμφίβολα καθίσταται πλέον δια της σιωπής της υπόλογος και ηθική συναυτουργός στα μελλούμενα ολόκληρη η κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας αλλά και όλων των υπολοίπων κομμάτων της Βουλής των Ελλήνων.
Δημοσιεύθηκε σε πολλά ηλεκτρονικά ΜΜΕ, ενδεικτικά: geopolitico.gr, newsbreak.gr, olympia.gr, neakriti.gr, κι εντύπως στην εφημερίδα ΝΕΑ ΚΡΗΤΗ, της Δευτέρας 7 Οκτωβρίου 2024.
Η συνάντηση της Τρίτης 24 Σεπτεμβρίου 2024, του Έλληνα Πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο στη Νέα Υόρκη και κυρίως τα όσα προηγήθηκαν και έπονται αυτής, αξιώνουν μιαν αποτίμηση. Όχι διότι ήταν μια συνάντηση από την οποίαν –τουλάχιστον όχι μέχρι στιγμής– προκύπτουν άμεσα νέα δεδομένα περί τυχόν απόφασης της Ελλάδας να απαντήσει εμφατικά στον νεοθωμανικό παντουρανικό αναθεωρητισμό υπό τον ισλαμιστικό μανδύα του Ερντογάν, που καλοβλέπει Θράκη, Αιγαίο, Κύπρο.
Αλλά, διότι έρχεται να προστεθεί – ως πρωτόγνωρα πολλοστή μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα – στις ελληνοτουρκικές εκείνες συναντήσεις που ορισμένοι θέλουν να τους αποδώσουν χαρακτήρα momentum και «ανοιχτού παραθύρου», για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Έλληνα Υπουργού των Εξωτερικών, στην κατεύθυνση της επίλυσης των ζητημάτων που θέτει παγίως και επιτακτικά η γειτονική Τουρκία.
Προτού όμως εισέλθω στα κυρίως σημεία θα ήθελα – μιας και η ελληνική κυβέρνηση, ήδη προεκλογικά από το 2019, αλλά και καθ᾽ όλη τη θητεία της ως σήμερα έχει ως μόνιμη τακτική να αποκρύπτει από τους Έλληνες πολίτες όχι μόνον τις προθέσεις της αλλά ακόμη και την ίδια την εθνική στρατηγική της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής όσον αφορά στα ελληνοτουρκικά – να εκθέσω ορισμένα δεδομένα που καθιστούν ευκολότερη την κατανόηση της κρισιμότητας των περιστάσεων. Ή που, εν πάσει περιπτώσει, θα μας βοηθήσουν να διαπιστώσουμε αν το επικαλούμενο από τον ΥΠΕΞ «ανοιχτό παράθυρο» είναι κάτι περισσότερο από μια φενάκη, παραδείγματος χάριν μια σαφής εντολή άνωθεν και έξωθεν προς την Ελλάδα και την Τουρκία να προβούν επιτέλους σε μια διευθέτηση που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Θα προσπαθήσω να είμαι συνοπτικός με σκοπό να αναδείξω ένα καίριο μωσαϊκό του status quo τη δεδομένη συγκυρία. Να επισημάνω, καταρχήν, στον αναγνώστη κάτι που πολλοί στην Ελλάδα, και κυρίως οι κομματικοί οπαδοί – τόσο του κυβερνώντος όσο και των υπολοίπων κομμάτων – αγνοούν. Όταν μιλάμε για «θέση της κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά» αυτό δεν συνεπάγεται αναγκαστικά μια σαφή θέση υπεράσπισης του εθνικού συμφέροντος. Μπορεί να φέρεται αυτό στα λόγια, αλλά η πράξη είναι διαφορετική. Κι αυτό διότι τα ελληνικά κόμματα εξουσίας δεν είναι συμπαγείς δομές κοινής στοχοθεσίας με γνώμονα το εθνικό συμφέρον, αλλά άθροισμα ομάδων συμφερόντων και πολλαπλών διακριτών πυλώνων ισχύος. Ομάδων και πυλώνων που είναι οντότητες υπερκομματικές, συχνά δίχως ουσιώδεις ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους.
Έτσι, βλέπουμε η σημερινή κυβέρνηση Μητσοτάκη να έχει ως Υπουργό Εξωτερικών έναν εξωκοινοβουλευτικό πανεπιστημιακό, πρώην συνεργάτη του Γιώργου Παπανδρέου, ενώ παράλληλα διαγκωνίζονται στις δομές της ισχυρές μονάδες του συστήματος εξουσίας του ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη και ασπόνδυλοι ψευδοαριστεροί. Ακόμη και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός περιτριγυρίζεται από ανθρώπους για τους οποίους αν ρωτήσεις αυθεντικούς νεοδημοκράτες, και δη μέλη της παραδοσιακής πατριωτικής Δεξιάς, θα σου απαντήσουν ότι οι τοιούτοι ουδεμία σχέση έχουν με τη Νέα Δημοκρατία.
Σε αυτό το μωσαϊκό προστίθενται ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα και στοχεύσεις πρωτοκλασάτων στελεχών της κυβερνώσας παράταξης και όχι μόνον, τα οποία αναγνωρίζουν μόνον ένα κόμμα: το κόμμα της εξουσίας και της εξυπηρέτησης της ιδιοτέλειάς τους εις βάρος του εθνικού συμφέροντος. Επιπλέον, δεν θα πρέπει κανείς να αγνοήσει διαφορετικές ομάδες συμφερόντων και μονάδες ισχύος ακόμη και μέσα στο Υπουργείο Εξωτερικών, όπου υπάρχουν άνθρωποι που έχουν πολλούς λόγους να διαφοροποιούνται στον βίο και την πολιτεία τους από το εθνικό συμφέρον. Το ΕΛΙΑΜΕΠ είναι απλώς ένας μόνον περίβλεπτος βραχίονας αυτής της παραμέτρου. Εμπλέκονται σωρεία άλλων, επιχειρηματιών, πανεπιστημιακών, ιδιοκτητών μεγάλων ομίλων μαζικής ενημέρωσης, βιομηχάνων, στελεχών της παρούσας κυβέρνησης όπως και προηγουμένων, και ούτω καθεξής. Τα ονοματεπώνυμά τους υπάρχουν αλλά αυτό θέλει ένα άλλο άρθρο.
Πολλοί από τους ανωτέρω αντιλαμβάνονται την ελληνική εξωτερική πολιτική ως μέσο επίτευξης ιδιοτελών σκοπών και φιλοδοξιών είτε συμφερόντων επιμέρους ομάδων, είτε ατόμων. Και πολύ ελάχιστα, ή καθόλου, ως μέσο προς τον αδιαμφισβήτητο στόχο που ένα κυρίαρχο κράτος όπως η Ελλάδα των Ελλήνων – με υπερτρισχιλιετή παρουσία, ζωή και ιστορία στον τόπο αυτόν – οφείλει να υπηρετεί και να υλοποιεί. Σταθερή παράμετρος, βεβαίως, του μωσαϊκού αυτού είναι τα διεθνή συμφέροντα και οι απαιτήσεις ισχυρών κρατών, είτε αυτά εντοπίζονται στη Δύση, είτε στα ανατολικά παράλια της Μεσογείου.
Αυτά, διευκρινιστικά, για όσους διατηρούν την ψευδαίσθηση ή την εντύπωση ότι την εξωτερική πολιτική της Ελλάδος τη συντάσσει και την υλοποιεί με πλήρη έλεγχο ο εκάστοτε Έλληνας Πρωθυπουργός, πολλώ δε, εν προκειμένω ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αυτό απέχει μακράν από την αλήθεια. Το γράφω αυτό έχοντας ζήσει από κοντά τρεις Πρωθυπουργούς της χώρας.
Πρωτοσέλιδο εφημερίδας ΕΣΤΙΑ, Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2024.
Από εκεί και πέρα. Η Ελλάδα έχει την ατυχία σε αυτήν την χρονική συγκυρία να έχει ως Υπουργό των Εξωτερικών έναν άνθρωπο του βαθέος κράτους της, ο οποίος μολονότι νομικός (ή ίσως ακριβώς γι᾽ αυτό, δίχως να θέλω να δυσαρεστήσω διαπρεπείς θεράποντες της νομικής επιστήμης) έχει αναγάγει το ψεύδος στο μόνο εργαλείο «αλήθειας» και πολιτικού λόγου που διαθέτει. Και φυσικά, δεν ενεργεί αυτοβούλως αλλά καθοδηγούμενος από διπλωμάτες οι οποίες δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι έχουν σχεδόν μαύρα μεσάνυχτα στα Ελληνοτουρκικά· η εμπειρία στις Βρυξέλλες, την Ουάσινγκτον, κι άλλες συναφείς υπηρεσίες του ΥΠΕΞ δεν σε καθιστούν γνώστη της Τουρκίας και ικανή χειρίστρια των αριστοτεχνικών διπλωματικών τερτιπίων που η Υψηλή Πύλη έχει επί 550 χρόνια αναπτύξει.
Επιπλέον, η χώρα έχει την ατυχία να στερείται ενός σοβαρού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής και Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας απαρτιζόμενου από ανιδιοτελείς διαπρεπείς επιστήμονες, διπλωμάτες, εμπειρογνώμονες, πολιτικούς επιστήμονες, διεθνολόγους και ειδικούς στα επιμέρους γεωπολιτικά ζητήματα που αφορούν τη χώρα, που ζουν, λειτουργούν, σκέπτονται και ενεργούν με αποκλειστικό γνώμονα το εθνικό συμφέρον.
Προ ημερών, μου εμπιστευόταν χαρακτηριστικά ανώτατος αξιωματούχος του ελληνικού κράτους τη στιχομυθία του ΥΠΕΞ Γεραπετρίτη, κατά τον παρελθόντα Φεβρουάριο, με αρχηγό κόμματος της αντιπολίτευσης, με αφορμή το αίτημα του τελευταίου για τη σύγκληση του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής, που έχει συσταθεί με νόμο του κράτους από το 2003, προκειμένου «να συζητήσουν ουσιαστικά και να αποφασίσουν την ελληνική εξωτερική πολιτική». Σχεδόν ενοχλημένος ο κ. Γεραπετρίτης του απήντησε: «εμείς είμαστε η κυβέρνηση της Ελλάδας, εμείς έχουμε την ευθύνη για την εξωτερική πολιτική της».
Σημειώνω επίσης εδώ, ότι το ΕΣΕΠ, το οποίο βάσει νόμου οφείλει να συγκαλείται τέσσερεις φορές τον χρόνο, ο κ. Γεραπετρίτης προτίμησε να το συγκαλέσει όχι πριν, αλλά ΜΕΤΑ τη Διακήρυξη των Αθηνών. Ενώ, ύστερα από την τελευταία σύσταση του περασμένου Απριλίου, δεν έχει ακόμη συγκληθεί. Προφανώς διότι η κυβέρνηση ήθελε να χειριστεί ανενόχλητη τα της Νέας Υόρκης.
Από το πρωτοσέλιδο της Εστίας (28/9/2024)
Έρχομαι τώρα στα του Μεγάλου Μήλου. Χάριν συντομίας δεν θα υπεισέλθω στο Κυπριακό και τις εν είδει απαιτήσεως αναφορές του Τούρκου Προέδρου από το βήμα της ολομέλειας του ΟΗΕ, για την αναγνώριση του ψευδοκράτους. Υπάρχει βεβαίως η έκφραση γνώμης του Αλέξη Παπαχελά στο βραδινό δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΙ της Τρίτης (24/9), όπου εκτίμησε ότι η Τουρκία βλέπει πλέον διακριτά και αυτοτελώς το ζήτημα της Κύπρου αφενός, και τα θέματα του Αιγαίου αφετέρου.
Θα σταθώ ωστόσο στη δήλωση Ερντογάν για πρώτη φορά – και ας με διορθώσει ο αναγνώστης αν σφάλλω – από το βήμα της ολομέλειας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για επιθυμία επίλυσης του ζητήματος Υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ με την Ελλάδα. Πρόκειται για μια πολύ έξυπνη στρατηγική κίνηση από πλευράς Τουρκίας, που επιδιώκει πλέον σαφώς να εκβιάσει την Ελλάδα, αποστερώντας της το προνόμιο του «κέρδους χρόνου» που διατρανώνει ατύπως η ελληνική διπλωματία, με σκοπό να την πιέσει χρεώνοντας διεθνώς σε αυτήν τη μη επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Αν μη τί άλλο, είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι η Ελλάδα επιδεικνύει βούληση (αυτό υποδηλώνει η πληροφορία του Νίκου Μελέτη ότι, οι δύο Υπουργοί Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης και Χακάν Φιντάν που θα συναντηθούν μέσα στο φθινόπωρο -και πριν από το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας στην Αθήνα- θα διερευνήσουν την ύπαρξη κοινού εδάφους για την έναρξη συζήτησης για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ) να ανταποκριθεί στην πρόσκληση του Τούρκου Προέδρου – από το βήμα του ΟΗΕ – για συνεκμετάλλευση του Αιγαίου, ενώ ταυτόχρονα η Τουρκία ζητά την αναγνώριση του ψευδοκράτους στην Κύπρο!
Κάτι τέτοιο βέβαια αγγίζει τα όρια της παράνοιας, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψιν μια σειρά πρόσφατων μόνον γεγονότων: α) Turkaegean, β) διδασκαλία του δόγματος της Γαλάζιας Πατρίδας στα σχολεία της Τουρκίας, γ) περισσότερες από 1.500 παραβιάσεις των ελληνικών εθνικών χωρικών υδάτων μέσα στο 2024, ως και τον Αύγουστο, δ) χιλιάδες παράνομες αποβάσεις στα νησιά του Αιγαίου αλλογενούς πληθυσμού από Τούρκους διακινητές, ε) διαρκής προσβολή των ελληνικών εθνικών Χωρικών Υδάτων από τουρκικά ψαροκάικα, από την Αλεξανδρούπολη ως το νότιο Αιγαίο, και φυσικά, στ) όσα συνέβησαν στην Κάσο, τα οποία έχουν αναλυθεί λεπτομερώς.
Σε αυτά έρχεται να προστεθεί ως έβδομο στοιχείο, το τραγικό γεγονός της αμέλειας (;) της Ελλάδας να καταθέσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό της. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι η τοιαύτη εξέλιξη οφείλεται στη γνωστή αβελτηρία των κρατικών μηχανισμών, που προτιμούν η Ελλάδα να πληρώνει πρόστιμα στην ΕΕ παρά να διασαφηνίζει και να διασφαλίζει τα εθνικά συμφέροντά της. Ή ακόμη, να την αποδώσει σε αμέλεια κάποιου υπαλλήλου, όπως προσφιλώς είχε πράξει ο Άδωνις Γεωργιάδης στο ζήτημα του Turkaegean.
ΕΣΤΙΑ, Σάββατο (28/9/2024)
Ωστόσο, εδώ υπεισέρχεται και μια είδηση που είδε το φως της δημοσιότητας μόλις λίγο πριν τη συνάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο στη Νέα Υόρκη, η οποία δυστυχώς αποκλείει το ενδεχόμενο της αμέλειας. Αναφέρομαι στο μέχρι πρότινος υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, του οποίου ηγείται ο στενός συνεργάτης της Ντόρας Μπακογιάννη, Θεόδωρος Σκυλακάκης, για τον Ειδικό Χωροταξικό Σχεδιασμό για τον τουρισμό, το οποίο με βάση εκτενές αξιόπιστο δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΣΤΙΑ, φέρεται να προτείνει – μεταξύ άλλων ανεξήγητων και γεωπολιτικά ολέθριων επιβολών – την απαγόρευση τουριστικής ανάπτυξης σε ελληνικές μικρονησίδες ευρισκόμενες πέραν των 10 ναυτικών μιλίων από ελληνικά νησιά, και την απαγόρευση τουριστικής δραστηριότητας σε νησιά έκτασης μικρότερης των 300 στρεμμάτων! Από τις παραμέτρους του νομοσχεδίου αυτού προκύπτει το τραγικό συμπέρασμα ότι για κάποιο λόγο η Ελλάδα στη δεδομένη στιγμή «τραβιέται» αυτοβούλως όσο μπορεί «προς τα μέσα» από τη θάλασσά της, με δυσμενέστατες συνέπειες στην επήρεια ΑΟΖ που προσφέρουν στην Ελλάδα οι μικρονησίδες της στο Αιγαίο. Καθαρή αυτοκτονία!
Εξέλιξη η οποία μου θυμίζει περσινή δήλωση του Άγγελου Συρίγου, με την οποία εξέφραζε την άποψη ότι θα ήταν εύλογο η Ελλάδα να σκεφθεί το ενδεχόμενο να παραχωρήσει διαδρόμους στα τουρκικά λιμάνια των Μικρασιατικών παραλίων, εφόσον η Τουρκία δεχόταν να αναγνωρίσει ότι τα ελληνικά νησιά δικαιούνται (επανα)στρατικοποίησης.
Θυμίζουμε, αναφορικά με το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας/AOZ, ότι ζήτημα μειωμένης ή μηδενικής επήρειας των ελληνικών νησιών – κάτι το οποίο είχε αφοριστικά απορρίψει ακόμη και ο προκάτοχος του Αμερικανού Πρέσβη Γιώργου Τσούνη, νυν Υφυπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Τζέφρυ Πάιατ, ο οποίος υποστήριξε το δίκαιο του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας υπέρ της Ελλάδας – είχε εγείρει πρόσφατα και η Γενική Διευθύντρια του ΕΛΙΑΜΕΠ, κ. Μαρία Γαβουνέλη, Γενική Διευθύντρια του ΕΛΙΑΜΕΠ, προσφιλής συνομιλήτρια και του Τούρκου Πρέσβη στην Αθήνα κ. Ερτσιγιές και του Χρήστου Ροζάκη, στην οποίαν ο γράφων είχε απαντήσει σχετικώς.
Με αυτά δεδομένα, δεν μπορώ να σκεφθώ άλλη γεωπολιτική εξήγηση για ένα τέτοιο νομοσχέδιο, και δη το άρθρο 6, πέραν του ότι η Ντόρα Μπακογιάννη έδωσε εντολή στον υποτακτικό της Υπουργό Περιβάλλοντος (δεξί χέρι της στο αποτυχημένο πολιτικό εγχείρημά της με τη «Δημοκρατική Συμμαχία») να εξυπηρετήσει την Τουρκία. Πρόκειται για άλλη μια εγκληματική ενέργεια αυτής της κυβέρνησης, και των σκιωδών υπουργών της όπως η αδελφή του Πρωθυπουργού (θυμάστε τις ευθυγραμμισμένες με τις θέσεις Ερντογάν δηλώσεις της για τις ακρογιαλιές της Τουρκίας στη Μικρασία, καθώς και τον βρώμικο ρόλο της υπέρ του δορυφόρου της Τουρκίας, ψευδοκρατιδίου του Κοσόβου, στο Κοσσυφοπέδιο και κατά των Σέρβων), εις βάρος των εθνικών συμφερόντων της Ελλάδας.
Εφημερίδα Δημοκρατία, Σάββατο (28/9/2024)
Τα ανωτέρω θα πρέπει να ιδωθούν και υπό το πρίσμα της παραδοχής του Έλληνα Πρωθυπουργού από το βήμα του ΟΗΕ ότι «οι παγκόσμιες απειλές που αντιμετωπίζουμε από κοινού ως διεθνής κοινότητα υπερβαίνουν κατά πολύ τα επιμέρους συμφέροντα περιοχών, χωρών ή κυβερνήσεων». Δήλωση η οποία φανερώνει ένα συγκεκριμένο mindsetσύμφωνα με το οποίο κρίσιμα εθνικά ζητήματα υποτάσσονται και επιλύονται στη βάση όχι του εθνικού συμφέροντος αλλά της διεθνούς τάξης η οποία μπορεί ασφαλώς και να καταστρατηγεί την εθνική κυριαρχία.
Την κρισιμότητα των περιστάσεων επιτείνει το γεγονός της ανυπαρξίας ουσιαστικής αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, τουλάχιστον από τα δύο «μεγάλα» κόμματα, τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ, τα οποία ευρίσκονται σε κατάσταση εσωστρέφειας και εσωτερικής περιδίνησης, μολονότι θα τα ανέμενε κανείς ενισχυμένα μετά την καταπόντιση της Νέας Δημοκρατίας στις Ευρωεκλογές – άραγε είναι όλα τόσο αθώα και τυχαία καμωμένα;
Η σύγκληση του Ανώτατου Συμβουλίου Ελλάδας Τουρκίας τον ερχόμενο Ιανουάριο, με δεδηλωμένη από τον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών την πρόθεση «να προχωρήσουμε γρήγορα με την Τουρκία», αλλά και με ενδεικτική την αντιμετώπιση της Ελλάδας από τη γειτονική χώρα η οποία θεωρεί ότι έχει το πάνω χέρι (διότι πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνευθεί η ανακοίνωση της τουρκικής Προεδρίας, την οποία αναπαρήγαγαν παπαγαλιστί μεγάλα ελληνικά ΜΜΕ, στην οποία υπάρχει η φράση «Ο Τούρκος Πρόεδρος υποδέχθηκε τον Έλληνα Πρωθυπουργό», μολονότι η συνάντηση έγινε σε ουδέτερο έδαφος, σε αίθουσα του κτιρίου του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη) δίνει το στίγμα των προθέσεων της Τουρκίας, σε όσους δεν κατάλαβαν ότι ο Ερντογάν μίλησε μπροστά σε όλα τα κράτη του πλανήτη για συνεκμετάλλευση του Αιγαίου.
Εξάλλου, εδώ και λίγα εικοσιτετράωρα ο Τούρκος Πρόεδρος έχει ανακοινώσει ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός δέχθηκε «συζήτηση». Και συζήτηση σημαίνει απλώς συμφωνία: διότι απλούστατα έχουν όλα ήδη συζητηθεί, και βεβαίως χρειάζονται οι κατάλληλες λέξεις ύπνωσης του «πάντα ευκολόπιστου και πάντα προδομένου» ελληνικού λαού.
Με αυτά υπόψιν, δεν βλέπω άλλο αξιόπιστο όπλο υπεράσπισης των ελληνικών εθνικών δικαίων και των δικαιωμάτων που απορρέουν από την εθνική μας κυριαρχία – έναντι μιας αναθεωρητικής Τουρκίας, μιας Νατοϊκής κοινότητας που ενώ κωφεύει μπρος στην Κατοχή της Κύπρου και στο έγκλημα στη Μέση Ανατολή επιθυμεί ηρεμία στη νοτιοανατολική πτέρυγά της, και κυρίως, μιας ελληνικής κυβέρνησης που έμπρακτα εχθρεύεται την Ελλάδα και τους Έλληνες – πέραν της αντίστασης της ελληνικής κοινής γνώμης. Αυτής της έμψυχης κόκκινης γραμμής, που είναι και η τελευταία γραμμή άμυνας του Ελληνισμού.
* Η παρούσα ανάλυση δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες ΕΣΤΙΑ και Δημοκρατία του Σαββάτου 28/9/2024 καθώς και σε πολλές ιστοσελίδες ΜΜΕ, όπως: hellasjournal.com, Newsbreak.gr, militaire.gr, olympia.gr., κλπ.
Συνέντευξη στο Militaire.gr και τον Πάρη Καρβουνόπουλο, Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2024
Το κείμενο της συνέντευξης (το βίντεο στο τέλος):
Πάρης Καρβουνόπουλος: Κυρίες και κύριοι χαίρετε. Με το θέμα των ελληνοτουρκικών θα ασχοληθούμε, και θα συνεχίσουμε να ασχολούμαστε, καθώς βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή αυτό το θέμα. Πηγαίνουμε μάλλον σε μια κατάσταση που θα μας οδηγήσει σε τετελεσμένα.
Έχουμε έναν καλεσμένο, ο οποίος παρακολουθεί τις εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά, και γενικά στα εθνικά θέματα, πάρα πολύ στενά. Αρθρογραφεί, παρεμβαίνει. Στη σύνδεσή μας με το skype είναι ο κ. Παναγιώτης Παύλος από το Όσλο, όπου βρίσκεται και εργάζεται.
Κύριε Παύλο, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για τον χρόνο σας. Παρότι είσαστε μακριά, παρακολουθείτε από πολύ κοντά τις εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά και οι παρεμβάσεις σας είναι καίριες. Θα ήθελα να μου εξηγήσετε, αν μπορείτε να μου εξηγήσετε, γιατί πραγματικά εμείς αδυνατούμε να δώσουμε μια λογική εξήγηση, τη στάση που τηρεί η ελληνική κυβέρνηση, ειδικά στους τελευταίους μήνες και ειδικά μετά από τη Διακήρυξη των Αθηνών, σε όλη τη σειρά των προκλήσεων που έχουμε από την Τουρκία.
Παναγιώτης Παύλος: Καλησπέρα, κύριε Καρβουνόπουλε, από το Όσλο και ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση να συζητήσουμε σήμερα. Όντως, όπως το λέτε, χρειάζεται κάποια εξήγηση. Μολονότι δεν είμαι σίγουρος, γιατί ξέρετε, οι εξηγήσεις, τουλάχιστον στην επιστήμη, η εξήγηση προϋποθέτει μια λογική. Και προϋποθέτει και μια λογική συνέπεια πίσω από τα φαινόμενα και από τα γεγονότα· και αμφιβάλλω εάν αυτή τη στιγμή μπορούμε να μιλάμε για λογική συνέπεια σε όσα βλέπουμε να διαδραματίζονται με ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης.
Καταρχήν, επιτρέψτε μου, για να βάλουμε λίγο το πλαίσιο ώστε να βοηθηθεί η συζήτηση. Ήμουνα τις προηγούμενες μέρες στην Αθήνα, όπως γνωρίζετε, στην κηδεία του Χρήστου Γιανναρά, ο οποίος ήταν ένας μεγάλος φιλόσοφος και διανοούμενος. Και μέσα στο τεράστιο έργο του βρίσκει κανείς και παρεμβάσεις, αν όχι ένα πλήρες σχέδιο, μια πλήρη πρόταση πολιτιστικής διπλωματίας, εξόδου της Ελλάδας στο διεθνές στερέωμα και ανάδειξης αυτού που λέμε «ήπια ισχύς» μέσα από τον πολιτισμό και ό,τι συνεπάγεται και κομίζει ο Ελληνισμός με την ιστορία του, στο σήμερα.
Ο λόγος που το λέω αυτό είναι διότι βλέπουμε σήμερα η ελληνική κυβέρνηση, η ελληνική εξωτερική πολιτική εν γένει, και όχι μόνο σήμερα, δηλαδή όχι μόνον στα πέντε-έξι χρόνια της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αλλά θα έλεγα και σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δείχνει να αγνοεί αυτήν τη βασική αρχή. Ότι δηλαδή, δεν πρόκειται απλώς για μια εξωτερική πολιτική ενός νεοσύστατου κράτους ιστορίας περίπου δύο αιώνων. Αλλά κατ᾽ ουσίαν πρόκειται για τη στρατηγική, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, διασφάλισης των δικαίων ενός λαού, ενός έθνους, μιας ιστορίας πολλών χιλιετηρίδων. Ενός λαού γηγενούς, ο οποίος εκδιώχθηκε από τη Μικρά Ασία, στον 20ό αιώνα συρρικνώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Και αυτό που βλέπουμε σήμερα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχιση της στρατηγικής της Τουρκίας υπό τον μανδύα αυτή τη φορά ενός νεοθωμανικού αναθεωρητισμού. Τη στρατηγική, λοιπόν, της Τουρκίας να επιδιώκει να συρρικνώσει έτι περαιτέρω τον Ελληνισμό.
Αυτό είναι η «Γαλάζια Πατρίδα», η οποία από τη Θράκη, την οποία διεκδικεί και θέλει να αυτονομήσει και εν τέλει να εκτουρκίσει πλήρως, μέχρι τον Νέστο που είναι λίγο ή πολύ το όριο ξηράς του 25ου Μεσημβρινού, ο οποίος συνεχίζει λίγο πιο δυτικά, σχίζει όλο το Αιγαίο στη μέση. Προσπαθεί, λοιπόν, να συρρικνώσει την Ελλάδα και να την εκδιώξει από τις πατρογονικές της εστίες, διότι έτσι αισθάνεται ότι η ίδια θα αναπνεύσει. Και διότι έτσι αντιλαμβάνεται, και πρέπει να το πούμε κι αυτό, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως συνεχιστή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αυτό που κάνει ο Ερντογάν σήμερα είναι αυτό που θα έπρεπε να έχει στο μυαλό της η ελληνική κυβέρνηση.
Θυμίζω ότι το 1821 η Επανάσταση έγινε, όπως ο Κολοκοτρώνης έλεγε, ως συνέχεια, με πίστη στον βασιλέα που ήταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Αυτό δεν το λέω εν είδει κάποιου μεγαλοϊδεατισμού. Αλλά το λέω για να επισημάνω τη συνείδηση που είχε ο ελληνικός λαός πριν 200 χρόνια, σε αντίθεση με αυτό που οι ελλαδικές πολιτικές ελίτ και οι πολιτικές ηγεσίες φαίνονται, και φέρονται, να προτάσσουν. Που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια υπεκφυγή, αν θέλετε, ένα κρυφτούλι πίσω από το άλλοθι του Διεθνούς Δικαίου, το οποίο αντί όμως να το επικαλούμαστε προκειμένου να εδραιώσουμε τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, την εθνική κυριαρχία – διότι εδώ δεν μιλάμε για μια διεκδίκηση εδαφών τρίτων. Εδώ μιλάμε για τη διατήρηση, διασφάλιση, υπεράσπιση, της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και των ελληνικών κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
Άρα λοιπόν, το τραγικό το οποίο είναι εν εξελίξει και βλέπουμε να συμβαίνει, και θα υπεισέλθουμε σε περαιτέρω λεπτομέρειες, είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση, οι κυβερνήσεις των αρκετών τελευταίων ετών αδιαφορούν πλήρως για τη διασφάλιση και για όλα όσα πρέπει να γίνουν, προκειμένου η Ελλάδα να είναι ένα κράτος που σέβεται τον εαυτόν της και που προστατεύει τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Π.Κ.: Πάμε σε μια συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν σε λίγες ημέρες στη Νέα Υόρκη. Και το ερώτημα είναι: τί βάζει στο τραπέζι η Ελλάδα σε αυτές τις συζητήσεις που γίνονται μεταξύ του Έλληνα Πρωθυπουργού και του Τούρκου Προέδρου. Διότι μέχρι στιγμής το μόνο που συζητάμε είναι τί ζητάει η Τουρκία και πόσο θα υποχωρήσουμε εμείς για να ικανοποιήσουμε τις απαιτήσεις της Τουρκίας. Ειδικά μετά από τη Διακήρυξη των Αθηνών νομίζω ότι αυτό είναι εμφανές. Τουλάχιστον εγώ δεν έχω ακούσει τί έχει επάνω στο τραπέζι η ελληνική πλευρά σε αυτήν την περίφημη ελληνοτουρκική προσέγγιση, διαπραγμάτευση, ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε το.
Π.Π.: Καταρχήν, θα πρέπει να πούμε ότι η Διακήρυξη των Αθηνών είναι το επιστέγασμα μιας άκρως επικίνδυνης διαδικασίας, η οποία ξεκίνησε τουλάχιστον από το 2019, όταν η παρούσα κυβέρνηση προεκλογικά – κατά την ταπεινή μου γνώμη, σκοπίμως, απολύτως σκοπίμως – απέκρυψε ή αποσιώπησε πλήρως, αν θέλετε, από τις προγραμματικές της δηλώσεις και από τον προεκλογικό διάλογο την οποιαδήποτε συζήτηση και αναφορά στη στρατηγική της στα εθνικά θέματα. Και στις εκλογές του 2019 και στις εκλογές τις περσινές (σ.σ. 2023), ο ελληνικός λαός, οι Έλληνες πολίτες, δεν έλαβαν οιαδήποτε γνώση από την ελληνική κυβέρνηση και την υποψήφια κυβέρνηση, από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας δηλαδή, του τί προτίθεται να πράξει προκειμένου να διασφαλίσει τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.
Αυτό έχει μια πρώτη εξήγηση το γεγονός ότι – αν θέλουμε να δούμε την πιο αθώα εξήγηση, η οποία τον τελευταίο καιρό ίσως και με αφορμή τα όσα συνέβησαν στην Κάσο και την προσπάθεια να «ξεπλυθεί» η τεράστια αυτή στρατηγική ήττα – υπήρξαν φωνές και υπάρχουν φωνές, οι οποίες επικαλούνται μιαν ανισορροπία στο ισοζύγιο ισχύος εις βάρος της Ελλάδας που επιτάσσει στην ελληνική πλευρά την εξαγορά χρόνου έναντι της Τουρκίας.
Και αυτό σε συνδυασμό με μια διεθνή συγκυρία όπου οι παραδοσιακά στρατηγικοί σύμμαχοι της Ελλάδος, δηλαδή οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και τα τελευταία χρόνια και η Γαλλία έχουν η κάθε χώρα για τους δικούς της λόγους εισέλθει μια σε μιαν εσωστρέφεια, και άρα η Ελλάδα δεν έχει σε αυτήν τη φάση να υπολογίζει και να περιμένει κάτι από αυτούς. Και επομένως τα δύο αυτά στοιχεία, δηλαδή του αρνητικού αμυντικού ισοζυγίου και του διεθνούς περιγύρου και της κατάστασης πραγμάτων, αναγκάζει – αυτό είναι το επιχείρημα – την ελληνική κυβέρνηση στην εξαγορά χρόνου.
Και άρα, υπ᾽ αυτήν την έννοια, ακόμη και η Κάσος, και όλες αυτές οι φωνές, αρχής γενομένης με τον κ. Γεραπετρίτη, ο οποίος φυσικά αναδεικνύεται στον – αν θα μπορούσε να το πει κανείς έτσι –μεγαλειωδέστερο ψεύτη στην ιστορία των ηγεσιών του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, άνθρωποι λοιπόν όπως ο κ. Γεραπετρίτης αλλά και ένας ολόκληρος εσμός που εντάσσεται στο αφήγημα του κατευνασμού και της εθνικής μειοδοσίας υποστηρίζουν ότι όλα διαρκώς γίνονται καλώς και είναι όλα καλώς καμωμένα, και ότι αυτή είναι η βέλτιστη οδός προκειμένου η Ελλάδα να εξαγοράσει χρόνο.
Το ερώτημα όμως είναι: είναι όντως έτσι τα πράγματα; Διότι, είναι απλώς μια συγκυρία των τελευταίων ετών όπου η Ελλάδα βρίσκεται σε κάποια δυσκολία; Ή θα πρέπει κανείς να ανοίξει τα μάτια του και να δει ότι αυτοί που σήμερα μετέρχονται αυτά τα επιχειρήματα είναι στην ουσία οι ίδιοι άνθρωποι και οι ίδιοι δρώντες που τα τελευταία πενήντα χρόνια σε όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης άφησαν την Ελλάδα να μείνει πίσω στους εξοπλισμούς, κατασπατάλησαν το δημόσιο χρήμα, κατέστρεψαν τις δυνατότητες της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας είτε από αδιαφορία, είτε από εγκληματική ιδιοτέλεια και την ανάγκη τους να ποριστούν τεράστια χρηματικά ποσά, είτε λόγω διαπλοκής.
Υπάρχουν σήμερα άνθρωποι που είτε αρθρογραφούν στο δημόσιο χώρο είτε παρεμβαίνουν είτε είναι αναλυτές, ακόμη και ακαδημαϊκοί, οι οποίοι διαπλέκονται. Διαπλέκονται με μεγάλες εταιρείες εισαγωγής όπλων, με μεγάλες εταιρείες οι οποίες κάνουν λόμπι υπέρ της εισαγωγής όπλων, και έχουν κάθε λόγο από την πλευρά τους και συμφέρον να υποβαθμίζουν και να καταστρέφουν τις δυνατότητες – τις τεράστιες, πρέπει να πούμε, δυνατότητες – της εγχώριας ελληνικής βιομηχανίας, της αμυντικής βιομηχανίας.
Άρα λοιπόν, τα πράγματα δεν είναι τόσο αθώα. Και θα έλεγα, για να έρθω και στο σημείο ακριβώς της Διακήρυξης των Αθηνών που επισημάνατε, ενόψει και της συνάντησης στο περιθώριο της Συνδιάσκεψης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, στις 20–23 Σεπτεμβρίου (σ.σ. 2024) μεταξύ Ερντογάν και Μητσοτάκη και να πω ότι το πρόβλημα με την, αν θέλετε, απίσχναση της παρουσίας της Ελλάδας, με τον τρόπο που πρέπει να είναι παρούσα στη δική της περιοχή, στα δικά της εδάφη – και εννοώ τα εθνικά ύδατα και τα νησιά και το Αιγαίο – οφείλεται και έχει την αφετηρία της ήδη στο 2019, εν πάσει περιπτώσει τη χρονιά που το τουρκολιβυκό μνημόνιο υπογράφηκε, όπου η Ελλάδα δεν αντέδρασε.
Δεν αντέδρασε τότε, όταν η Τουρκία στην ουσία υπογράφοντας αυτό το μνημόνιο αμφισβήτησε την ύπαρξη της Κρήτης. Αμφισβήτησε την ύπαρξη των νησιών του ανατολικού Αιγαίου έμπρακτα. Κι εδώ πρέπει να πούμε ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο η Τουρκία το έχει καταθέσει στον ΟΗΕ, κύριε Καρβουνόπουλε. Δεν είναι σαν το ελληνοαιγυπτιακό.
Δηλαδή, εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια τραγική αλληλουχία σφαλμάτων, παραλείψεων, ηθελημένων αν θέλετε, ηθελημένης αδιαφορίας, όπου η Ελλάδα αφενός – και θυμίζω, μας διατράνωνε η ελληνική κυβέρνηση ότι η ελληνοαιγυπτιακή οριοθέτηση και ανακήρυξη ΑΟΖ έρχεται για να θεραπεύσει το πρόβλημα που το τουρκολιβυκόμνημόνιο προκάλεσε. Πλην όμως, μολονότι δώσαμε στην Αίγυπτο πολύ μεγάλη έκταση ελληνικής δυνάμει ΑΟΖ, προκειμένου να την πείσουμε να υπογράψει τη δεδομένη χρονική συγκυρία όπου εμείς ήμασταν με την πλάτη στον τοίχο – δεν αξιοποιήσαμε αυτήν την υπογραφή.
Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν έχει η Ελλάδα καταθέσει την Συμφωνία ΑΟΖ με την Αίγυπτο στα Ηνωμένα Έθνη. Φαντάζομαι το κάνει για τον ίδιο λόγο που δεν διαμαρτυρήθηκε όταν το τουρκολιβυκό μνημόνιο στην ουσία διέγραψε την Κρήτη, τα νησιά τα οποία έχουν επήρεια και άρα η Τουρκία όφειλε να σεβαστεί το Διεθνές Δίκαιο. Και βρισκόμαστε στην αλγεινή θέση αυτή τη στιγμή η Τουρκία να έχει ένα μνημόνιο με τη Λιβύη το οποίο έναντι του Διεθνούς Δικαίου παράγει νομιμότητα μεγαλύτερη – και είναι τραγικό αυτό – από αυτήν της συμφωνίας ελληνοαιγυπτιακής ΑΟΖ.
Και άρα λοιπόν, υπ᾽ αυτήν την έννοια τα όσα συνέβησαν στην Κάσο, τα οποία είναι σε απόλυτη συμφωνία με τη δήλωση του Γεραπετρίτη ήδη από καιρού, όταν ήταν Υπουργός Επικρατείας – σε μίαν έκφραση γνώμης η οποία δεν αρμόζει και δεν έχει δουλειά ένας Υπουργός Επικρατείας να κάνει – ότι δηλαδή η κόκκινη γραμμή της Ελλάδας είναι τα 6 μίλια. Έρχεται η Κάσος λοιπόν και επαληθεύει ότι το δόγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι όντως τα 6 ναυτικά μίλια και οτιδήποτε έξω από αυτά στην ουσία δεν έχει ισχύ. Το είδαμε πώς προσβλήθηκε η συμφωνία της ΑΟΖ στην Κάσο.
Δεν καταλαβαίνω λοιπόν ούτε αυτό, ούτε και το γιατί η Ελλάδα δεν κάνει αυτό για το οποίο δεν χρειάζεται οιαδήποτε κατάθεση στοιχείων στον ΟΗΕ, οιαδήποτε διεθνής αναγνώριση, που είναι το μονομερές δικαίωμα, το κυριαρχικό δικαίωμα επέκτασης των εθνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Εγώ φοβάμαι ότι πλέον δεν μπορώ – με όλη την καλοπιστία που ως άνθρωπος διαθέτω και θέλω να επιδεικνύω – δεν μπορώ να δεχθώ ότι όλα αυτά γίνονται καλή τη πίστει και ότι όλα αυτά είναι ένα αποτέλεσμα μιας εδραιωμένης, προγραμματισμένης ελληνικής εθνικής εξωτερικής πολιτικής.
Π.Κ.: Έχετε δίκιο και ανοίξατε πολλά θέματα. Να αρχίσω, να επισημάνω μάλλον, ότι η συμφωνία με την Αίγυπτο, η οποία παρουσιάστηκε περίπου ως θρίαμβος, έχει οδηγήσει τον κύριο Σίσι να επισκέπτεται την Άγκυρα ανταποδίδοντας την επίσκεψη του κυρίου Ερντογάν στο Κάιρο και να υπογράφει μια σειρά συμφωνιών. Είπατε λοιπόν, θέσατε ορισμένα θέματα τα οποία θέλω να συζητήσουμε.
Πρώτον, εξαγορά χρόνου. Ήταν ένα αφήγημα το οποίο η ελληνική κυβέρνηση χρησιμοποίησε πάρα πολύ, ειδικά μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών, για να πείσει την ελληνική κοινή γνώμη ότι πρέπει να κερδίσουμε χρόνο, χωρίς να εξηγεί όμως τί θα τον κάνουμε. Δηλαδή, αν διαπιστώναμε ότι πράγματι τον αξιοποιούμε για να ενισχυθούμε στρατιωτικά, όλοι θα δείχναμε μια κατανόηση.
Ωστόσο, αντί να κερδίζει χρόνο η ελληνική κυβέρνηση, βλέπουμε ότι βιάζεται να πάει σε μια συζήτηση που θα οδηγεί σε τετελεσμένα. Και τί εννοώ: θα θυμάστε ότι μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών το κλίμα που υπήρχε κυρίως μέσω διαρροών ήταν ότι «εντάξει παιδιά, μην κάνετε έτσι, αυτή η διαδικασία θα τραβήξει χρόνια». Λίγους μήνες μετά, θα έχουμε τη συνάντηση του κυρίου Μητσοτάκη με τον κύριο Ερντογάν που οι ίδιες διαρροές λένε ότι θα μπει σε σοβαρά θέματα, ότι θα υπάρχει ατζέντα στη συνάντηση του Σεπτεμβρίου, με προοπτική τον Δεκέμβριο να μιλήσουμε για υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Πώς βλέπετε αυτήν την τακτική;
Π.Π.: Θα έλεγα ότι η εμπιστοσύνη αυτής της κυβέρνησης στους χειρισμούς των ελληνοτουρκικών βρίσκεται στο ναδίρ, σε αναλογία με τις δημοσκοπήσεις που τη φέρουν να έχει χάσει το 20% (σ.σ. σε απόλυτες μονάδες, διότι κατ᾽ ουσίανέχει χάσει το 50%) της πολιτικής της ισχύος.
Για μένα – και το είχα δηλώσει, ήμουν καλώς ή κακώς από τους πρώτους που από τον Ιούνιο του 2023 είχα δηλώσει ευθαρσώς και χωρίς καμία αποστροφή ότι – ο κ. Γεραπετρίτης είναι άνθρωπος σε εντεταλμένη υπηρεσία. Δεν μπορείς να έχεις ένα καθηγητή Πανεπιστημίου διαπλεκόμενο με μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, ο οποίος μάλιστα δεν έχει και καμία ιδέα ούτε ιστορίας, ούτε διεθνούς πολιτικής. Είναι ένας νομικός επιστήμονας, και αν προσέξετε τοποθετήσεις του πέραν των θερμών καταστάσεων όπου αναγκαζόταν να περιπίπτει σε αντιφάσεις, να αυτοαναιρείται, όπως έπαθε και στα Τέμπη να το κάνει τώρα και στην Κάσο λέγοντάς μας αυτό το εκπληκτικό, ότι, ξέρετε, δεν μπορούσαμε σε αυτή τη φάση να κάνουμε κάτι καλύτερο, και το καλύτερο που κάναμε ήταν να υποχωρήσουμε διότι υποχωρώντας δεν υποχωρήσαμε!
Δηλαδή φληναφήματα ολκής, ακριβώς διότι πρόκειται περί ενός ανθρώπου που δεν έχει καμία εμπειρία, δεν έχει προοπτική, δεν έχει όραμα, και προσπαθεί με τη γνώση της νομικής επιστήμης που διαθέτει. Και γνωρίζω και ποιοι τον καθοδηγούν, αλλά δεν είναι του παρόντος τώρα να τα πούμε δημόσια, αλλά γνωρίζω και ποιοι τον καθοδηγούν στο να εστιάζει στη νομική πτυχή του ζητήματος, ωσάν το πρόβλημά μας με την Τουρκία να είναι ένα γραφειοκρατικό ζήτημα ερμηνείας νομικών κειμένων και όχι ένα ζήτημα ευθείας αμφισβήτησης.
Και εν πάσει περιπτώσει, κύριε Καρβουνόπουλε, να σας πώ κάτι; Εάν η Τουρκία θεωρεί ότι ογδόντα – εκατό ελληνικά νησιά της ανήκουν, ας πάει να τα προσβάλει σε κάποιο διεθνές δικαστήριο. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει η Ελλάδα να σέρνεται σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης εθνικού εδάφους, επειδή η γείτων χώρα, η οποία πριν από 100 χρόνια εξαΰλωσε τον Ελληνισμό της Μικρασίας, θέλει τώρα να πάρει και όλα τα νησιά για να αισθάνεται ασφαλής, γιατί γνωρίζει ότι έχει το κρίμα της ιστορίας επάνω της.
Άρα, λοιπόν, είναι πολύ σωστό αυτό που λέτε, είναι απολύτως έτσι. Στα μάτια της ελληνικής κοινής γνώμης η κυβέρνηση αυτή επικαλείται την εξαγορά χρόνου. Πλην όμως, δεν μπορούμε ως επιστήμονες, ως άνθρωποι σκεπτόμενοι και εν πάσει περιπτώσει έχοντες μιαν εμπειρία πραγμάτων να δεχόμαστε αυτήν την απόπειρα υπνώσεώς μας, τη στιγμή που ο Έλληνας Πρωθυπουργός, ο κύριος Μητσοτάκης, πριν από κάποιο καιρό είχε δηλώσει ότι σε μια διαπραγμάτευση θα υπάρχουν ευνοήτως και αυτονοήτως υποχωρήσεις.
Άρα, ξέρουν πάρα πολύ καλά πού το πάνε το παιχνίδι. Και εάν είχανε την ειλικρίνεια, και εάν αυτό που έλεγαν, ότι δηλαδή «αγοράζουμε χρόνο», όντως ίσχυε, αυτό θα συνοδευόταν, ξέρετε, και από μια σειρά ενεργειών. Δηλαδή, για κάθε αμφισβήτηση της Τουρκίας, είτε ελληνικής εθνικής κυριαρχίας είτε κυριαρχικών δικαιωμάτων, η Ελλάδα θα προσέφευγε αμέσως στον ΟΗΕ και θα έθετε το ζήτημα. Δεν το έχει κάνει αυτό, βεβαίως. Εδώ δεν το έχει κάνει ούτε για να καταθέσει μιαν ανακήρυξη ΑΟΖ με ένα κράτος όπως η Αίγυπτος που, πολύ σωστά είπατε, θα δούμε σήμερα το βράδυ και αύριο ποια θα είναι τα αποτελέσματα της εν εξελίξει επισκέψεως Σίσι στον πρόεδρο Ερντογάν στην Τουρκία.
Π.Κ.: Δεν υπάρχει καμία αντίδραση της ελληνικής πλευράς σε οτιδήποτε κάνει η Τουρκία, όπως είπαμε και πολύ σωστά το επισημάνατε. Και να θυμίσω ορισμένα γεγονότα που μου έρχονται στο μυαλό.
Είχαμε το turkaegean, δεν υπήρξε καμία αντίδραση, η τουρκική καμπάνια συνεχίζεται κανονικά και όλοι οι ξένοι σε όλον τον κόσμο ακούνε για το τουρκικό Αιγαίο. Έχουμε τη φοβερή πρόκληση, κατά τη γνώμη μου, και το πολύ σοβαρό θέμα της ανακοίνωσης ότι οι μικροί Τούρκοι μαθητές θα μαθαίνουν από φέτος το Σεπτέμβριο στη νέα σχολική χρονιά τους, θα έχουν στα βιβλία τους ύλη που έχει να κάνει με τη λεγόμενη Γαλάζια Πατρίδα. Και τέλος, είχαμε αυτήν την απίστευτη είδηση που πραγματικά, αν και είδαμε την φωτογραφία, πήραμε τηλέφωνα για να το διασταυρώσουμε αν ισχύει. Ένας Έλληνας υποστράτηγος, και μάλιστα ο επικεφαλής του Ε´ Κλάδου του ΓΕΕΘΑ, των πληροφοριών, να πηγαίνει στη δεξίωση της τουρκικής πρεσβείας την ημέρα της νίκης των Τούρκων. Όλοι γνωρίζουμε τί γιορτάζουν οι Τούρκοι εκείνη την ημέρα. Γιορτάζουν τη σφαγή του Ελληνισμού στη Σμύρνη.
Για όλα αυτά δεν υπάρχει καμία αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης. Αλλά, ξέρετε, υπάρχει και μια περίεργη ομερτά εδώ στην Αθήνα. Ελάχιστα μέσα ενημέρωσης, και είμαστε υπερήφανοι που το Militaire περιλαμβάνεται σε αυτά, ασχολήθηκαν μ᾽ αυτά τα θέματα. Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης περιορίζονται σ᾽ ένα χαρτοπόλεμο ανακοινώσεων, που περισσότερο έτσι σε κάνει να σκεφτείς ότι βγάζουν ανακοινώσεις για να επιτελέσουν το καθήκον τους και τίποτε άλλο από κει και πέρα. Και προχωράμε σ᾽ ένα αδιέξοδο που όλοι το βλέπουμε να έρχεται αλλά δεν νιώθουμε ότι κανένας μπορεί πλέον να μπει μπροστά και να πατήσει ένα φρένο.
Π.Π.: Πολύ σωστά όλα τα στοιχεία. Θα ξεκινήσω από το τελευταίο και να πω ότι δυστυχώς, θα περίμενε κανείς σε αυτή τη συγκυρία και η αντιπολίτευση να βάλει πλάτη. Θα πει κανείς βέβαια, ποιά αντιπολίτευση; Η αντιπολίτευση η οποία υπέγραψε τις Πρέσπες; Μα εδώ δεν έχουμε μιαν επικείμενη κατάσταση νέων Πρεσπών που θα σημάνει απώλεια ονόματος και ιστορίας όπως συνέβη με τη Μακεδονία. Εδώ έχουμε μίαν επερχόμενη κατάσταση η οποία θα σημάνει απώλεια εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και σε δεύτερο χρόνο εθνικής κυριαρχίας. Και πραγματικά αναρωτιέμαι, πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν σήμερα Έλληνες της δικής μας γενιάς οι οποίοι δεν συλλογίζονται πώς θα αντέξουν να ζήσουν τα επόμενα χρόνια της ζωής τους με τη ντροπή που μια τέτοια καταστροφή επιφέρει!
Απ᾽ όσο έχω δει – και είχα και την ευκαιρία να έχω αρκετές επαφές στην Αθήνα το τελευταίο διάστημα – δυστυχώς, η αξιωματική αντιπολίτευση βρίσκεται σε μια περιδίνηση εσωστρέφειας. Είναι μόνον η κυρία Κασιμάτη – και αξίζει να το αναφέρουμε αυτό – η οποία αρθρώνει λόγο έτσι με τσαγανό και με παρρησία. Θυμίζω, η ίδια είχε έτσι ορθώσει ανάστημα και στην περίπτωση της πρότασης Μπακογιάννη, της εισήγησης στο Συμβούλιο της Ευρώπης για την αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου. Και αυτό έχει τη σημασία του, ξέρετε. Διότι είναι ένα επιπλέον στοιχείο που δείχνει ότι οι ελλαδικές πολιτικές ελίτ κόπτονται να εξυπηρετήσουν όλες τις δορυφορικές δυνάμεις που παράγουν έργο για την Τουρκία. Σας θυμίζω ότι έγινε ένα επεισόδιο με κάποιον Κοσοβάρο ο οποίος συνελήφθη στην Τουρκία, εργαζόταν για λογαριασμό της Μοσάντ. Αυτό δείχνει την τεράστια εμπλοκή συμφερόντων που υπάρχει στα Βαλκάνια για λογαριασμό της Τουρκίας, και το Κοσσυφοπέδιο είναι ένας στενός δορυφόρος της.
Τη στιγμή λοιπόν που είμαστε σ᾽ αυτήν την κατάσταση, η αδερφή του Πρωθυπουργού βγήκε την άνοιξη και έκρινε ότι θα πρέπει το Κοσσυφοπέδιο να ενταχθεί στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Και η κυρία Κασιμάτη ήταν η μόνη η οποία πρόταξε το στήθος και είπε, όχι. Και αυτό έχει τη σημασία του. Αντίστοιχα και τώρα, στα ζητήματα τα άμεσα τα ελληνοτουρκικά δεν βλέπουμε κανέναν από τον ΣΥΡΙΖΑ να παίρνει μια θέση πυγμής, ακόμη–ακόμη με την έννοια ότι, ρε παιδιά, εντάξει, τουλάχιστον να καλύψουμε το χαμμένοέδαφος με τις Πρέσπες. Αυτό είναι τραγικό.
Το turkaegean είναι μια πραγματικότητα που επίσης πολύ σωστά την επισημάνατε. Όπως και η ένταξη της διδασκαλίας στο δημοτικό: δεν μιλάμε για ακαδημαϊκή, για τριτοβάθμια εκπαίδευση. Μιλάμε για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στην Τουρκία όπου τα μυαλά των νέων τουρκόπουλων θα γαλουχηθούν έτσι με την αντίληψη ότι οι γείτονές τους είναι υποκλοπείς και είναι παρανόμως κατοικούντες στα δικά τους εδάφη. Αυτό ακριβώς έρχεται και τεκμηριώνει αυτό που αναφέραμε στην αρχή, ότι η Τουρκία λειτουργεί, ενεργεί και αντιλαμβάνεται τον εαυτού της ως τον διάδοχο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Και από την άλλη μεριά, η Ελλάδα – και εδώ έχει πάλι τεράστια αξία το έργο του μακαριστού Χρήστου Γιανναρά – ότι δηλαδή, η Ελλάδα σκοτώνει τον Ελληνισμό, αυτοπεριοριζόμενη και αυτοεγκλωβιζόμενη μέσα σε ένα ελληνικό κράτος το οποίο εν πολλοίς είναι παράγωγο μιας πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων από τις αρχές του 19ου αιώνα. Που όμως, όπως πολύ σωστά είχε πει ο Χρήστος ο Γιανναράς, είναι ένας ελλαδισμός ο οποίος σκοτώνει τον Ελληνισμό.
Αυτά όλα δεν είναι φιλοσοφικές ιδέες, δεν είναι συζητήσεις απλώς που έχουν αξία να γίνονται στα αμφιθέατρα, διότι βρίσκονται στη βάση της χάραξης της εθνικής εξωτερικής πολιτικής. Όταν έχεις ένα σύστημα πολιτικό το οποίο αγνοεί και καθυβρίζει, θα έλεγα, θεμελιώδεις αρχές του ελληνικού πολιτισμού – ο Θουκυδίδης γράφει την ιστορία του διότι έχει επίγνωση ότι θα είναι «κτήμα ες αεί», ο Παλαμάς μάς γράφει στον 20ό αιώνα ότι «κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί». Ο Ελληνισμός είχε πάντοτε πλήρη συνείδηση ότι δεν συνίσταται μόνο στους ζώντες Έλληνες της συγκεκριμένης ιστορικής εποχής, αλλά φέρει με ένα τρόπο ζωής ο οποίος είναι μυστηριώδης – κι εν πάσει περιπτώσει αυτό είναι μια άλλη συζήτηση – φέρει μαζί του όλους τους νεκρούς. Οι οποίοι είναι μεν νεκροί αλλά και ζουν.
Όταν λοιπόν, έχεις αυτή τη στιγμή ελληνικές πολιτικές ηγεσίες οι οποίες έχουν αφελληνιστεί στην ουσία τους, δηλαδή έχουν χάσει αυτήν τη συνείδηση και λειτουργούν ως υπαλληλίσκοι κατώτερης τάξεως, μεταπράτες ενός νεοφιλελεύθερου παραλογισμού και εκτελεστές στρατηγικών οι οποίες εν πολλοίς διοχετεύονται στο ελληνικό σύστημα από μυστικές υπηρεσίες, από think–tank και από λόμπι του εξωτερικού τα οποία έχουν αγγλοσαξονικές αντιλήψεις περί του κόσμου, τότε μοιραία έρχεσαι σε μια στιγμή αντιμέτωπος – διότι, ξέρετε, όπως έλεγε και ένας φίλος τις προάλλες, τον πόλεμο δεν τον υλοποιεί ένας στρατός, τον υλοποιεί ένα κράτος, ο στρατός απλώς τον εκτελεί. Όταν λοιπόν, αυτό το κράτος έχει απωλέσει τις θεμελιώδεις αρχές του, τότε όσο ισχυρό στρατό και να έχει, θα είναι σαν την περίπτωση όπου είχαμε τη δυνατότητα στην Κύπρο να τη σώσουμε και δόθηκε εντολή και αποσύρθηκε η Μεραρχία, δεν εστάλησαν τα μαχητικά αεροσκάφη, και τα λοιπά. Το ίδιο που θα γίνει στο μέλλον και με τα πανάκριβα F35.
Άρα, αυτή τη στιγμή, βιώνουμε τα στοιχεία τα τρία που επισημάνατε, είναι τεκμήριο αυτοπαραίτησης του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Για μένα, οι άνθρωποι που υπηρετούν σε καίριες θέσεις δεν είναι Έλληνες μολονότι είναι Έλληνες. Δεν σημαίνει ότι είσαι Έλληνας επειδή γεννήθηκες Έλληνας. Και άρα φοβάμαι ότι βαίνουμε επιταχυνόμενα σε μια διαδικασία η οποία θα οδηγήσει σε συμφωνία απώλειας.
Και το τεκμήριο του ψεύδους, ξέρετε, και της πλάνης είναι το γεγονός ότι ακριβώς η Ελλάδα πηγαίνει σε όλα αυτά χωρίς να έχει καμία βούληση να επεκτείνει τα Χωρικά της Ύδατα. Τη στιγμή που και η ΑΟΖ με την Ιταλία και η ΑΟΖ με την Αίγυπτο, αυτή η μερική οριοθέτηση, παραμένει ένα χαρτί εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης που δεν έχει κατατεθεί στον ΟΗΕ, και που αποδεικνύεται με τα συμβάντα της Κάσου ότι η ίδια η ελληνική κυβέρνηση ατύπως και σιωπηλά αναγνωρίζει ότι αυτή η Συμφωνία δεν έχει ισχύ. Διότι, αν είχε ισχύ, θα είχε περατώσει τις ενέργειες και θα το είχε θέσει στη διεθνή κοινότητα. Το ότι δεν το κάνει αυτό, σημαίνει ότι δεν θέλει να το κάνει. Και το ότι δεν θέλει να το κάνει σημαίνει ότι είτε κάποιοι είναι ανίκανοι στις θέσεις που υπηρετούν ή έχουν πάρει πολλά χρήματα. Πρόκειται για τόσο απλή εξήγηση.
Π.Κ.: Μια και αναφερθήκατε σε ψεύδος και πλάνη, να κλείσω με ένα σχόλιο. Θα έχετε ακούσει και εσείς και τον κ. Μητσοτάκη και τον κ. Δένδια να εκφράζουν πάρα πολύ συχνά το τελευταίο διάστημα την αγωνία τους για την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Έγινε γνωστό μέσω μιας καταγγελίας που έκανε το ΠΑΣΟΚ με τον Βουλευτή Κέρκυρας τον κ. Μπιάγκη, ότι η κυβέρνηση συζητάει να δώσει όλες τις γραμμές παραγωγής των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων, σε ιδιώτες. Όχι Έλληνες ιδιώτες, σε ξένους ιδιώτες. Νομίζω ότι αυτό λέει πολλά, επειδή αναφερθήκατε και στην αμυντική βιομηχανία.
Να σας ευχαριστήσω πάρα πολύ για το χρόνο σας. Οι απόψεις σας έχουν πάντα ενδιαφέρον και θα μας επιτρέψετε να σας ενοχλούμε στο μακρινό και παγωμένο Όσλο όλο και συχνότερα. Νομίζω ότι η επικαιρότητα το επιβάλλει. Σας ευχαριστούμε πολύ!
Π.Π.: Εγώ σας ευχαριστώ, χαρά μου είναι. Και να κλείσω απλώς λέγοντας ότι σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή δεν υπάρχουν περιθώρια μικροκομματικής λειτουργίας, μικροκομματικής αντίληψης. Υπάρχουν άνθρωποι νουνεχείς με εθνικό φρόνημα, με φρόνημα δικαίου εν πάσει περιπτώσει, των δικαίων της Ελλάδος, σε όλα τα κόμματα, από το ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ, και στη Νέα Δημοκρατία.
Αυτοί οι άνθρωποι θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι δεν μπορούμε σήμερα στον 21ο αιώνα να οδηγηθούμε σε μιαν τέτοια επωαζόμενη εθνική καταστροφή. Και θα πρέπει να προτάξουν το συμφέρον του συνόλου, το όλον, το ανιδιοτελές, έναντι του συμφέροντος του επιμέρους, του ιδιοτελούς. Διότι όπως είπα και πριν, δεν θα αντέξουμε να ζούμε με την ντροπή μιας τέτοιας εθνικής καταστροφής όπως η επερχόμενη. Σας ευχαριστώ κι εγώ θερμά, κύριε Καρβουνόπουλε.